Ο ΧΡΥΣΟΣ ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Συγγραφέας: ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΠΟΥΣΚΙΝ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Σε κάποια χώρα μακρινή, σε κάποιο βασίλειο ξακουστό, κυβέρναγε ο τσάρος Δαδών, που ήταν πολύ δυνατός. Στα νιάτα του, ήταν αδάμαστος, πολεμούσε όλο τον καιρό, και στους εχθρούς του, κάθε φορά, έδινε σκληρό χτύπημα.
Μα τώρα γέρασε ο τσάρος Δαδών, θέλει ανάπαυση και ησυχία, και να αφήσει πια τους πολέμους, ζώντας με πλήρη ευδαιμονία. Μα οι γείτονες δεν τον άφηναν, του έκαναν κακό διαρκώς, κάθε φορά του έστελναν στρατό, προκαλώντας του μεγάλο φόβο.
Για να φυλάει τα σύνορά του, έφτιαξε μεγάλο στράτευμα, όμως το σχέδιό του δεν περπατούσε, και κάθε φορά υπέφερε. Κάθε στιγμή οι φρουροί του, του έλεγαν για εισβολείς πολλούς, και κάθε φορά η καρδιά του, γέμιζε με θλίψη και πόνους.
Τι να κάνω εγώ, αναρωτιόταν, πώς να ζήσω πια εγώ με ειρήνη; Και τότε, κάποτε, ένας σοφός, με βλέμμα που φώτιζε κάθε γνώση, πλησίασε τον τσάρο Δαδών, κι έφερε ένα δώρο σπάνιο, έναν μικρό, χρυσό πετεινό, που ήταν φτιαγμένος με μαγεία.
ΜΕΡΟΣ Β': Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ
Ο σοφός στον τσάρο Δαδών: «Δώσε μου αυτό τον πετεινό, κι αν τοποθετηθεί αψηλά πάνω στον θόλο του ουρανού, θα γυρίζει, ο δικός σου φρουρός, και τους εχθρούς θα δείχνει, όταν θα 'ρθει μια πονηρή εισβολή να σε τρομάξει.
Αυτός ο χρυσός σου θα κοιτάζει προς την ανατολή, θα παίρνει και θα πετάει ψηλά τον τρόμο που σε πνίγει. Και αν ησυχία βασιλεύει, τότε θα είναι σιωπηλός, όμως αν βρει κίνδυνο, θα φωνάξει δυνατός!»
Αυτό που είπε ο σοφός, στον τσάρο Δαδών άρεσε, κι ο Δαδών του είπε: «Σου δίνω τον λόγο μου! Θα σου δώσω το πρώτο που θα ζητήσεις από μένα, σαν ανταμοιβή για την προστασία που θα μου χαρίσεις!»
Ο σοφός δίνει στον τσάρο τον χρυσό πετεινό, κι αυτός τον τοποθετεί σε ψηλό φρουραρχείο. Ο πετεινός, αμέσως, ξύπνησε, έδειξε το κεφάλι του, και δυνατά φώναξε: «Κι-κι-ρι-κού! Είμαι εδώ! Να δείχνω πια τους κινδύνους! Είμαι εδώ, στο ύψος! Να σε φυλάω, Τσάρε, από κάθε κακό που ζυγώνει!»
Κι ο τσάρος Δαδών, με χαρά γεμάτος, αποφασίζει να ξεχάσει πια τους πολέμους, και να ζήσει με πλήρη ησυχία, δίχως φόβο και δίχως καμία ανησυχία. Ο πετεινός είναι αλήθεια καλός, φυλάει πιστά κάθε σύνορο. Αν ο κίνδυνος έρχεται από μακριά, ο πετεινός αμέσως σημαίνει τον συναγερμό.\
ΜΕΡΟΣ Γ': Η ΠΡΩΤΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΓΙΩΝ
Μα κάποτε, ο χρυσός πετεινός, ξύπνησε, έδειξε το κεφάλι του, σήκωσε το λοφίο του ψηλά, και δυνατά φώναξε: «Κι-κι-ρι-κού! Να δείχνω πια τους κινδύνους! Είμαι εδώ, στο ύψος! Κίνδυνος ζυγώνει, από την ανατολή!»
Ο τσάρος Δαδών, τρομαγμένος πολύ, αμέσως φώναξε τους βογιάρους του, κι εκείνοι, γεμάτοι με θάρρος και ορμή, ετοίμασαν το στράτευμα για πόλεμο. Ο τσάρος Δαδών έστειλε τον πρωτότοκό του γιο, τον λεβέντη, τον ήρωα, τον πιο γενναίο, για να διώξει τους εχθρούς μακριά, και να φέρει την ειρήνη στη γη.
Ο γιος του τσάρου ξεκίνησε αμέσως, με το στράτευμά του, χωρίς καμία καθυστέρηση. Μέρα και νύχτα βάδιζαν ακατάπαυστα, μα μάχη ποτέ δεν βρήκαν πουθενά. Ούτε εχθρούς, ούτε μάχες, ούτε τίποτα, μόνο έρημες πεδιάδες και δάση. Και μετά από οκτώ μέρες δρόμου, επέστρεψε ο γιος του τσάρου πίσω, δίχως να βρει τίποτα, παρά μόνο κόπωση.
Ο πετεινός ξύπνησε πάλι, σήκωσε το λοφίο του ψηλά, και δυνατά φώναξε: «Κι-κι-ρι-κού! Να δείχνω πια τους κινδύνους! Είμαι εδώ, στο ύψος! Κίνδυνος ζυγώνει, από την ανατολή!» Ο τσάρος Δαδών, τρομαγμένος πολύ, αμέσως φώναξε τους βογιάρους του, κι εκείνοι, γεμάτοι με θάρρος και ορμή, ετοίμασαν το στράτευμα για πόλεμο.
Ο τσάρος Δαδών έστειλε τον δεύτερο γιο του, τον άλλο λεβέντη, τον επίσης γενναίο, για να διώξει τους εχθρούς μακριά, και να φέρει την ειρήνη στη γη. Ο γιος του τσάρου ξεκίνησε αμέσως, με το στράτευμά του, χωρίς καμία καθυστέρηση. Μέρα και νύχτα βάδιζαν ακατάπαυστα, μα μάχη ποτέ δεν βρήκαν πουθενά.
Ούτε εχθρούς, ούτε μάχες, ούτε τίποτα, μόνο έρημες πεδιάδες και δάση. Και μετά από οκτώ μέρες δρόμου, επέστρεψε ο γιος του τσάρου πίσω, δίχως να βρει τίποτα, παρά μόνο κόπωση. Κι ο πετεινός ξύπνησε πάλι, σήκωσε το λοφίο του ψηλά, και δυνατά φώναξε: «Κι-κι-ρι-κού! Να δείχνω πια τους κινδύνους! Είμαι εδώ, στο ύψος! Κίνδυνος ζυγώνει, από την ανατολή!
ΜΕΡΟΣ Δ': Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΑΔΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΓΙΩΝ
Ο τσάρος Δαδών, γεμάτος οργή, που οι γιοι του μάχη δεν είχαν βρει, φωνάζει πάλι τους βογιάρους του, και τους λέει, με σκληρά λόγια δικά του: «Τι συμβαίνει, λοιπόν, σε αυτή τη γη; Γιατί ο πετεινός μας δείχνει, και οι γιοι μου πίσω γυρνούν, δίχως να βρουν εχθρό πουθενά;»
Κι ο πετεινός ξύπνησε πάλι, σήκωσε το λοφίο του ψηλά, και δυνατά φώναξε: «Κι-κι-ρι-κού! Να δείχνω πια τους κινδύνους! Είμαι εδώ, στο ύψος! Κίνδυνος ζυγώνει, από την ανατολή!» Ο τσάρος Δαδών, πια θυμωμένος πολύ, αποφασίζει να πάει ο ίδιος, για να βρει τον εχθρό, και να πολεμήσει, για να προστατεύσει τη γη του και τον θρόνο του.
Ετοιμάζει το στράτευμά του, και ξεκινάει για την ανατολή. Μέρα και νύχτα βάδιζαν ακατάπαυστα, για να βρουν τον κίνδυνο που τους απειλεί. Και μετά από οκτώ μέρες δρόμου, φτάνουν σε ένα βουνό ψηλό, όπου βλέπουν ένα θέαμα φρικτό, που κανείς δεν το περίμενε ποτέ.
Μέσα σε μια στενή κοιλάδα, είδαν μια μεγάλη σκηνή, στολισμένη με μετάξι και χρυσό, που έλαμπε κάτω από τον ήλιο. Και γύρω από αυτή τη σκηνή, ήταν πεσμένο το στράτευμα, όλοι νεκροί, χωρίς καμία ζωή, και το αίμα έτρεχε σαν ποτάμι.
Και μέσα σε αυτή τη σκηνή, κείτονταν οι δύο γιοι του, ο πρωτότοκος κι ο δεύτερος, μαχαιρωμένοι, δίχως ζωή. Ο ένας είχε χτυπήσει τον άλλο, από ζήλια, για κάποια γυναίκα, και τώρα ήταν νεκροί, και ο τσάρος Δαδών έκλαιγε πικρά.
Ο τσάρος Δαδών δεν μπορούσε να το πιστέψει, έβλεπε τους γιους του νεκρούς, και η καρδιά του γέμισε με πόνο, γιατί έχασε τα παιδιά του, τα αγαπημένα του. Και τότε, από τη σκηνή, βγήκε μια γυναίκα πανέμορφη, με μάτια που έκαιγαν σαν φωτιά, και χείλη που χαμογελούσαν γλυκά.
Ήταν η Βασίλισσα του Σαμαχάν, μια γυναίκα με μεγάλη ομορφιά, που είχε μαγέψει τους γιους του, και τους οδήγησε στον θάνατο. Ο τσάρος Δαδών την κοίταζε, και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, γιατί η ομορφιά της τον είχε αιχμαλωτίσει, και είχε ξεχάσει τον πόνο του
ΜΕΡΟΣ Ε': Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΣΑΜΑΧΑΝ ΚΑΙ Η ΛΗΘΗ ΤΟΥ ΔΑΔΩΝ
Μπροστά στον τσάρο, σαν την αυγή που ροδίζει, η Βασίλισσα του Σαμαχάν στέκει και ακτινοβολεί. Σαν πουλί της νύχτας, ο Δαδών σωπαίνει, το βλέμμα του στο δικό της βλέμμα βυθίζεται. Ξέχασε τους γιους του, που κείτονταν νεκροί, ξέχασε το αίμα που έβαψε την κοιλάδα πικρά. Εκείνη, με χαμόγελο που κρύβει μυστικά, τον πιάνει από το χέρι και στη σκηνή τον οδηγεί.
Εκεί, σε στρώματα από μετάξι και βυσσινί, τον τραπεζώνει με εδέσματα που δεν είδε θνητός. Τον ποτίζει με κρασί που κλέβει τη λογική, και ο τσάρος, σαν παιδί, παραδίδεται στον σκοπό της. Οκτώ μέρες πέρασαν, οκτώ νύχτες μαγικές, μέσα στη σκηνή, μακριά από τον κόσμο και το φως. Ο Δαδών, αιχμάλωτος μιας ομορφιάς ολέθριας, δεν ακούει πια τη φωνή της συνείδησης, ούτε τον πετεινό.
Μα ήρθε η ώρα της επιστροφής στην πόλη τη λαμπρή, και ο τσάρος ξεκινά με τη Βασίλισσα στο πλάι του. Το στράτευμα ακολουθεί, με σιωπή και απορία, βλέποντας τον ηγεμόνα τους να έχει χαθεί στο όνειρο. Φτάνουν στις πύλες, ο λαός τους υποδέχεται, μα ο φόβος φωλιάζει στις καρδιές των φρόνιμων. Και τότε, μέσα από το πλήθος, προβάλλει ο Σοφός, ο Ευνούχος με το λευκό γένι και το κρύο βλέμμα.
«Χαίρε, Τσάρε!» φωνάζει, και η φωνή του σκίζει τον αέρα. «Θυμάσαι την υπόσχεση που μου έδωσες κάποτε; Για τον Χρυσό Πετεινό που σου χάρισε την ειρήνη, μου χρωστάς την ανταμοιβή που εγώ θα ορίσω. Δώσε μου τη Βασίλισσα, τη νύφη που κρατάς, αυτό είναι το θέλημά μου, αυτό ζητώ από σένα!»
Ο Δαδών σαστίζει, η οργή του φουντώνει, «Τρελάθηκες, γέροντα;» του κράζει με μένος. «Ζήτα μου χρυσάφι, ζήτα μου το μισό βασίλειο, μα τη Βασίλισσα μην τολμήσεις να την αγγίξεις!» Μα ο Σοφός επιμένει, ο λόγος του είναι βράχος, και ο τσάρος, πάνω στη θολωμένη του μανία, σηκώνει το σκήπτρο και τον χτυπά στο μέτωπο. Ο γέροντας πέφτει νεκρός, δίχως μια κραυγή.
ΜΕΡΟΣ ΣΤ': Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΠΕΤΕΙΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Ο Σοφός κείται νεκρός στην κρύα τη γη, κι ο λαός ανατριχιάζει, η σιωπή τον τυλίγει. Μα η Βασίλισσα γελά, το γέλιο της ηχεί σαν κρύσταλλο που σπάει, σαν κατάρα που ανοίγει. Ο Δαδών, αν και τρέμει από το κρίμα το βαρύ, της χαμογελάει ξανά, το φιλί της αναζητάει. Προχωρούν προς το παλάτι, στη μεγάλη την αυλή, όμως ο ουρανός ξαφνικά σκοτεινιάζει και βογκάει.
Και τότε, μπροστά στα μάτια του πλήθους όλου, ο Χρυσός Πετεινός ζωντανεύει στον πύργο ψηλά. Τινάζει τα φτερά του, τον ήχο του δόλου, και πετάει στον αέρα, με ορμή που προκαλεί φρίκη. Δεν κράζει πια για εχθρούς, δεν δείχνει τη μάχη, μα ορμάει σαν σαΐτα στον Τσάρο τον άδικο. Κάθεται στο κεφάλι του, με μίσος και άχτι, και τον ραμφίζει στο μέτωπο, στο σημείο το θανάσιμο.
Ο Δαδών πέφτει κάτω, ξεψυχά στη στιγμή, μπροστά στις πύλες του θρόνου που τόσο αγάπησε. Και η Βασίλισσα; Χάνεται σαν πνοή, σαν γραμμή, σαν να μην υπήρξε ποτέ, σαν ο καπνός που σκόρπισε. Ο Πετεινός πέταξε μακριά, χάθηκε στο φως, αφήνοντας πίσω του το κράτος στη σιωπή. Το παραμύθι τελείωσε, ο θάνατος είναι εδώ, σκληρός, θυμίζοντας πως ο λόγος του ανθρώπου είναι η ίδια του η ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου