Ήτανε κάποτε ένας Παπάς, που ζούσε άγρια, χωρίς σταυρό, φτωχός! Κάθε δουλειά του έπεφτε βαριά, μα ήθελε υπηρέτη, με χαμηλά μεροκάματα, πολλά.
Βγήκε λοιπόν στην αγορά, να βρει έναν βοηθό, με το μυαλό του μόνο στο κέρδος το φτηνό. Κι εκεί ο Μπαλντά τον πλησίασε ξαφνικά, λέγοντας: «Τι ψάχνεις, Παπά, με τόση βιασύνη, Παπά;» Ο Παπάς του εξηγεί, με πονηρό σκοπό, «Χρειάζομαι υπηρέτη, για το σπίτι μου, τον αγρό, για να μαγειρεύει, να οργώνει, να με φροντίζει παντού, μα να πληρώνεται λίγο, να μην έχω βάρος εδώ».
«Εγώ είμαι πρόθυμος!» απαντά ο Μπαλντά με θάρρος. «Θα δουλέψω για σένα, χωρίς κανένα φόβο, από το χάραμα ως τη δύση, ακούραστα θα 'μαι, μα έναν όρο έχω, μόνο αυτόν τον ζητάω: Τρία χτυπήματα στο μέτωπο, θα μου δώσεις εσύ, στο τέλος του χρόνου, για την υπηρεσία τη χρυσή». Ο Παπάς γελάει, σκεπτόμενος με δόλο, «Ένα χτύπημα; Τι είναι αυτό; Θα γλιτώσω το ρούβλι το όλο!» Και έτσι η συμφωνία τους κλείστηκε εκεί, με χαρά ο Παπάς, με σκέψη ο Μπαλντά η σιωπηλή.
Ο Μπαλντά δούλευε, σαν δαίμονας, σαν θεός, για επτά, για δέκα, για όλους, χωρίς σταματημό. Όργωνε, έσπερνε, έφτιαχνε, σάρωνε το δρόμο, και ο Παπάς τον επαινούσε, ξεχνώντας τον κακό τον όρο. Μα ο καιρός περνούσε, οι μέρες λίγο λίγο, πλησίαζε η ώρα της πληρωμής, του φόβου το ρίγος. Ο Παπάς άρχισε να τρέμει, το μέτωπό του ιδρώνει, η Παπαδιά, βλέποντάς τον, με συμβουλές τον σώνει. «Δώσ' του μια δουλειά αδύνατη, στο θάνατο να τον στείλεις, πες του να βρει τους φόρους που χρωστούν οι δαίμονες οι παλιοί».
Ο Μπαλντά υπάκουσε, πήρε το δρόμο τον μακρύ, στην ακροθαλασσιά έφτασε, με μια σκέψη κρυφή. Πέταξε το σκοινί του, τάραξε τη θάλασσα την πλατιά, κι ένας γέρος δαίμονας βγήκε, με πικρή κραυγή. «Γιατί ταράζεις τη γαλήνη μας, άνθρωπε ο θνητός;» Ο Μπαλντά του απαντά: «Ήρθα για τον φόρο τον παλιό, που χρωστάτε στον Παπά, χιλιάδες χρόνια τώρα». Οι δαίμονες δοκιμάζουν, με πονηριά και με φόβο, του ζητούν να τρέξει, να σηκώσει βάρη, να νικήσει το χρόνο.
Ο Μπαλντά τους ξεπερνά, με σοφία και δύναμη, τους δαίμονες νικάει, τους φόρους τους ζητάει. Γυρίζει στο σπίτι, με τον σάκο γεμάτο χρυσό, ο Παπάς τον βλέπει και τρέμει, το τέλος του το πικρό. «Ήρθε η ώρα, Παπά», λέει ο Μπαλντά με φωνή, «Να δώσεις την πληρωμή σου, όπως συμφωνήθηκε εμείς». Με το πρώτο χτύπημα, ο Παπάς πετάχτηκε ψηλά, με το δεύτερο, η λαλιά του χάθηκε, τα μάτια θολά. Με το τρίτο χτύπημα, ο Παπάς έπεσε σαν νεκρός, κι ο Μπαλντά του ψιθύρισε, με τρόπο σοβαρός: «Δεν έπρεπε, Παπά, να τρέχεις πίσω απ' τη φτήνια, γιατί ο φτηνός ο δρόμος, σου φέρνει πάντοτε ζημιά!»


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου