Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η ΕΞΥΠΝΗ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΚΟΥ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM



Υπήρχε κάποτε ένας φτωχός χωρικός που δεν είχε καθόλου γη, παρά μόνο μια μικρή καλύβα και μια ενήλικη κόρη, η οποία ήταν εξαιρετικά συνετή. Μια μέρα, η κόρη του είπε: «Πατέρα, θα έπρεπε να

ζητήσουμε από τον Βασιλιά ένα κομμάτι γης για να καλλιεργήσουμε, ώστε να μην πεινάμε πια». Ο Βασιλιάς, όταν έμαθε για τη μεγάλη τους φτώχεια, τους χάρισε ένα μικρό χωράφι γεμάτο τύρφη. Καθώς ο πατέρας και η κόρη έσκαβαν το έδαφος για να το προετοιμάσουν, βρήκαν ξαφνικά μέσα στο χώμα ένα γουδί φτιαγμένο από καθαρό, αστραφτερό χρυσάφι.

«Άκου», είπε ο πατέρας, «αφού ο Βασιλιάς υπήρξε τόσο μεγαλόψυχος και μας έδωσε αυτό το χωράφι, είναι χρέος μας να του προσφέρουμε το χρυσό γουδί ως ένδειξη ευγνωμοσύνης». Η κόρη του όμως, που το μυαλό της δούλευε πιο βαθιά, τον προειδοποίησε: «Πατέρα, αν προσφέρουμε το γουδί χωρίς να έχουμε το γουδοχέρι, ο Βασιλιάς θα θεωρήσει ότι του το κρύβουμε. Θα μας ζητήσει το γουδοχέρι και δεν θα έχουμε τι να του δώσουμε. Καλύτερα να το κρατήσουμε κρυφό και να συνεχίσουμε τη δουλειά μας». Αλλά ο πατέρας δεν την άκουσε. Πήρε το χρυσό αντικείμενο, πήγε στο παλάτι και το παρέδωσε στον Βασιλιά.

Ο Βασιλιάς θαύμασε το χρυσάφι, αλλά αμέσως ρώτησε: «Δεν βρήκατε και το γουδοχέρι μαζί με αυτό;». Ο χωρικός απάντησε ειλικρινά πως όχι, αλλά ο Βασιλιάς δεν τον πίστεψε. Διέταξε να τον ρίξουν στη φυλακή και να τον αφήσουν εκεί χωρίς φαγητό, μέχρι να ομολογήσει πού βρίσκεται το υπόλοιπο μέρος. Στη φυλακή, ο χωρικός δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να αναστενάζει και να φωνάζει: «Αχ! Γιατί δεν άκουσα την κόρη μου! Γιατί δεν την άκουσα!».

Οι δεσμοφύλακες ανέφεραν στον Βασιλιά τα λόγια του φυλακισμένου. Ο Βασιλιάς, περίεργος, τον κάλεσε και τον ρώτησε: «Τι είναι αυτό που είπε η κόρη σου και γιατί το μετανιώνεις τώρα;». Ο χωρικός εξήγησε πως η κόρη του είχε προβλέψει ακριβώς τι θα συνέβαινε. Τότε ο Βασιλιάς διέταξε: «Αν η κόρη σου είναι τόσο έξυπνη, φέρ’ την μπροστά μου αμέσως». Όταν η κοπέλα έφτασε, ο Βασιλιάς της έθεσε μια δοκιμασία για να αποδείξει τη σοφία της: «Θα σου θέσω έναν γρίφο. Αν τον λύσεις, θα σε παντρευτώ και θα γίνεις η Βασίλισσά μου. Πρέπει να έρθεις σε μένα ούτε ντυμένη ούτε γυμνή, ούτε έφιππη ούτε πεζή, ούτε πάνω στον δρόμο ούτε έξω από αυτόν».

Η κοπέλα επέστρεψε στο σπίτι της και ετοιμάστηκε. Γδύθηκε εντελώς και τυλίχθηκε με ένα μεγάλο δίχτυ ψαρέματος, έτσι ώστε να μην είναι ούτε ντυμένη ούτε γυμνή. Στη συνέχεια, νοίκιασε έναν γάιδαρο και έδεσε το δίχτυ στην ουρά του, έτσι ώστε ο γάιδαρος να την σέρνει και εκείνη να μην περπατάει ούτε να ιππεύει. Τέλος, ο γάιδαρος έπρεπε να την σέρνει κατά μήκος της αυλακιάς που άφηναν οι τροχοί των αμαξών, έτσι ώστε μόνο το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της να αγγίζει το έδαφος, κι έτσι δεν ήταν ούτε πάνω στον δρόμο ούτε έξω από αυτόν. Όταν έφτασε έτσι μπροστά στον Βασιλιά, εκείνος παραδέχθηκε την ήττα του. Άφησε ελεύθερο τον πατέρα της, την παντρεύτηκε και της εμπιστεύτηκε όλο το βασίλειο.

Πέρασαν μερικά χρόνια, και μια μέρα, ενώ ο Βασιλιάς έκανε επιθεώρηση, συνέβη ένα περιστατικό στην αυλή του παλατιού. Κάποιοι χωρικοί που είχαν πουλήσει ξύλα στέκονταν εκεί με τις άμαξές τους. Κάποιοι είχαν βόδια και κάποιοι άλογα. Ένας χωρικός είχε μια φοράδα η οποία γέννησε ένα πουλάρι. Το πουλάρι έτρεξε μακριά και πήγε και στάθηκε ανάμεσα σε δύο γάιδαρους που ήταν δεμένοι σε μια άλλη άμαξα. Οι ιδιοκτήτες των γαϊδάρων άρχισαν να ισχυρίζονται ότι οι γάιδαροι είχαν γεννήσει το πουλάρι. Η φιλονικία έφτασε στον Βασιλιά, ο οποίος, θέλοντας να τελειώνει γρήγορα, έβγαλε μια παράλογη απόφαση: «Το πουλάρι ανήκει εκεί που βρέθηκε, δηλαδή στους γαϊδάρους».

Ο ιδιοκτήτης της φοράδας, απαρηγόρητος, έμαθε για τη σοφία της Βασίλισσας και την πλησίασε κρυφά. Εκείνη του είπε: «Θα σε βοηθήσω, αλλά δεν πρέπει να αποκαλύψεις ότι εγώ σε συμβούλευσα. Αύριο, όταν ο Βασιλιάς θα βγει για κυνήγι, στάσου στην άκρη του δρόμου με ένα δίχτυ ψαρέματος και προσποιήσου ότι ψαρεύεις πάνω στην ξερή άμμο». Ο χωρικός έκανε ακριβώς αυτό. Όταν ο Βασιλιάς πέρασε από μπροστά του και τον είδε να ρίχνει το δίχτυ στη σκόνη, σταμάτησε και γέλασε: «Μωρέ άνθρωπε, είσαι τρελός; Πώς θα πιάσεις ψάρια εκεί που δεν υπάρχει σταγόνα νερό;».

Ο χωρικός απάντησε με θάρρος: «Αν είναι δυνατόν δύο γάιδαροι να γεννήσουν ένα πουλάρι, τότε είναι εξίσου δυνατόν και εγώ να πιάσω ψάρια μέσα στην άμμο!».

Ο Βασιλιάς κατάλαβε αμέσως ότι αυτή η απάντηση δεν ήταν του χωρικού. Τον απείλησε με βασανιστήρια μέχρι που ο άνθρωπος ομολόγησε ότι η Βασίλισσα του είχε δώσει την ιδέα. Επιστρέφοντας στο παλάτι, ο Βασιλιάς ήταν εξοργισμένος. Είπε στη γυναίκα του: «Με πρόδωσες και με γελοιοποίησες. Δεν είσαι πια γυναίκα μου. Επίστρεψε στην καλύβα του πατέρα σου. Σου επιτρέπω μόνο ένα πράγμα: πάρε μαζί σου ό,τι θεωρείς πιο αγαπημένο και πολύτιμο από αυτό το παλάτι».

«Όπως επιθυμείς, αγαπημένε μου σύζυγε», απάντησε εκείνη με ηρεμία. Του ζήτησε όμως να δειπνήσουν μαζί για τελευταία φορά. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, του πρόσφερε συνέχεια κρασί στο οποίο είχε ρίξει ένα υπνωτικό βότανο. Ο Βασιλιάς έπεσε σύντομα σε βαθύ ύπνο. Τότε, εκείνη κάλεσε τους υπηρέτες, τον τύλιξε σε ένα λινό σεντόνι και τον μετέφερε με μια άμαξα στην παλιά καλύβα του πατέρα της, όπου τον άφησε στο φτωχικό κρεβάτι.

Όταν ο Βασιλιάς ξύπνησε μετά από πολλές ώρες, κοίταξε γύρω του σαστισμένος. «Πού βρίσκομαι; Πού είναι το παλάτι μου;» φώναξε. Η γυναίκα του πλησίασε και του είπε γλυκά: «Αγαπημένε μου Βασιλιά, μου είπες να πάρω μαζί μου ό,τι πολυτιμότερο είχα στο παλάτι. Επειδή δεν έχω τίποτα στον κόσμο πιο αγαπημένο και πολύτιμο από εσένα, πήρα εσένα».

Ο Βασιλιάς, ακούγοντας αυτά τα λόγια, ένιωσε την καρδιά του να μαλακώνει. Κατάλαβε ότι η σοφία της συνοδευόταν από αληθινή αγάπη. Την αγκάλιασε, ζήτησε συγγνώμη και επέστρεψαν μαζί στο παλάτι, όπου έζησαν ευτυχισμένοι και εκείνη τον συμβούλευε σε κάθε του απόφαση από τότε και στο εξής.


ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ΕΞΥΠΝΗ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΚΟΥ

ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM

Ένας φτωχός χωρικός, που δεν είχε γη, έλαβε από τον βασιλιά ένα μικρό χωράφι. Σκάβοντας, βρήκε ένα γουδί από ατόφιο χρυσάφι. «Πρέπει να το πάμε στον βασιλιά», είπε ο χωρικός. Όμως η κόρη του, που ήταν εξαιρετικά συνετή, τον προειδοποίησε: «Μην το πας, πατέρα, γιατί αν δεν έχεις και το χρυσό γουδοχέρι να του δώσεις, θα σε κλείσει στη φυλακή». Ο πατέρας δεν την άκουσε, και πράγματι, ο βασιλιάς τον φυλάκισε ζητώντας το συμπλήρωμα του θησαυρού.

Όταν ο βασιλιάς έμαθε για την προφητική συμβουλή της κόρης, την κάλεσε και της έθεσε ένα αίνιγμα για να αποδείξει την εξυπνάδα της: «Έλα σε μένα ούτε ντυμένη ούτε γυμνή, ούτε έφιππη ούτε πεζή, ούτε στον δρόμο ούτε έξω από αυτόν». Η κοπέλα εμφανίστηκε τυλιγμένη σε ένα δίχτυ ψαρέματος (ούτε ντυμένη ούτε γυμνή), πάνω σε έναν γάιδαρο έτσι ώστε τα δάχτυλα των ποδιών της να ακουμπούν το έδαφος (ούτε έφιππη ούτε πεζή), και ακολουθώντας την αυλακιά που άφηνε η άμαξα (ούτε στον δρόμο ούτε έξω).

Εντυπωσιασμένος, ο βασιλιάς την παντρεύτηκε. Όμως, μετά από καιρό, η βασίλισσα παρενέβη σε μια άδικη κρίση του βασιλιά υπέρ ενός χωρικού. Ο βασιλιάς, οργισμένος, την έδιωξε από το παλάτι, επιτρέποντάς της όμως να πάρει μαζί της «το πιο αγαπημένο και πολύτιμο πράγμα που είχε». Εκείνη τον μέθυσε με κρασί και, όταν εκείνος αποκοιμήθηκε, τον έβαλε σε μια άμαξα και τον μετέφερε στο πατρικό της σπίτι. Όταν ο βασιλιάς ξύπνησε και κατάλαβε πως εκείνη είχε επιλέξει εκείνον ως το πολυτιμότερο πράγμα της, συγκινήθηκε από την αφοσίωσή της και την πήρε πίσω, αναγνωρίζοντας πως η σοφία της ήταν το μεγαλύτερο κόσμημα του θρόνου του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου