Σελίδες

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

ΑΛΑΝΤΙΝ

Η ΣΕΧΡΑΖΑΤ, αφού υποκλίθηκε ταπεινά μπροστά στον Σουλτάνο, κάθισε αναπαυτικά στα μεταξωτά μαξιλάρια και, καθώς η νύχτα άπλωνε τη σιωπή της στο παλάτι, άρχισε να διηγείται την ιστορία από την πρώτη της λέξη, με τον πλούτο και τη λεπτομέρεια που μόνο

εκείνη γνώριζε.  «Μάθε λοιπόν, ω πανίσχυρε Βασιλιά, πως σε μια από τις πιο λαμπρές και πολυάνθρωπες πόλεις της μακρινής Κίνας, ζούσε ένας ράφτης που ονομαζόταν ΜΟΥΣΤΑΦΑ. Ο άνθρωπος αυτός ήταν τόσο φτωχός όσο και τίμιος, και περνούσε τις μέρες του σκυμμένος πάνω από το βελόνι, προσπαθώντας να ζήσει τη γυναίκα του και τον μοναχογιό του, τον ΑΛΑΝΤΙΝ. Όμως ο ΑΛΑΝΤΙΝ, αν και προικισμένος με ομορφιά και εξυπνάδα, είχε ψυχή ανυπότακτη και σώμα που εχθρευόταν τον κόπο. Από μικρός αρνιόταν να καθίσει στο εργαστήριο του πατέρα του. Μόλις ο ΜΟΥΣΤΑΦΑ γύριζε την πλάτη του, ο νεαρός έτρεχε στις πλατείες και στα σοκάκια, όπου ενώνονταν με άλλους αργόσχολους, παίζοντας παιχνίδια και κάνοντας σκανδαλιές από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ο καημένος ο ράφτης, βλέποντας πως ο γιος του δεν ήθελε να μάθει καμία τέχνη για να επιβιώσει, μαράζωσε από τη θλίψη του. Η αρρώστια τον βρήκε αδύναμο και σύντομα παρέδωσε το πνεύμα του, αφήνοντας τη γυναίκα του σε απόλυτη ένδεια. Εκείνη, με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα, αναγκάστηκε να πουλήσει τα εργαλεία του άνδρα της και να αρχίσει να γνέθει βαμβάκι μέρα-νύχτα για να μην πεθάνουν από την πείνα.
Ο ΑΛΑΝΤΙΝ ήταν πλέον δεκαπέντε ετών, αλλά η μυαλή του παρέμενε στα παιχνίδια. Μια μέρα, ενώ βρισκόταν στην αγορά ανάμεσα στο πλήθος, τον πρόσεξε ένας άνδρας με επιβλητικό ανάστημα και βλέμμα που έμοιαζε να διαβάζει τα μυστικά της γης. Ήταν ένας ΜΑΓΟΣ από το Μαγκρέμπ, ένας άνθρωπος που είχε αφιερώσει τη ζωή του στις σκοτεινές τέχνες και στην αναζήτηση ενός χαμένου θησαυρού. Ο ΜΑΓΟΣ, βλέποντας τον ΑΛΑΝΤΙΝ, κατάλαβε αμέσως πως αυτός ήταν ο εκλεκτός που χρειαζόταν για το σχέδιό του. Πλησίασε έναν από τους φίλους του νεαρού και ρώτησε κρυφά: — «Ποιος είναι αυτός ο όμορφος νέος και ποιος είναι ο πατέρας του;» Μόλις έμαθε την ιστορία του ΜΟΥΣΤΑΦΑ, πλησίασε τον ΑΛΑΝΤΙΝ, του έπιασε τον ώμο και τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε από ψεύτικη συγκίνηση: — «Παιδί μου, δεν είσαι εσύ ο γιος του ΜΟΥΣΤΑΦΑ, του ξακουστού ράφτη;» Όταν ο ΑΛΑΝΤΙΝ του είπε πως ο πατέρας του είχε πεθάνει εδώ και χρόνια, ο ΜΑΓΟΣ ξέσπασε σε γοερούς θρήνους. Άρχισε να φιλά τον νεαρό και να φωνάζει: — «Αχ, αδελφέ μου! Τι συμφορά! Είμαι ο θείος σου, ο αδελφός του πατέρα σου, που έλειπα σαράντα χρόνια στα βάθη της Αφρικής! Γύρισα για να τον βρω και βρίσκω μόνο το παιδί του!» θαμπωμένος από τα δάκρυα του ξένου και από τα δύο χρυσά φλουριά που του έβαλε στην παλάμη, τον οδήγησε στο σπίτι. Εκεί, ο ΜΑΓΟΣ γονάτισε μπροστά στη μητέρα του ΑΛΑΝΤΙΝ και την έπεισε με χίλια δυο ψέματα πως ήταν πράγματι συγγενής τους. «Μη θλίβεσαι πια, καλή μου γυναίκα», της είπε. «Θα πάρω τον ΑΛΑΝΤΙΝ υπό την προστασία μου. Θα του αγοράσω τα πιο ακριβά ενδύματα, θα του ανοίξω ένα κατάστημα με πολύτιμα υφάσματα στην αγορά και θα τον κάνω τον πιο σεβαστό έμπορο της πόλης. Αύριο κιόλας, θα τον πάρω μαζί μου για να του δείξω τον κόσμο και να τον προετοιμάσω για το μεγαλείο που τον περιμένει». Η φτωχή μητέρα, πιστεύοντας πως η τύχη τους άλλαξε επιτέλους, ευλόγησε τον «κουνιάδο» της, χωρίς να ξέρει πως παρέδιδε τον γιο της στα χέρια ενός ανθρώπου που δεν δίσταζε να θυσιάσει ψυχές για να αποκτήσει τη δύναμη που ονειρευόταν.» Η ΣΕΧΡΑΖΑΤ σταμάτησε για μια ανάσα, βλέποντας τον Σουλτάνο να κρέμεται από τα χείλη της.Η ΣΕΧΡΑΖΑΤ συνέχισε την αφήγησή της, καθώς ο Σουλτάνος παρατηρούσε τις εικόνες που ζωντάνευαν μπροστά στα μάτια του: «Την επόμενη ημέρα, ω Βασιλιά του κόσμου, ο ΜΑΓΟΣ ήρθε στο σπίτι του ΑΛΑΝΤΙΝ νωρίς το πρωί. Είχε φέρει μαζί του ενδύματα φτιαγμένα από το πιο εκλεκτό μετάξι και παπούτσια από μαλακό δέρμα, στολισμένα με κεντήματα. Μόλις ο νεαρός ντύθηκε, έμοιαζε λιγότερο με γιο ράφτη και περισσότερο με γιο πρίγκιπα. Οι δυο τους ξεκίνησαν για έναν μακρινό περίπατο. Ο ΜΑΓΟΣ οδηγούσε τον ΑΛΑΝΤΙΝ έξω από τις πύλες της πόλης, μέσα από κήπους που έμοιαζαν βγαλμένοι από όνειρο. Εκεί, τα σιντριβάνια εκτόξευαν νερό που κελάρυζε σαν μουσική και τα δέντρα ήταν φορτωμένα με φρούτα που ευωδίαζαν από μακριά. Ο ΜΑΓΟΣ μιλούσε ακατάπαυστα στον νεαρό για τα μεγαλεία που τον περίμεναν, μαγεύοντας το μυαλό του με υποσχέσεις για πλούτη και εξουσία. 
 Όσο όμως προχωρούσαν, το τοπίο άρχισε να αλλάζει. Οι καταπράσινοι κήποι έδωσαν τη θέση τους σε μια γυμνή και απόκοσμη κοιλάδα, που την έκλειναν γύρω-γύρω θεόρατα, μαύρα βουνά. Ο ΑΛΑΝΤΙΝ, που δεν είχε απομακρυνθεί ποτέ τόσο πολύ από το σπίτι του, άρχισε να νιώθει έναν παγερό φόβο. «Θείε μου», ψιθύρισε, «πού με πηγαίνεις; Εδώ δεν υπάρχουν πια κήποι, ούτε άνθρωποι. Ας γυρίσουμε πίσω». «Μη φοβάσαι, παιδί μου», απάντησε ο ΜΑΓΟΣ με μια φωνή που είχε γίνει ξαφνικά σκληρή σαν την πέτρα. «Εδώ θα δεις πράγματα που κανένας άλλος θνητός δεν αξιώθηκε να αντικρίσει. Μάζεψε αμέσως ξερά ξύλα και φτιάξε μια φωτιά». Μόλις η φωτιά άρχισε να κατακαίει τα ξύλα, ο ΜΑΓΟΣ στάθηκε από πάνω της. Έβγαλε από τον κόρφο του ένα κουτάκι με σπάνια θυμιάματα και τα έριξε στις φλόγες. Ένας πυκνός, γαλάζιος καπνός υψώθηκε στον

ουρανό και ο ΜΑΓΟΣ άρχισε να προφέρει λόγια που έκαναν τον αέρα να δονείται. Τότε, ω Σουλτάνο, συνέβη το αδιανόητο: Η γη κάτω από τα πόδια τους σχίστηκε με έναν ήχο που έμοιαζε με χίλιους κεραυνούς. Μέσα από το χάσμα αναδύθηκε μια τεράστια μαρμάρινη πλάκα, που είχε στη μέση έναν χάλκινο κρίκο.Ο ΑΛΑΝΤΙΝ έπεσε στα γόνατα, τρέμοντας από τον τρόμο. Προσπάθησε να ξεφύγει, αλλά ο ΜΑΓΟΣ τον άρπαξε από τα μαλλιά και τον σήκωσε ψηλά. «Άκουσε καλά!» ούρλιαξε. «Κάτω από αυτή την πέτρα κρύβεται ένας θησαυρός που μόνο εσύ μπορείς να αγγίξεις. Αν με υπακούσεις, θα γίνεις ο πιο πλούσιος άνθρωπος στη γη. Αν όχι, θα σε θάψω ζωντανό σε αυτό το βουνό! Πιάσε τον κρίκο και σήκωσε την πέτρα, προφέροντας το όνομα του πατέρα σου και του παππού σου». Ο ΑΛΑΝΤΙΝ, κυριευμένος από την απόγνωση, έκανε όπως του είπε ο ΜΑΓΟΣ. Η βαριά πέτρα, που θα χρειαζόταν δέκα άνδρες για να μετακινηθεί, σηκώθηκε από τα χέρια του νεαρού σαν να ήταν από άχυρο. Από κάτω φάνηκαν πέτρινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στα σωθικά της γης.Η ΣΕΧΡΑΖΑΤ συνέχισε, με τη φωνή της να χαμηλώνει για να προσδώσει μυστήριο στη σκηνή: «Ω Βασιλιά μου, ο ΑΛΑΝΤΙΝ στάθηκε μπροστά στο χάσμα της γης, ενώ ο ΜΑΓΟΣ τον πλησίασε και του φόρεσε στο δάχτυλο ένα δαχτυλίδι από μέταλλο σκαλισμένο με περίεργα σύμβολα. "Πάρε αυτό το ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ", του είπε. "Θα είναι ο προστάτης σου απέναντι σε κάθε κακό και θα σου δίνει θάρρος εκεί που το φως χάνεται. Τώρα, κατέβα! Θα περάσεις μέσα από τρεις μεγάλες αίθουσες. Στην πρώτη θα δεις σωρούς από ασήμι, στη δεύτερη από χρυσάφι και στην τρίτη από πολύτιμα πετράδια. ΠΡΟΣΕΞΕ ΟΜΩΣ: Μάζεψε τις άκρες των ρούχων σου σφιχτά πάνω σου. Αν ακουμπήσεις έστω και έναν τοίχο ή ένα αγγείο, θα μεταμορφωθείς σε πέτρα την ίδια στιγμή! Όταν διασχίσεις τις αίθουσες, θα βγεις σε έναν κήπο με δέντρα που οι καρποί τους λάμπουν. Προσπέρνα τον κήπο και θα δεις μια εσοχή στον τοίχο. Εκεί βρίσκεται ένα παλιό χάλκινο ΛΥΧΝΑΡΙ. Σβήσε τη φλόγα του, άδειασε το λάδι και φέρ' το μου αμέσως. Μόνο τότε θα μπορείς, αν θέλεις, να κόψεις όσους καρπούς επιθυμείς από τα δέντρα του κήπου." Ο ΑΛΑΝΤΙΝ, παίρνοντας θάρρος από το μαγικό δαχτυλίδι, κατέβηκε τα σκαλιά. Μόλις έφτασε στο βάθος, βρήκε όλα όσα του είχε περιγράψει ο Μάγος. Προχώρησε με κομμένη την ανάσα, περνώντας ανάμεσα από τα βουνά του χρυσού χωρίς να αγγίξει τίποτα, μέχρι που βγήκε στον κήπο. Εκεί, τα μάτια του δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν. Κάθε δέντρο ήταν φορτωμένο με κρυστάλλινους καρπούς: Κάποιοι ήταν λευκοί και καθαροί σαν το νερό της πηγής — ήταν ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ. Άλλοι ήταν κατακόκκινοι και έκαιγαν σαν τη φωτιά — ήταν ΡΟΥΜΠΙΝΙΑ. Άλλοι πάλι είχαν το χρώμα του ουρανού ή του δάσους — ήταν ΖΑΦΕΙΡΙΑ και ΣΜΑΡΑΓΔΙΑ. Ο νεαρός, που δεν γνώριζε την αξία τους, νόμιζε πως ήταν απλώς χρωματιστά γυάλινα στολίδια. Παρόλα αυτά, γέμισε τις τσέπες του και τον κόρφο του, γιατί του άρεσε ο τρόπος που έλαμπαν. Τελικά, βρήκε το ΛΥΧΝΑΡΙ στην εσοχή, το πήρε και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά προς την έξοδο.» «Αλλά εκεί, ω Βασιλιά», είπε η ΣΕΧΡΑΖΑΤ, «η κακία του Μάγου φανερώθηκε σε όλο της το μεγαλείο...» Η ΣΕΧΡΑΖΑΤ συνέχισε την αφήγησή της, με τη φωνή της να τρέμει ελαφρά από την ένταση της στιγμής: Ανοίγει σε νέο παράθυρο en.wikipedia.org «Μάθε λοιπόν, ω Βασιλιά, πως ο ΑΛΑΝΤΙΝ, φορτωμένος με τους πολύτιμους καρπούς που νόμιζε για απλά γυαλιά, έφτασε στην έξοδο της σπηλιάς. Ο ΜΑΓΟΣ, που τον περίμενε με τα μάτια να σπινθηρίζουν από πλεονεξία, άπλωσε το χέρι του. — "Δώσε μου το ΛΥΧΝΑΡΙ, παιδί μου! Δώσ' το μου γρήγορα!" ούρλιαξε. — "Θείε μου", απάντησε ο ΑΛΑΝΤΙΝ, "είμαι πολύ φορτωμένος και τα σκαλιά είναι ψηλά. Δώσε μου το χέρι σου να βγω πρώτα, και μόλις πατήσω στη γη θα σου το παραδώσω". Ο ΜΑΓΟΣ όμως, φοβούμενος πως αν ο νεαρός έβγαινε έξω θα μπορούσε να του ξεφύγει, έχασε κάθε ίχνος υπομονής. Η ψεύτικη στοργή του έδωσε τη θέση της σε μια δολοφονική μανία. Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ "Αχάριστε!" φώναξε ο ΜΑΓΟΣ. "Αφού δεν με υπακούς, μείνε εκεί για πάντα!" Με μια αστραπιαία κίνηση, έριξε το τελευταίο του θυμίαμα στη φωτιά και πρόφερε μια κατάρα που έκανε τα βουνά να αντηχήσουν. Η βαριά μαρμάρινη πλάκα σύρθηκε με δύναμη και σφράγισε την είσοδο, αφήνοντας τον ΑΛΑΝΤΙΝ μέσα στο απόλυτο, παγερό σκοτάδι. Ο ΜΑΓΟΣ, πιστεύοντας πως ο νεαρός θα πέθαινε από την πείνα και τον φόβο, ξεκίνησε αμέσως το ταξίδι της επιστροφής για το Μαγκρέμπ, θυμωμένος που έχασε το λυχνάρι, αλλά σίγουρος πως κανείς άλλος δεν θα το έπαιρνε ποτέ. Πίσω στη σπηλιά, ο ΑΛΑΝΤΙΝ ούρλιαζε και χτυπούσε την πέτρα με τις γροθιές του μέχρι που μάτωσαν. — "Θείε! Βοήθεια! Μη με αφήνεις εδώ!" Πέρασαν δύο μερόνυχτα. Ο νεαρός, εξαντλημένος από το κλάμα και την έλλειψη τροφής, κάθισε στα σκαλιά και ένωσε τα χέρια του για να προσευχηθεί. Καθώς έτριβε τα χέρια του από την απελπισία, τα δάχτυλά του ακούμπησαν κατά λάθος το ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ που του είχε δώσει ο Μάγος. Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΖΙΝΙ Ξαφνικά, η σπηλιά φωτίστηκε από μια απόκοσμη λάμψη. Μέσα από έναν καπνό που ξεπήδησε από το δαχτυλίδι, εμφανίστηκε ένα τεράστιο και φοβερό ΤΖΙΝΙ. Το ανάστημά του έφτανε την οροφή και η φωνή του έκανε τους τοίχους να τρίζουν. — "Είμαι ο ΔΟΥΛΟΣ ΤΟΥ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΟΥ", βρόντηξε το πνεύμα. "Τι θέλεις από μένα; Είμαι έτοιμος να υπακούσω σε σένα, τον κάτοχο του δαχτυλιδιού, εγώ και όλοι οι άλλοι δούλοι του". Ο ΑΛΑΝΤΙΝ, παρόλο που κόντεψε να λιποθυμήσει από τον τρόμο, ψιθύρισε: — "Όποιος κι αν είσαι, σε παρακαλώ, βγάλε με από αυτό το μέρος και πήγαινέ με πίσω στη μητέρα μου!"» Η ΣΕΧΡΑΖΑΤ σταμάτησε για λίγο, βλέποντας τον ήλιο να ανατέλλει.Η ΣΕΧΡΑΖΑΤ πήρε μια βαθιά ανάσα και, καθώς το φως του φεγγαριού έπεφτε πάνω στα χρυσά κεντήματα του δωματίου, συνέχισε την αφήγησή της για τον ΑΛΑΝΤΙΝ. Μόλις ο ΑΛΑΝΤΙΝ πρόφερε την επιθυμία του, ω Βασιλιά, ένιωσε μια ριπή ανέμου να τον σηκώνει. Πριν προλάβει να ανοιγοκλείσει τα μάτια του, βρέθηκε να στέκεται έξω από την πόρτα του σπιτιού του. Η μητέρα του, που τον θρηνούσε τρεις μέρες πιστεύοντας πως τον κατασπάραξαν τα θηρία, έπεσε στην αγκαλιά του κλαίγοντας. Ο νεαρός, εξαντλημένος, της διηγήθηκε την προδοσία του ΜΑΓΟΥ και της έδειξε τους λαμπερούς καρπούς που είχε μαζέψει από τον υπόγειο κήπο. Όμως η πείνα τους ήταν μεγαλύτερη από τη λάμψη των πετραδιών. Δεν είχαν ούτε μια δεκάρα για ψωμί. — "Μητέρα", είπε ο ΑΛΑΝΤΙΝ, "πάρε αυτό το παλιό ΛΥΧΝΑΡΙ που έφερα από τη σπηλιά. Πήγαινε να το πουλήσεις στην αγορά για να πάρουμε λίγο φαγητό". Η γυναίκα πήρε το λυχνάρι στα χέρια της. "Είναι πολύ λερωμένο", σκέφτηκε. "Αν το τρίψω να γυαλίσει, ίσως πιάσω καλύτερη τιμή". ΤΟ ΤΖΙΝΙ ΤΟΥ ΛΥΧΝΑΡΙΟΥ Μόλις η μητέρα του ΑΛΑΝΤΙΝ άρχισε να τρίβει το χάλκινο σκεύος με λίγη άμμο και ένα πανί, η γη άρχισε να τρέμει και το δωμάτιο γέμισε με έναν πυκνό καπνό. Μέσα από τους καπνούς ξεπήδησε ένα ΤΖΙΝΙ τόσο τεράστιο και επιβλητικό, που το πνεύμα του δαχτυλιδιού μπροστά του έμοιαζε με νάνο. — "ΤΙ ΖΗΤΑΣ; ΕΙΜΑΙ Ο ΔΟΥΛΟΣ ΤΟΥ ΛΥΧΝΑΡΙΟΥ", βρόντηξε η φωνή του, κάνοντας τα θεμέλια του σπιτιού να τρίζουν. "ΥΠΑΚΟΥΩ ΣΕ ΣΕΝΑ ΠΟΥ ΚΡΑΤΑΣ ΤΟ ΛΥΧΝΑΡΙ, ΕΓΩ ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΔΟΥΛΟΙ ΤΟΥ ΛΥΧΝΑΡΙΟΥ!" Η φτωχή γυναίκα, από τον τρόμο της, έχασε τις αισθήσεις της και έπεσε στο πάτωμα. Ο ΑΛΑΝΤΙΝ όμως, που είχε ήδη δει το πνεύμα του δαχτυλιδιού, άρπαξε το λυχνάρι από το χέρι της και είπε με θάρρος: — "Πεινάμε! Φέρε μας το πιο εκλεκτό φαγητό που έχεις!" Πριν τελειώσει τη φράση του, το ΤΖΙΝΙ εξαφανίστηκε και ξαναφάνηκε κρατώντας δώδεκα ασημένια πιάτα γεμάτα με τα πιο μυρωδάτα φαγητά, εκλεκτά κρασιά σε κρυστάλλινα κανάτια και ψωμί λευκό σαν το χιόνι.  Για πολλές μέρες, ο ΑΛΑΝΤΙΝ και η μητέρα του ζούσαν από τα φαγητά του πνεύματος. Όταν τελείωσαν τα εδέσματα, ο ΑΛΑΝΤΙΝ πήρε ένα από τα ασημένια πιάτα και πήγε σε έναν εβραίο αργυραμοιβό στην αγορά. Ο έμπορος, βλέποντας το καθαρό ασήμι, του έδωσε ένα χρυσό φλουρί. Ο ΑΛΑΝΤΙΝ άρχισε να συχνάζει στα εργαστήρια των χρυσοχόων και των κοσμηματοπωλών. Εκεί, βλέποντας τα πετράδια που πουλούσαν, κατάλαβε με δέος πως οι "γυάλινοι καρποί" που είχε μαζέψει από τη σπηλιά ήταν οι πιο σπάνιοι και πολύτιμοι λίθοι που υπήρχαν στον κόσμο.   Τα χρόνια πέρασαν και ο ΑΛΑΝΤΙΝ έγινε ένας όμορφος και σοβαρός άνδρας. Μια μέρα, ακούστηκε στην πόλη μια διαταγή από τον Σουλτάνο: Όλοι έπρεπε να κλειστούν στα σπίτια τους και να σφαλίσουν τα παράθυρα, γιατί η κόρη του, η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΜΠΑΝΤΡΟΥΛΜΠΑΝΤΟΥΡ, θα πήγαινε στα λουτρά και κανείς δεν επιτρεπόταν να δει το πρόσωπό της. Η περιέργεια του ΑΛΑΝΤΙΝ ήταν τόσο μεγάλη, που κρύφτηκε πίσω από μια πόρτα στα λουτρά. Όταν η πριγκίπισσα έβγαλε το πέπλο της, ο ΑΛΑΝΤΙΝ έμεινε άναυδος. Η ομορφιά της ήταν σαν τον ήλιο που ανατέλλει μετά από μια καταιγίδα. Τα μάτια της έλαμπαν σαν τα ζαφείρια της σπηλιάς και το πρόσωπό της ήταν πιο λευκό από το μάρμαρο. Από εκείνη τη στιγμή, ο ΑΛΑΝΤΙΝ κατάλαβε πως δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτήν. Πήγε στη μητέρα του και της είπε: — "Μητέρα, πρέπει να πας στον Σουλτάνο και να του ζητήσεις το χέρι της κόρης του για μένα!"» Η ΣΕΧΡΑΖΑΤ χαμογέλασε πονηρά στον Σουλτάνο, βλέποντας την ανυπομονησία του. «Η μητέρα του ΑΛΑΝΤΙΝ, ω Βασιλιά, έτρεμε στην ιδέα να παρουσιαστεί μπροστά στον Σουλτάνο. "Παιδί μου", έλεγε, "θα μας περάσουν για τρελούς! Πώς ένας γιος ράφτη τολμά να ζητά την κόρη του μονάρχη;" Όμως ο ΑΛΑΝΤΙΝ την έπεισε να πάρει μαζί της ένα πορσελάνινο πιάτο γεμάτο με τους καρπούς της σπηλιάς. Όταν η γυναίκα στάθηκε στην αίθουσα του θρόνου και αποκάλυψε το δώρο, ο Σουλτάνος έμεινε άναυδος. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε δει τόσο μεγάλα και καθαρά διαμάντια, ρουμπίνια και σμαράγδια. — "Αυτά τα πετράδια", αναφώνησε ο Σουλτάνος, "αξίζουν περισσότερο από ολόκληρο το θησαυροφυλάκιό μου! Ποιος είναι αυτός ο πλούσιος άρχοντας που μου τα στέλνει;"  Ο Μεγάλος Βεζίρης όμως, που ήθελε την πριγκίπισσα για τον δικό του γιο, ψιθύρισε στο αυτί του Σουλτάνου: — "Μεγαλειότατε, ο πλούτος δεν είναι το παν. Αν αυτός ο άγνωστος θέλει πράγματι την κόρη σας, ας αποδείξει τη δύναμή του. Ζητήστε του σαράντα χρυσές λεκάνες γεμάτες με τα ίδια πετράδια, μεταφερόμενες από σαράντα μαύρους σκλάβους, τους οποίους θα οδηγούν σαράντα λευκοί σκλάβοι, όλοι ντυμένοι με τα πιο ακριβά μετάξια του κόσμου!" Ο Σουλτάνος γέλασε. "Πράγματι, αν το κάνει αυτό, θα του δώσω την κόρη μου" Η μητέρα επέστρεψε απογοητευμένη, αλλά ο ΑΛΑΝΤΙΝ απλώς χαμογέλασε. Πήρε το λυχνάρι, το έτριψε, και το ΤΖΙΝΙ εμφανίστηκε αμέσως. — "ΤΙ ΖΗΤΑΣ;" Μέσα σε μια στιγμή, η αυλή του φτωχικού σπιτιού γέμισε με ογδόντα σκλάβους, ντυμένους με χρυσάφια και ασήμια, που κρατούσαν τις χρυσές λεκάνες που ξεχείλιζαν από πολύτιμους λίθους. Η πομπή διέσχισε την πόλη και ο λαός έπεφτε στα γόνατα από το δέος. Ο Σουλτάνος δεν μπορούσε πια να αρνηθεί. "Πού είναι ο γαμπρός;" ρώτησε. "Θέλω να τον γνωρίσω!"  Πριν πάει στο παλάτι, ο ΑΛΑΝΤΙΝ διέταξε το ΤΖΙΝΙ να του φέρει ένα άλογο πιο γρήγορο από τον άνεμο και μια στολή που μόνο ένας αυτοκράτορας θα μπορούσε να φορέσει. Όμως το πιο δύσκολο αίτημα ήταν το τελευταίο: — "Χτίσε μου", είπε στο ΤΖΙΝΙ, "ακριβώς απέναντι από το παλάτι του Σουλτάνου, το πιο μεγαλοπρεπές παλάτι που είδε ποτέ ανθρώπου μάτι. Οι τοίχοι του να είναι από χρυσό και ασήμι, και τα παράθυρά του στολισμένα με τα πιο σπάνια κοσμήματα". Το επόμενο πρωί, ο Σουλτάνος άνοιξε το παράθυρό του και τρίβοντας τα μάτια του είδε ένα οικοδόμημα που έλαμπε πιο δυνατά και από τον ήλιο. Ο γάμος του ΑΛΑΝΤΙΝ και της ΜΠΑΝΤΡΟΥΛΜΠΑΝΤΟΥΡ έγινε με μεγαλοπρέπεια που κράτησε σαράντα μέρες.» Η ΣΕΧΡΑΖΑΤ έκανε μια παύση, καθώς το πρόσωπό της έγινε σοβαρό. «Όμως, ω Βασιλιά, η ευτυχία τους δεν έμελλε να κρατήσει πολύ. Ο ΜΑΓΟΣ από το Μαγκρέμπ, μέσα από τις μαγγανείες του, έμαθε πως ο ΑΛΑΝΤΙΝ όχι μόνο δεν πέθανε, αλλά έγινε και πρίγκιπας. Και τότε, αποφάσισε να επιστρέψει για να πάρει αυτό που θεωρούσε δικό του...»Η ΣΕΧΡΑΖΑΤ, βλέποντας το ενδιαφέρον του Σουλτάνου να κορυφώνεται, χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της για να περιγράψει την πλεκτάνη του κακού ΜΑΓΟΥ.  «Μάθε λοιπόν, ω πανίσχυρε Βασιλιά, πως ο ΜΑΓΟΣ από το Μαγκρέμπ, χρησιμοποιώντας την τέχνη της γεωμαντείας (ρίχνοντας άμμο και διαβάζοντας τα σημάδια), ανακάλυψε με λύσσα πως ο ΑΛΑΝΤΙΝ ήταν ζωντανός και ζούσε μέσα στη χλιδή. Κατάλαβε αμέσως πως ο νεαρός είχε στην κατοχή του το ΜΑΓΙΚΟ ΛΥΧΝΑΡΙ. Ταξίδεψε μέρες και νύχτες μέχρι να φτάσει στην πόλη της Κίνας. Εκεί, αγόρασε μια δωδεκάδα ολοκαίνουργια, γυαλιστερά χάλκινα λυχνάρια και τα έβαλε σε ένα καλάθι. Μεταμφιέστηκε σε πλανόδιο έμπορο και άρχισε να τριγυρνά στους δρόμους, φωνάζοντας μια παράξενη φράση που έκανε τον κόσμο να γελά: — "ΑΛΛΑΖΩ ΠΑΛΙΑ ΛΥΧΝΑΡΙΑ ΜΕ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ! ΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΟΥ ΛΥΧΝΑΡΙ ΜΕ ΕΝΑ ΟΛΟΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ;" Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ Ο ΑΛΑΝΤΙΝ έλειπε εκείνη τη μέρα για κυνήγι. Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΜΠΑΝΤΡΟΥΛΜΠΑΝΤΟΥΡ, ακούγοντας τις φωνές από το παράθυρό της, γέλασε με την "τρέλα" του εμπόρου. Θυμήθηκε πως σε μια γωνιά του παλατιού υπήρχε ένα παλιό, σκονισμένο λυχνάρι (χωρίς να ξέρει τη δύναμή του) και είπε σε μια από τις δούλες της: — "Πήγαινε αυτό το παλιό πράγμα στον έμπορο και πάρε ένα καινούργιο. Ας δούμε αν όντως είναι τόσο ανόητος!" Ο ΜΑΓΟΣ, μόλις είδε το ΜΑΓΙΚΟ ΛΥΧΝΑΡΙ, το άρπαξε με χέρια που έτρεμαν. Έδωσε στην πριγκίπισσα το πιο όμορφο από τα δικά του και εξαφανίστηκε τρέχοντας στα περίχωρα της πόλης.  Μόλις έφτασε σε ένα ερημικό μέρος, ο ΜΑΓΟΣ έτριψε το λυχνάρι. Το τρομερό ΤΖΙΝΙ εμφανίστηκε μπροστά του. — "ΤΙ ΖΗΤΑΣ;" — "Διατάζω", είπε ο ΜΑΓΟΣ, "να σηκώσεις αυτό το παλάτι, μαζί με την πριγκίπισσα και όλους τους θησαυρούς του, και να το μεταφέρεις στην άκρη του κόσμου, στα βάθη της Αφρικής!" Μέσα σε μια στιγμή, εκεί που πριν έστεκε το λαμπρό οικοδόμημα, έμεινε μόνο γυμνή γη. Όταν ο Σουλτάνος ξύπνησε και είδε το παλάτι της κόρης του να λείπει, κόντεψε να τρελαθεί από τη θλίψη. Διέταξε να συλλάβουν τον ΑΛΑΝΤΙΝ και να τον αποκεφαλίσουν, αν δεν του έφερνε πίσω την κόρη του μέσα σε σαράντα μέρες.  Ο ΑΛΑΝΤΙΝ, απελπισμένος και μόνος, περιφερόταν στις όχθες του ποταμού, σκεπτόμενος να βάλει τέλος στη ζωή του. Καθώς έπλενε τα χέρια του, έτριψε κατά λάθος το ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ που φορούσε ακόμα στο δάχτυλό του. Το μικρότερο ΤΖΙΝΙ εμφανίστηκε αμέσως. — "Βγάλε με από τη συμφορά!" φώναξε ο ΑΛΑΝΤΙΝ. "Φέρε μου πίσω το παλάτι μου!" — "Αυτό δεν μπορώ να το κάνω", απάντησε το πνεύμα. "Είναι έργο του Τζινιού του Λυχναριού, που είναι πιο δυνατό από μένα. Μπορώ όμως να σε πάω εσένα εκεί που βρίσκεται το παλάτι". — "Τότε πήγαινέ με αμέσως!"» Η ΣΕΧΡΑΖΑΤ κοίταξε τον Σουλτάνο. «Και έτσι, ο ΑΛΑΝΤΙΝ βρέθηκε ξαφνικά κάτω από ταΗ ΣΕΧΡΑΖΑΤ συνέχισε, με τη φωνή της να γίνεται πιο χαμηλή και συνωμοτική, καθώς περιέγραφε το θάρρος της πριγκίπισσας: «Μάθε λοιπόν, ω Βασιλιά, πως ο ΑΛΑΝΤΙΝ κατάφερε να μπει κρυφά στο παλάτι και να συναντήσει την ΜΠΑΝΤΡΟΥΛΜΠΑΝΤΟΥΡ. Η χαρά τους ήταν απερίγραπτη, αλλά ο κίνδυνος παρέμενε μεγάλος. Ο ΜΑΓΟΣ κρατούσε το ΛΥΧΝΑΡΙ πάνω του μέρα και νύχτα. — "Άκουσε τι πρέπει να κάνεις", της ψιθύρισε ο ΑΛΑΝΤΙΝ. "Απόψε θα φορέσεις τα πιο όμορφα ρούχα σου και θα προσκαλέσεις τον ΜΑΓΟ σε δείπνο. Θα του φερθείς με γλυκύτητα, σαν να τον έχεις πια ερωτευτεί. Όταν το κρασί θα ρέει άφθονο, θα ρίξεις μέσα στο ποτήρι του αυτή τη σκόνη που μου έδωσε ένας σοφός. Είναι το ΥΠΝΩΤΙΚΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ". Η πριγκίπισσα έπραξε ακριβώς όπως της είπε ο αγαπημένος της. Ο ΜΑΓΟΣ, θαμπωμένος από την ομορφιά της και πιστεύοντας πως επιτέλους την είχε κερδίσει, άρχισε να πίνει και να τραγουδά. Όταν η ΜΠΑΝΤΡΟΥΛΜΠΑΝΤΟΥΡ του πρόσφερε το χρυσό ποτήρι με το δηλητηριασμένο κρασί, εκείνος το άδειασε με μια γουλιά. Πριν προλάβει να αφήσει το ποτήρι στο τραπέζι, το σώμα του παρέλυσε και έπεσε νεκρός στο πάτωμα. Ο ΑΛΑΝΤΙΝ βγήκε πίσω από τις κουρτίνες, άρπαξε το ΛΥΧΝΑΡΙ από τον κόρφο του ΜΑΓΟΥ και το έτριψε με δύναμη— "ΤΙ ΖΗΤΑΣ;" βρόντηξε το ΤΖΙΝΙ, γεμίζοντας την αίθουσα.

— "Διατάζω", είπε ο ΑΛΑΝΤΙΝ, "να σηκώσεις το παλάτι και να το πας πίσω στην Κίνα, ακριβώς στην ίδια θέση που βρισκόταν πριν!"

Έτσι κι έγινε. Ο Σουλτάνος, που θρηνούσε την κόρη του, είδε ξαφνικά το παλάτι να εμφανίζεται ξανά μπροστά στα μάτια του μέσα σε μια λάμψη. Η χαρά ήταν τόσο μεγάλη που ολόκληρη η πόλη γιόρταζε για δέκα μερόνυχτα.



Όμως, ω Βασιλιά, η μοίρα είχε ακόμα μια δοκιμασία. Ο ΜΑΓΟΣ είχε έναν αδελφό, ακόμα πιο επικίνδυνο και πανούργο. Όταν έμαθε για τον θάνατο του αδελφού του, μεταμφιέστηκε σε μια αγία γυναίκα, τη ΦΑΤΙΜΑ, που όλοι στην πόλη πίστευαν πως έκανε θαύματα.

Κατάφερε να μπει στο παλάτι και να πείσει την πριγκίπισσα πως για να ολοκληρωθεί η ομορφιά του οίκου τους, έπρεπε να κρεμάσουν από την οροφή ένα ΑΥΓΟ ΡΟΚ (το αυγό ενός μυθικού γιγαντιαίου πουλιού).

Ο ΑΛΑΝΤΙΝ, θέλοντας να κάνει το χατίρι της γυναίκας του, κάλεσε το ΤΖΙΝΙ. Αλλά μόλις ζήτησε το αυγό του Ροκ, το πνεύμα έβγαλε μια κραυγή που έκανε το παλάτι να τρέμει από τα θεμέλια.

— "Πώς τολμάς", ούρλιαξε το ΤΖΙΝΙ, "να μου ζητάς να φέρω τον κύριό μου και να τον κρεμάσω για στολίδι; Αυτό το ζήτησες επειδή σε παρακίνησε ο αδελφός του ΜΑΓΟΥ που κρύβεται στο παλάτι σου!"

Ο ΑΛΑΝΤΙΝ κατάλαβε αμέσως. Βρήκε τον ψεύτικο "άγιο", αποκάλυψε την απάτη του και τον τιμώρησε όπως του άξιζε. Από εκείνη τη μέρα, ο ΑΛΑΝΤΙΝ και η ΜΠΑΝΤΡΟΥΛΜΠΑΝΤΟΥΡ έζησαν σε απόλυτη ειρήνη και ευτυχία. Όταν ο Σουλτάνος πέθανε, ο ΑΛΑΝΤΙΝ ανέβηκε στον θρόνο και κυβέρνησε με δικαιοσύνη και σοφία για πολλά-πολλά χρόνια.»

Η ΣΕΧΡΑΖΑΤ σιώπησε καθώς το πρώτο φως της ημέρας έλουζε το δωμάτιο. «Αυτή ήταν η ιστορία του ΑΛΑΝΤΙΝ, ω Βασιλιά μου».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου