Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η ΕΞΥΠΝΗ ΕΛΙΖΑ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)


Υπήρχε κάποτε ένας άνθρωπος που είχε μια κόρη, η οποία αποκαλούνταν η Έξυπνη Ελίζα. Όταν εκείνη ενηλικιώθηκε, ο πατέρας της είπε: «Είναι καιρός πια να την παντρέψουμε». «Ναι», αποκρίθηκε η μητέρα, «αν βρεθεί ποτέ κάποιος που θα την ζητήσει». Τελικά, ένας άνδρας ονόματι Χανς ήρθε από μακριά και τη ζήτησε σε

γάμο, θέτοντας όμως έναν απαράβατο όρο: η Ελίζα έπρεπε να είναι πράγματι τόσο συνετή και προνοητική όσο λεγόταν. «Ω», αναφώνησε ο πατέρας, «έχει μυαλό που κόβει σαν ξυράφι». Και η μητέρα πρόσθεσε με θαυμασμό: «Μπορεί να διακρίνει τον άνεμο να τρέχει στον δρόμο και να ακούσει τις μύγες να βήχουν στο σκοτάδι».

Όταν κάθισαν όλοι μαζί στο τραπέζι για το δείπνο και το φαγητό είχε τελειώσει, η μητέρα είπε: «Ελίζα, πήγαινε στο κελάρι να φέρεις μπύρα για τον καλεσμένο μας». Η Ελίζα πήρε την κανάτα από τον τοίχο και, καθώς κατέβαινε τα πέτρινα σκαλιά, χτυπούσε το μεταλλικό καπάκι ρυθμικά, για να περνά η ώρα μέσα στη σιωπή του σπιτιού. Μόλις έφτασε στο κελάρι, τράβηξε ένα σκαμνί, κάθισε μπροστά στο μεγάλο δρύινο βαρέλι και άνοιξε τη στρόφιγγα. Ενώ περίμενε να γεμίσει η κανάτα, και για να μην μένουν τα μάτια της αργά, άρχισε να παρατηρεί τους τοίχους. Ξαφνικά, το βλέμμα της καρφώθηκε σε ένα τσεκούρι που οι χτίστες είχαν ξεχάσει, αφήνοντάς το καρφωμένο σε ένα δοκάρι ακριβώς πάνω από το κεφάλι της.

Τότε η Ελίζα άρχισε να θρηνεί γοερά: «Αν παντρευτώ τον Χανς και αποκτήσουμε ένα παιδί, και αυτό το παιδί μεγαλώσει και το στείλουμε μια μέρα στο κελάρι να φέρει μπύρα, το τσεκούρι θα πέσει από το δοκάρι και θα το σκοτώσει στο κεφάλι». Κάθισε εκεί, με τα χέρια στο πρόσωπο, και θρηνούσε απαρηγόρητη για τη μελλοντική αυτή συμφορά, ξεχνώντας τη μπύρα που έτρεχε από το βαρέλι στο πάτωμα.

Πάνω στο δωμάτιο, οι υπόλοιποι περίμεναν, αλλά η Ελίζα δεν επέστρεφε. Η μητέρα είπε στην υπηρέτρια: «Κατέβα κάτω και δες γιατί αργεί η Ελίζα». Η υπηρέτρια κατέβηκε και τη βρήκε να κάθεται μπροστά στο βαρέλι και να κλαίει δυνατά. «Ελίζα, γιατί κλαις;» τη ρώτησε. «Αχ!» απάντησε εκείνη, «πώς να μην κλαίω; Αν παντρευτώ τον Χανς και κάνουμε παιδί, και το παιδί μεγαλώσει και έρθει εδώ για μπύρα, το τσεκούρι θα πέσει και θα το σκοτώσει». Τότε η υπηρέτρια αναφώνησε: «Τι έξυπνη και προνοητική που είναι η Ελίζα μας!», κάθισε δίπλα της και άρχισε να κλαίει κι εκείνη για το κακό που θα ερχόταν.

Μετά από λίγο, επειδή η υπηρέτρια δεν γύριζε και η δίψα του καλεσμένου μεγάλωνε, ο πατέρας έστειλε τον βοηθό του. Ο βοηθός κατέβηκε, βρήκε την Ελίζα και την υπηρέτρια να θρηνούν, και όταν έμαθε την αιτία, είπε: «Πράγματι, τι σοφία κρύβει αυτή η γυναίκα!». Κάθισε κι αυτός στη γωνία και ξέσπασε σε λυγμούς. Η ιστορία επαναλήφθηκε με τη μητέρα, η οποία κατέβηκε και, ακούγοντας τον συλλογισμό της κόρης της, έκλαψε κι εκείνη γοερά για το εγγόνι που θα έχανε. Τέλος, κατέβηκε και ο ίδιος ο πατέρας. Μόλις είδε όλους τους ανθρώπους του να θρηνούν και άκουσε για το τσεκούρι, πείστηκε και ο ίδιος: «Τι απίστευτη σύνεση!» είπε, και κάθισε μαζί τους.

Ο Χανς, που έμεινε μόνος στο τραπέζι για πολλή ώρα, αποφάσισε τελικά να κατεβεί ο ίδιος. Όταν αντίκρισε ολόκληρη την οικογένεια να κάθεται στο πάτωμα και να θρηνεί μέσα στις σκιές του κελαριού, ρώτησε την αιτία. Ακούγοντας για την προνοητικότητα της Ελίζας σχετικά με το τσεκούρι, είπε σοβαρά: «Αυτή η σύνεση είναι υπεραρκετή για το νοικοκυριό μου. Εφόσον σκέφτεσαι τόσο βαθιά το μέλλον, θα γίνεις γυναίκα μου». Την πήρε από το χέρι, την ανέβασε επάνω και τέλεσαν τους γάμους τους με κάθε επισημότητα.

Πέρασε καιρός και ο Χανς είπε μια μέρα: «Γυναίκα, θα φύγω για να εργαστώ και να φέρω χρήματα. Εσύ πρέπει να πας στο χωράφι μας να θερίσεις το σιτάρι για να έχουμε ψωμί». Η Ελίζα πήρε το δρεπάνι και πήγε στο χωράφι, αλλά η σκέψη της ήταν μπερδεμένη. «Τι να κάνω πρώτα;» αναρωτήθηκε, «να θερίσω ή να κοιμηθώ; Ας φάω πρώτα». Έφαγε μέχρι που χόρτασε και μετά, νιώθοντας βαριά από το φαγητό, άρχισε να θερίζει. Όμως σύντομα η κούραση την κατέβαλε και αποκοιμήθηκε βαθιά μέσα στα στάχυα.

Ο Χανς επέστρεψε το απόγευμα και, βλέποντάς την να κοιμάται αντί να δουλεύει, αποφάσισε να της δώσει ένα μάθημα που θα την έκανε να συνέλθει. Πήρε ένα δίχτυ στο οποίο είχε ράψει μικρά, λεπτά κουδουνάκια και το τύλιξε προσεκτικά γύρω από το σώμα της. Όταν η Ελίζα ξύπνησε αργά, καθώς έπεφτε το σκοτάδι, και σηκώθηκε να φύγει, τα κουδουνάκια άρχισαν να χτυπούν σε κάθε της κίνηση. Τρομοκρατήθηκε και η σύγχυση κατέλαβε το μυαλό της. Άρχισε να αμφιβάλλει για την ίδια της την ύπαρξη. «Είμαι εγώ ή δεν είμαι εγώ;» αναρωτιόταν με αγωνία.

Έτρεξε πίσω στο σπίτι, αλλά ο φόβος την εμπόδιζε να μπει μέσα. Χτύπησε το παράθυρο και ρώτησε με τρεμάμενη φωνή: «Χανς, είναι η Ελίζα μέσα;». «Ναι», απάντησε ο Χανς από το εσωτερικό, «εδώ είναι, κοιμάται». Τότε η Ελίζα, πιστεύοντας πως εφόσον η Ελίζα ήταν ήδη μέσα, εκείνη που στεκόταν έξω στο κρύο δεν μπορούσε να είναι ο εαυτός της, κυριεύτηκε από απόγνωση. Έφυγε τρέχοντας μέσα στη νύχτα, βγάζοντας κραυγές, ενώ τα κουδουνάκια συνέχιζαν να χτυπούν ειρωνικά. Χάθηκε στα μονοπάτια και στα δάση της περιοχής και κανείς δεν την ξαναείδε ποτέ πια σε εκείνα τα μέρη.




ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ΕΞΥΠΝΗ ΕΛΙΖΑ

ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM

Υπήρχε ένας άνδρας που είχε μια κόρη που την ονόμαζαν ΕΞΥΠΝΗ ΕΛΙΖΑ. Όταν ήρθε η ώρα να παντρευτεί, ένας νέος ονόματι Χανς ζήτησε το χέρι της, υπό τον όρο να είναι όντως τόσο γνωστική όσο έλεγαν. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, η Ελίζα κατέβηκε στο κελάρι για να φέρει μπίρα. Εκεί, είδε μια αξίνα που οι χτίστες είχαν ξεχάσει καρφωμένη σε ένα δοκάρι πάνω από το βαρέλι.

Αμέσως, η Ελίζα άρχισε να κλαίει γοερά. Σκέφτηκε: «Αν παντρευτώ τον Χανς, αποκτήσουμε ένα παιδί και το στείλουμε στο κελάρι να φέρει μπίρα, η αξίνα μπορεί να πέσει στο κεφάλι του και να το σκοτώσει». Ένας-ένας οι υπηρέτες και οι γονείς κατέβηκαν να τη βρουν, και μόλις άκουγαν τη σκέψη της, άρχιζαν κι εκείνοι να θρηνούν για το «κακό» που θα ερχόταν. Ο Χανς, βλέποντας όλη την οικογένεια να συμπάσχει σε μια τόσο «βαθιά» σκέψη, πείστηκε για την εξυπνάδα της και την παντρεύτηκε.

Όμως, η μοίρα της ΕΞΥΠΝΗΣ ΕΛΙΖΑΣ πήρε μια παράξενη τροπή. Μια μέρα που κοιμόταν στο χωράφι, ο Χανς της έριξε ένα δίχτυ με κουδουνάκια. Όταν εκείνη ξύπνησε και άκουσε τον ήχο, μπερδεύτηκε τόσο πολύ που άρχισε να αναρωτιέται: «Είμαι εγώ η Ελίζα ή δεν είμαι;». Πήγε στο σπίτι της και ρώτησε: «Είναι η Ελίζα μέσα;». Όταν της απάντησαν «ναι», εκείνη πίστεψε πως δεν ήταν πια ο εαυτός της και έφυγε τρέχοντας από την πόλη, για να μην την ξαναδεί κανείς ποτέ. Μια ιστορία που, πίσω από το χιούμορ της, κρύβει μια μελαγχολική ματιά στην απώλεια της ταυτότητας μέσα από την υπερβολική ανησυχία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου