Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026
Το βασιλόπουλο με τα γαϊδουρινά αυτιά
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς… λυπημένος. Πολύ λυπημένος. Γιατί; Γιατί δεν είχε παιδιά. Όσο κι αν προσπαθούσε, τίποτα. Σαν απελπίστηκε τελείως, αποφάσισε να πάει σ’ ένα μακρινό, μακρινό δάσος, για να βρει τρεις νεράιδες που έμεναν εκεί και να τους πει τον καημό του.
Οι νεράιδες τον λυπήθηκαν – τι να κάνουν κι αυτές – και του υποσχέθηκαν πως, σ’ ένα χρόνο και μία μέρα ακριβώς, θα είχε επιτέλους τον διάδοχό του.
Και – ω του θαύματος! – σ’ ένα χρόνο και μία μέρα, ούτε μέρα παραπάνω ούτε λιγότερο, η βασίλισσα γέννησε παιδί!
Την επόμενη κιόλας νύχτα από τη γέννησή του, οι τρεις νεράιδες εμφανίστηκαν μπροστά στην κούνια του μικρού για να του κάνουν τα μαγικά τους δώρα – τα «πεσκέσια», όπως τα λέγαν τότε.
Η πρώτη νεράιδα είπε:
– Θα ’σαι το πιο όμορφο βασιλόπουλο του κόσμου!
Η δεύτερη συμπλήρωσε:
– Θα ’σαι τίμιος και σοφός – σκέτος φιλόσοφος!
Η τρίτη, που άκουγε τα κομπλιμέντα και τις υποσχέσεις των άλλων, σταυροπόδησε στον αέρα, το σκέφτηκε λιγάκι και είπε:
– Εεε, για να μη σου πάρουν τα μυαλά αέρα, θα έχεις… γαϊδουρινά αυτιά! Έτσι, για να μη γίνεις ποτέ περήφανος!
Οι τρεις νεράιδες έκαναν τα πεσκέσια τους, στροβιλίστηκαν στον αέρα και – φουουτ – χάθηκαν.
Και – πάλι ω του θαύματος – ό,τι του είχαν τάξει, έγινε. Στην ακρίβεια. Το βασιλόπουλο μεγάλωνε σαν δέντρο: όμορφο, τίμιο, και έξυπνο. Μόνο που… μεγαλώνανε μαζί και τα αυτιά του. Όχι τα φυσιολογικά, τα άλλα! Τα γαϊδουρινά!
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα τρόμαξαν. Ποιος είχε ξαναδεί βασιλόπουλο με γαϊδουρινά αυτιά; Πώς θα τον έπαιρναν στα σοβαρά οι υπήκοοί τους; Πού να περιμένεις σεβασμό και αγάπη όταν κουνιούνται αυτιά-πανιά δεξιά κι αριστερά;
Έτσι, αποφάσισαν να κρύψουν το… πρόβλημα. Του φόρεσαν ένα ειδικό σκούφο που δεν το έβγαζε ποτέ – ούτε για μπάνιο!
Κατάφεραν να κρατήσουν το μυστικό επτασφράγιστο. Κανείς δεν έμαθε τίποτα. Όλοι πίστευαν πως ήταν το πιο όμορφο, το πιο μυαλωμένο βασιλόπουλο του κόσμου. Και περίμεναν πώς και πώς να γίνει βασιλιάς.
Το βασιλόπουλο, στο μεταξύ, μεγάλωσε κι έγινε παλικάρι – ψηλό, ωραίο και καλοσυνάτο. Όσο ήταν μικρός, τα μακριά μαλλιά του κάλυπταν τα… εξαρτήματα. Αλλά τώρα μεγάλωσε, το μαλλί δεν καθόταν με τίποτα, και το παιδί ήθελε μπαρμπέρη.
Όταν το πήρε χαμπάρι ο βασιλιάς, έπεσε σε στενοχώρια. Έμεινε ξάγρυπνος ολόκληρη τη νύχτα, στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι, ψάχνοντας λύση. Πώς να κουρέψεις το βασιλόπουλο χωρίς να φανερωθεί το… μυστικό που έφερε ντροπή;
Και τότε, του ήρθε μια ιδέα!
Φώναξε τον αρχηγό του συντεχνιακού τάγματος των μπαρμπέρηδων – ναι, τόσο επίσημο ήταν – και τον κάλεσε να δειπνήσουν μόνοι τους στο βασιλικό τραπέζι.
Με φωνή βαθιά, σχεδόν θεατρική, του είπε:
– Μάστορα μπαρμπέρη, σε περιμένει μια μεγάλη τιμή. Αποφάσισα να σε κάνω επίσημο κουρέα του παλατιού! Θα ξυρίζεις το βασιλόπουλο κάθε μέρα και θα του κόβεις τα μαλλιά μία φορά τη βδομάδα.
Ο μπαρμπέρης άνοιξε τα μάτια του διάπλατα. Είχε πάθει ένα μικρό σοκ – όχι από τη δουλειά, αλλά από τη συνέχεια:
– Η δουλειά δεν είναι δύσκολη, είπε ο βασιλιάς. Αν φερθείς φρόνιμα, θα γίνεις πλούσιος. ΑΛΛΑ – κι εδώ χαμήλωσε η φωνή και σκοτείνιασε το βλέμμα – αν πεις έστω και μία κουβέντα για αυτό που θα δεις… είσαι άνθρωπος τελειωμένος!
Ο μπαρμπέρης δεν ήξερε αν ήταν ξύπνιος ή έβλεπε όνειρο. Έκανε τον σταυρό του, ορκίστηκε σιωπή αιώνια και… την ίδια κιόλας μέρα έγινε μπαρμπέρης του βασιλόπουλου.
Έμεινε στο παλάτι, έτρωγε από την κουζίνα, έπαιρνε μέρος σε συμβούλια (παρόλο που δεν πολυκαταλάβαινε), είχε ό,τι ήθελε. Ήταν χαρούμενος, περήφανος, ευτυχισμένος – καλύτερα δεν γινόταν.
Ή μάλλον... νόμιζε ότι δεν γινόταν καλύτερα.
Γιατί, φίλε μου, η χαρά του δεν κράτησε πολύ.
Ούτε μήνας δεν πέρασε και ο μπαρμπέρης άρχισε να χλομιάζει. Έχανε βάρος, μαράζωνε. Λες και είχε φάει κάτι χαλασμένο. Αλλά δεν ήταν στομάχι – ήταν ψυχή.
Το μυστικό με τ’ αυτιά του βασιλόπουλου τον βάραινε τόσο πολύ, που δεν μπορούσε να το κρατήσει άλλο. Δεν μπορούσε όμως και να το πει!
Έλιωνε ο καημένος. Μία μέρα, που με το ζόρι κρατούσε το ξυράφι και το ψαλίδι στο χέρι, πήρε δρόμο για το δάσος να βρει έναν σοφό ερημίτη – έναν που ήξερε πολλά κι έδινε πάντα καλές ορμήνειες.
Ο ερημίτης τον άκουσε με προσοχή, έτριψε τα γένια του και του είπε:
– Αν αυτό είναι το μυστικό που σε βασανίζει, πήγαινε σε μια ερημιά. Σκάψε μια τρύπα στο χώμα και πες το μυστικό σου εκεί μέσα. Θα το θάψεις, και η γη… δεν θα σε προδώσει. 🌱
Ο μπαρμπέρης έπεσε να τον ασπαστεί. Και χωρίς να χάσει χρόνο, έκανε ό,τι του είπε ο γέρος. Σκάβει, λέει, μια τρύπα βαθιά και λέει ψιθυριστά:
– Το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά… έχει γαϊδουρινά αυτιά…
Και – αχ! – ανακουφίστηκε. Έκλεισε την τρύπα με χώμα και γύρισε πίσω στο παλάτι τραγουδώντας. Ναι, τραγουδώντας!
Μόνο που... η φύση είχε άλλα σχέδια.
Σε λίγο καιρό, στον τόπο που ήταν η τρύπα, φύτρωσαν κάτι πανέμορφα καλάμια. Ψηλά, πράσινα και παιχνιδιάρικα. Μια μέρα, περνούσαν από κει κάτι τσοπάνηδες, έκοψαν δυο – τρία και τα ’καναν σουραύλια (φλογέρες).
Και μόλις άρχισαν να παίζουν... ακούστηκε μια φωνή από μέσα!
-Το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά…
Το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά…
Οι τσοπάνηδες πάγωσαν. Τα σουραύλια μιλούσαν!
Το νέο έκανε τον γύρο της χώρας σαν αστραπή. Και φυσικά, δεν άργησε να φτάσει στ’ αυτιά του βασιλιά.
Μόλις ο βασιλιάς άκουσε το τρομερό νέο – τα σουραύλια τραγουδούν για τα αυτιά του γιου του! – ταράχτηκε σύγκορμος. Φώναξε αμέσως τους τσοπάνηδες στο παλάτι.
– Παίξτε μου τα σουραύλια! τους είπε με φωνή που δεν σήκωνε κουβέντα.
Οι φουκαράδες, που είχαν ήδη λουστεί στον ιδρώτα της τρομάρας, έπαιξαν. Και ναι:
Το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά…
Το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά…
Ο βασιλιάς δεν πίστευε στ’ αυτιά του (τα δικά του). Θύμωσε τόσο πολύ που φώναξε τους φρουρούς και είπε:
– Φέρτε μου τον μπαρμπέρη! Αυτός είναι ο προδότης!
Ο μπαρμπέρης ήρθε, έτρεμε ολόκληρος. Και πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα του, ο βασιλιάς διέταξε:
– Να του πάρουν το κεφάλι!
Εκείνη τη στιγμή, σηκώθηκε όρθιο το βασιλόπουλο. Πλησίασε τον θρόνο, έβγαλε το σκούφο του μπροστά σε όλους και είπε με σταθερή φωνή:
– Όχι, βασιλιά μου και πατέρα μου. Δεν πρέπει να σκοτώσεις τον μπαρμπέρη, μόνο και μόνο επειδή είπε την αλήθεια. Άσε να δει όλος ο κόσμος αυτό που κρύβαμε τόσον καιρό. Αν το θελήσει ο Θεός, θα γίνω καλός βασιλιάς, είτε έχω είτε δεν έχω αυτιά γαϊδάρου!
Μόλις είπε αυτά τα λόγια, άνοιξαν τα στόματα, έμειναν όλοι κάγκελο και – ω του θαύματος – εκείνη τη στιγμή, τα σταχτιά γαϊδουρινά αυτιά… εξαφανίστηκαν!
Η τρίτη νεράιδα, που παρακολουθούσε τα πάντα από ψηλά, ένιωσε την καρδιά του βασιλόπουλου καθαρή από περηφάνια. Και τότε έλυσε τα μάγια.
Από τότε, όλοι ήταν ευχαριστημένοι:
Ο λαός, γιατί είχε έναν δίκαιο και τίμιο βασιλιά.
Το παλάτι, γιατί είχε ησυχία.
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα, γιατί έφυγε το βάρος από πάνω τους.
Το βασιλόπουλο, γιατί μπορούσε να περπατάει χωρίς κασκέτο.
Και φυσικά… ο μπαρμπέρης, γιατί – μεταξύ μας – κόντεψε να χάσει τη ζωή του για ένα ζευγάρι αυτιά!
Όσο για τα σουραύλια; Από τότε, δεν ξαναείπαν το τραγούδι για τα αυτιά του βασιλόπουλου. Αν και... τα πιτσιρίκια της χώρας, κάθε τόσο, πάνε στα καλάμια με την ελπίδα να τα ακούσουν να το λένε ξανά.
Σημ,
Αυτή η ιστορία δεν είναι πρωτότυπη, είναι παραλλαγή ενός παλιού λαϊκού μύθου που υπάρχει σε πολλές κουλτούρες. Στην Ελλάδα, είναι γνωστή και μέσω του παραμυθιού του Στρατή Μυριβήλη (στη συλλογή «Το πράσινο βιβλίο»), αλλά έχει ρίζες που φτάνουν μέχρι την αρχαιότητα, με τον μύθο του βασιλιά Μίδα, που επίσης είχε γαϊδουρινά αυτιά. Στον μύθο του Μίδα, μόνο ο κουρέας του ήξερε το μυστικό και το αποκάλυψε στη γη.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου