Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Ο ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM




Ο ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ: ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΙ ΒΙΛΕΛΜΟΣ ΓΚΡΙΜ

ΜΕΡΟΣ 1ο

Υπήρχε κάποτε ένας νεαρός άνδρας (ενήλικας), ο οποίος, αφού ολοκλήρωσε τις βασικές του σπουδές και έμαθε όσα μπορούσε από τα βιβλία, είπε στον πατέρα του: «Πατέρα, ήρθε η ώρα να βγω στον κόσμο και να μάθω μια τέχνη που θα μου δίνει το ψωμί μου. Θέλω να γίνω ένας επιτήδειος κυνηγός». Ο πατέρας του, αν και ανησυχούσε, σεβάστηκε την επιθυμία του και τον έστειλε να μαθητεύσει κοντά σε έναν φημισμένο αρχικυνηγό. Ο νεαρός δούλεψε σκληρά για πολλά χρόνια, έμαθε να διαβάζει τα ίχνη των ζώων, να

καταλαβαίνει τους ήχους του δάσους και να σημαδεύει με απόλυτη ακρίβεια. Όταν ήρθε η ώρα να αποφοιτήσει, ο δάσκαλός του του είπε: «Είσαι ο καλύτερος μαθητής που είχα ποτέ. Σου χαρίζω αυτό το τουφέκι. Δεν είναι ένα κοινό όπλο, αλλά ένα εργαλείο που δεν αστοχεί ποτέ. Ό,τι σημαδέψεις, θα το πετύχεις».

Ο νεαρός κυνηγός αποχαιρέτησε τον δάσκαλό του και ξεκίνησε το ταξίδι του. Μια μέρα, καθώς περιπλανιόταν αναζητώντας την τύχη του, μπήκε σε ένα δάσος τόσο πυκνό και απέραντο, που δεν έβλεπε πουθενά το τέλος του. Το βράδυ άρχισε να πέφτει και οι σκιές των δέντρων έγιναν μακριές και απειλητικές. Κατάλαβε πως δεν θα μπορούσε να βγει από το δάσος πριν τη νύχτα, και για να προστατευτεί από τα άγρια θηρία, αποφάσισε να ανέβει σε ένα ψηλό δέντρο. Καθώς καθόταν ανάμεσα στα κλαδιά, κοίταξε προς τον ορίζοντα και είδε ένα μικρό φως να τρεμοπαίζει μακριά. «Εκεί πρέπει να υπάρχει κάποια καλύβα», σκέφτηκε και αποφάσισε να κατευθυνθεί προς τα εκεί.

Περπάτησε αρκετή ώρα μέσα στο σκοτάδι μέχρι που έφτασε σε μια μεγάλη φωτιά. Γύρω από τη φωτιά κάθονταν τρεις γίγαντες (ενήλικες άνδρες), οι οποίοι έψηναν ένα ολόκληρο βόδι σε μια σούβλα. Ο κυνηγός σκέφτηκε: «Αν πλησιάσω φανερά, θα με πιάσουν και θα με φάνε. Πρέπει να χρησιμοποιήσω την τέχνη μου». Σημάδεψε με το τουφέκι του και πέτυχε ακριβώς το κομμάτι του κρέατος που ένας γίγαντας ετοιμαζόταν να βάλει στο στόμα του, τινάζοντάς το μακριά.

«Τι συμβαίνει;» φώναξε ο γίγαντας. «Ο άνεμος μου πήρε το φαΐ!». Ο δεύτερος γίγαντας γέλασε, αλλά όταν πήγε κι εκείνος να φάει, ο κυνηγός χτύπησε και το δικό του κομμάτι. Οι γίγαντες θύμωσαν και άρχισαν να ψάχνουν τριγύρω. «Κατέβα κάτω, όποιος κι αν είσαι!» φώναξαν. Ο κυνηγός κατέβηκε με το τουφέκι του ανά χείρας. Οι γίγαντες, βλέποντας το μέγεθός του, παραξενεύτηκαν. «Μικρέ ανθρωπάκο, αν θέλεις να ζήσεις, πρέπει να μας βοηθήσεις», είπαν. «Θέλουμε να κλέψουμε την πανέμορφη Βασιλοπούλα από το κάστρο που βρίσκεται πίσω από τον λόφο, αλλά τα παράθυρα είναι πολύ ψηλά και μικρά για εμάς. Εσύ μπορείς να τρυπώσεις μέσα».

Ο κυνηγός, θέλοντας να σώσει την κοπέλα από τους γίγαντες, προσποιήθηκε πως συμφωνεί. Πήγαν στο κάστρο και οι γίγαντες τον σήκωσαν μέχρι το παράθυρο. Ο κυνηγός μπήκε στην κρεβατοκάμαρα της Βασιλοπούλας. Εκείνη κοιμόταν βαθιά, αλλά γύρω από το κρεβάτι της βρίσκονταν τρεις άλλοι γίγαντες, οι φύλακες του παλατιού, που έπρεπε να εξοντωθούν. Στο τραπέζι δίπλα στο κρεβάτι, είδε ένα μαγικό σπαθί που έφερε μια επιγραφή: «Όποιος με κρατά, μπορεί να νικήσει οποιονδήποτε εχθρό».

Ο κυνηγός πήρε το σπαθί και με γρήγορες, αθόρυβες κινήσεις, εξόντωσε τους τρεις φύλακες-γίγαντες ενώ κοιμούνταν. Μετά, κοίταξε την πανέμορφη Βασιλοπούλα. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει, αλλά έπρεπε να έχει αποδείξεις για το κατόρθωμά του. Πήρε ένα μαντήλι, έκοψε τις γλώσσες από τους νεκρούς γίγαντες και τις έδεσε μέσα σε αυτό. Επίσης, πήρε προσεκτικά το χρυσό δαχτυλίδι της από το τραπέζι και έκοψε ένα κομμάτι από το φόρεμά της.

Επέστρεψε στο παράθυρο όπου τον περίμεναν οι τρεις πρώτοι γίγαντες. «Την έφερες;» ρώτησαν ανυπόμονα. «Όχι ακόμα», απάντησε ο κυνηγός. «Είναι πολύ βαριά για να την περάσω από το παράθυρο. Πρέπει να ανεβείτε εσείς ένας-ένας να με βοηθήσετε». Ο πρώτος γίγαντας ανέβηκε και μόλις έβαλε το κεφάλι του μέσα, ο κυνηγός το έκοψε με το μαγικό σπαθί. Το ίδιο έκανε και στον δεύτερο και στον τρίτο. Έτσι, όλοι οι γίγαντες που απειλούσαν τη Βασιλοπούλα και το βασίλειο ήταν πλέον νεκροί.Συνεχίζουμε με το Μέρος 2ο του παραμυθιού, ολοκληρώνοντας την πλήρη απόδοση της ύλης των 1.400 λέξεων, όπως ακριβώς καταγράφεται στο πρωτότυπο των ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜ.


Ο ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ

ΜΕΡΟΣ 2ο (ΤΕΛΟΣ)

Αφού ο κυνηγός εξόντωσε και τους τελευταίους γίγαντες, κάθισε για λίγο να ξαποστάσει. Σκέφτηκε πως το έργο του είχε τελειώσει, αλλά δεν ήθελε να ταράξει τον ύπνο της Βασιλοπούλας. Έτσι, βγήκε κρυφά από το κάστρο και χάθηκε μέσα στο δάσος, επιστρέφοντας στον πατέρα του για να του διηγηθεί τις περιπέτειές του.

Το επόμενο πρωί, όταν ο Βασιλιάς ξύπνησε και πήγε να δει την κόρη του, έμεινε άναυδος. Είδε τους τρεις γίγαντες-φύλακες νεκρούς μέσα στην κάμαρα και, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, είδε τους άλλους τρεις γίγαντες να κείτονται άψυχοι στο έδαφος. Η είδηση διαδόθηκε αμέσως σε όλο το παλάτι. Ο Βασιλιάς ρώτησε την κόρη του ποιος ήταν ο σωτήρας της, αλλά εκείνη, επειδή κοιμόταν βαθιά, δεν είχε δει το πρόσωπο του κυνηγού.

Εκείνη τη στιγμή, ένας δόλιος στρατηγός του παλατιού (ενήλικας άνδρας), βλέποντας την ευκαιρία να κερδίσει δόξα και δύναμη, παρουσιάστηκε στον Βασιλιά. «Μεγαλειότατε», είπε με θράσος, «εγώ είμαι αυτός που σκότωσε τους γίγαντες και έσωσε την κόρη σας. Με το σπαθί μου τους εξολόθρευσα όλους τη νύχτα». Ο Βασιλιάς, γεμάτος ευγνωμοσύνη, του υποσχέθηκε το χέρι της Βασιλοπούλας. Η κοπέλα, αν και ένιωθε στην καρδιά της πως ο στρατηγός έλεγε ψέματα, δεν είχε αποδείξεις για να τον διαψεύσει. Ο στρατηγός την απείλησε κρυφά: «Αν πεις λέξη εναντίον μου, θα σε σκοτώσω». Έτσι, η Βασιλοπούλα αναγκάστηκε να σωπάσει και οι προετοιμασίες για τον γάμο ξεκίνησαν.

Εντωμεταξύ, ο κυνηγός είχε επιστρέψει στο σπίτι του, αλλά η σκέψη της όμορφης Βασιλοπούλας δεν τον άφηνε σε ησυχία. Όταν έμαθε πως το κάστρο ετοίμαζε γάμους για να τιμήσει τον «σωτήρα» στρατηγό, κατάλαβε πως κάποιος άλλος έκλεβε τη δόξα του. Πήρε το μαντήλι με τις γλώσσες των γιγάντων, το δαχτυλίδι και το κομμάτι από το φόρεμα και ξεκίνησε για το παλάτι.

Την ημέρα του γάμου, ο κυνηγός έφτασε στην πόλη. Φόρεσε τα καλά του ρούχα και ζήτησε ακρόαση από τον Βασιλιά. Οι φρουροί στην αρχή τον εμπόδισαν, αλλά εκείνος επέμεινε πως είχε να αποκαλύψει κάτι πολύ σημαντικό. Όταν τελικά οδηγήθηκε στην αίθουσα του θρόνου, εκεί όπου ο στρατηγός στεκόταν περήφανος δίπλα στη θλιμμένη Βασιλοπούλα, ο κυνηγός υποκλίθηκε και είπε: «Μεγαλειότατε, ήρθα να διεκδικήσω αυτό που μου ανήκει. Ο άνθρωπος που στέκεται δίπλα σας είναι ένας απατεώνας».

Ο στρατηγός γέλασε υποτιμητικά: «Πώς τολμάς, ένας απλός κυνηγός, να αμφισβητείς τον λόγο μου; Εγώ σκότωσα τους γίγαντες!». Ο κυνηγός τότε άνοιξε το μαντήλι του. «Αν όντως τους σκότωσες εσύ, τότε γιατί οι γίγαντες που κείτονται έξω δεν έχουν γλώσσες;». Ο Βασιλιάς διέταξε αμέσως να εξεταστούν τα πτώματα των γιγάντων. Πράγματι, οι γλώσσες έλειπαν. Ο κυνηγός άπλωσε τις έξι γλώσσες πάνω στο τραπέζι. Μετά, έβγαλε το χρυσό δαχτυλίδι και το κομμάτι από το ύφασμα.

Η Βασιλοπούλα, μόλις είδε τα σημάδια, έλαμψε από χαρά. «Αυτός είναι ο αληθινός μου σωτήρας!» φώναξε και διηγήθηκε στον πατέρα της πώς ο στρατηγός την είχε εκβιάσει. Ο Βασιλιάς εξοργίστηκε με την προδοσία του στρατηγού και διέταξε την άμεση σύλληψή του. Ο δόλιος άνδρας τιμωρήθηκε σκληρά για τα ψέματά του.

Ο Βασιλιάς στράφηκε στον κυνηγό: «Απέδειξες πως η τέχνη σου δεν είναι μόνο στο σημάδι, αλλά και στην τιμή. Σου προσφέρω το χέρι της κόρης μου και το μισό μου βασίλειο». Ο γάμος έγινε με μεγάλη λαμπρότητα και αυτή τη φορά η νύφη ήταν ευτυχισμένη. Ο επιτήδειος κυνηγός δεν ξέχασε τον πατέρα του και τον δάσκαλό του· τους έφερε στο παλάτι και έζησαν όλοι μαζί με πλούτη και δόξα. Η ιστορία του κυνηγού που με το αλάνθαστο τουφέκι και την καθαρή του καρδιά νίκησε τους γίγαντες και την αδικία, έμεινε ζωντανή στο βασίλειο για πάρα πολλά χρόνια.Ο ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ (ΠΟΙΗΜΑ)

Στο δάσος το βαθύσκιωτο, ο κυνηγός βαδίζει, με το τουφέκι το λαμπρό, το δίκιο του ορίζει. Τρεις γίγαντες αντάμωσε, φωτιά είχαν ανάψει, μα η πονηριά του η δεινή, το φόβο είχε θάψει.

Στο κάστρο μπαίνει αθόρυβα, τη νύχτα την κρύα, για να σώσει τη Βασίλισσα, με θάρρος και ανδρεία. Γλώσσες γιγάντων έκοψε, σημάδι να 'χει πάρει, και δαχτυλίδι χρυσαφί, του κόσμου το καμάρι.

Ο στρατηγός ο δόλιος, το ψέμα του υφαίνει, μα η αλήθεια η λαμπρή, στο τέλος περιμένει. Με τις γλώσσες στο μαντήλι του, ο κυνηγός προβάλλει, και ο Βασιλιάς υποκλίνεται, σε δόξα πια μεγάλη.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Το στέμμα παίρνει ο ήρωας, το δίκιο ανασταίνει, κι η Βασιλοπούλα στο πλευρό του, σύζυγος πια μένει.Ο ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ

ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM

Ένας νεαρός, αφού έμαθε την τέχνη του κυνηγιού, έλαβε από τον δάσκαλό του ένα τουφέκι που δεν αστοχούσε ποτέ. Ξεκίνησε για τον κόσμο και συνάντησε τρεις γίγαντες που ετοιμάζονταν να φάνε έναν ταύρο. Με το σημάδι του, ο κυνηγός τους εντυπωσίασε τόσο, που τον πήραν μαζί τους για να τους βοηθήσει να κλέψουν μια βασιλοπούλα από ένα καλά φυλαγμένο κάστρο.

Ο κυνηγός, όμως, δεν είχε σκοπό να βοηθήσει τους γίγαντες. Χρησιμοποιώντας την ικανότητά του, εξόντωσε τους γίγαντες έναν προς έναν, σώζοντας τη βασιλοπούλα που κοιμόταν. Ως απόδειξη της πράξης του, έκοψε τις γλώσσες των γιγάντων και πήρε ένα δαχτυλίδι από το χέρι της κοπέλας.

Όπως συχνά συμβαίνει στις ιστορίες των GRIMM, ένας δόλιος αυλικός (ένας στρατηγός) βρήκε τους νεκρούς γίγαντες και ανάγκασε τη βασιλοπούλα να πει πως εκείνος ήταν ο σωτήρας της, απειλώντας τη με θάνατο. Την ημέρα του γάμου, ο κυνηγός εμφανίστηκε στο παλάτι. Όταν ο στρατηγός παρουσίασε τα κεφάλια των γιγάντων ως τρόπαια, ο κυνηγός άνοιξε τα στόματά τους και έδειξε πως έλειπαν οι γλώσσες, τις οποίες έβγαλε από το δισάκι του μαζί με το δαχτυλίδι. Η απάτη αποκαλύφθηκε, ο στρατηγός τιμωρήθηκε και ο επιτήδειος κυνηγός πήρε τη θέση που του άξιζε στο θρόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου