Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

ΤΑ ΔΩΔΕΚΑ ΑΔΕΡΦΙΑ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM




Υπήρχε κάποτε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που ζούσαν ειρηνικά με τους δώδεκα γιους τους. Όμως η καρδιά του βασιλιά ήταν σκληρή και η σκέψη του σκοτεινή. Μια μέρα είπε στη γυναίκα του: «Αν το δέκατο τρίτο παιδί που θα γεννηθεί είναι κορίτσι, τότε οι δώδεκα γιοι μας πρέπει να πεθάνουν, ώστε η περιουσία και το βασίλειο να μείνουν αποκλειστικά σε εκείνη». Διέταξε μάλιστα να κατασκευαστούν δώδεκα φέρετρα και να τοποθετηθούν σε ένα κλειδωμένο δωμάτιο.

Η βασίλισσα, πνιγμένη στη θλίψη, αποκάλυψε το μυστικό στον μικρότερο γιο της, τον Βενιαμίν. Τον συμβούλευσε να φύγει μαζί με τα αδέρφια του στο δάσος και να παραμονεύουν. Αν έβλεπαν μια λευκή σημαία στον πύργο του παλατιού, θα σήμαινε πως γεννήθηκε αγόρι και μπορούσαν να επιστρέψουν. Αν όμως η σημαία ήταν κόκκινη, έπρεπε να φύγουν μακριά για να σώσουν τη ζωή τους.

Μετά από μέρες αναμονής, μια κόκκινη σημαία υψώθηκε στον ουρανό. Τα δώδεκα αδέρφια, οργισμένα από την προδοσία του πατέρα τους, ορκίστηκαν εκδίκηση εναντίον κάθε κοριτσιού που θα συναντούσαν και κατέφυγαν σε μια κρυφή καλύβα μέσα στην άγρια φύση.

Πέρασαν τα χρόνια και η μικρή πριγκίπισσα μεγάλωσε χωρίς να γνωρίζει την ύπαρξη των αδερφών της. Μια μέρα, ανακάλυψε τυχαία τα δώδεκα πουκάμισα στο κλειδωμένο δωμάτιο και ανάγκασε τη μητέρα της να της φανερώσει την αλήθεια. Η κοπέλα, νιώθοντας πως η δική της ζωή ήταν η αιτία της εξορίας των αδερφών της, αποφάσισε να τους βρει.

Μετά από περιπλάνηση στο δάσος, έφτασε στην καλύβα και συνάντησε τον Βενιαμίν. Η αγάπη νίκησε τον όρκο της εκδίκησης και τα αδέρφια την υποδέχτηκαν με χαρά. Ωστόσο, η μοίρα τους έπαιξε ένα τελευταίο παιχνίδι. Μια μέρα, η πριγκίπισσα έκοψε δώδεκα λευκά κρίνα από τον κήπο της καλύβας, χωρίς να γνωρίζει πως τα λουλούδια αυτά ήταν συνδεδεμένα με τις ψυχές των αδερφών της. Μόλις τα έκοψε, τα δώδεκα αδέρφια μεταμορφώθηκαν σε κοράκια και πέταξαν μακριά.

Μια γριά γυναίκα εμφανίστηκε και της είπε πως υπήρχε μόνο ένας τρόπος να τους σώσει: έπρεπε να παραμείνει εντελώς βουβή και να μην γελάσει καθόλου για επτά ολόκληρα χρόνια. Αν μιλούσε έστω και μια λέξη, οι αδερφοί της θα πέθαιναν ακαριαία.

Η κοπέλα αποσύρθηκε σε ένα δέντρο και άρχισε να γνέθει, τηρώντας τη σιωπή της. Εκεί την βρήκε ένας βασιλιάς, ο οποίος την ερωτεύτηκε για την ομορφιά και τη στωικότητά της και την έκανε γυναίκα του. Όμως η μητέρα του βασιλιά, μια γυναίκα μοχθηρή, άρχισε να την κατηγορεί πως η σιωπή της έκρυβε εγκλήματα. Όταν γεννήθηκε το πρώτο της παιδί, η πεθερά το έκρυψε και κατηγόρησε την πριγκίπισσα πως το έφαγε. Η πριγκίπισσα, πιστή στον όρκο της προς τα αδέρφια της, δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της.

Ο βασιλιάς, πιεσμένος από την αυλή του, την καταδίκασε σε θάνατο στην πυρά. Καθώς οι φλόγες άρχισαν να γλείφουν το ξύλο, τα επτά χρόνια συμπληρώθηκαν ακριβώς εκείνη τη στιγμή. Δώδεκα κοράκια κατέβηκαν από τον ουρανό, άγγιξαν το έδαφος και μεταμορφώθηκαν ξανά σε ανθρώπους. Τα αδέρφια έσβησαν τη φωτιά και η πριγκίπισσα, ελεύθερη πια να μιλήσει, αποκάλυψε την αλήθεια στον βασιλιά. Η κακιά πεθερά τιμωρήθηκε παραδειγματικά, και η οικογένεια επανενώθηκε, ζώντας σε έναν κόσμο όπου η σιωπή και η θυσία απέδωσαν επιτέλους τους καρπούς της δικαιοσύνης.


ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα απέραντο βασίλειο, ζούσε ένας Βασιλιάς και μια Βασίλισσα που είχαν δώδεκα γιους, ο ένας πιο γενναίος και όμορφος από τον άλλον. Όμως η καρδιά του Βασιλιά ήταν σκοτεινή και γεμάτη ανησυχία για το μέλλον του στέμματος. Μια μέρα κάλεσε τη Βασίλισσα και της είπε με φωνή σταθερή και σκληρή: «Άκουσε καλά την απόφασή μου. Αν το δέκατο τρίτο παιδί που θα φέρεις στον κόσμο είναι κορίτσι, τότε και οι δώδεκα γιοι μας πρέπει να πεθάνουν. Μόνο έτσι η περιουσία και το βασίλειο θα παραμείνουν ενωμένα στα χέρια της». Η Βασίλισσα, συγκλονισμένη από τη σκληρότητα του συζύγου της, έκλαιγε απαρηγόρητα για μέρες. Ο μικρότερος γιος της, ο Βενιαμίν, που δεν έφευγε ποτέ από το πλευρό της, την παρατηρούσε με αγωνία. «Μητέρα, γιατί τα μάτια σου είναι πάντα κόκκινα από το κλάμα; Τι σε βασανίζει τόσο πολύ;» την ρώτησε μια μέρα. Η Βασίλισσα, μη μπορώντας να κρατήσει άλλο το μυστικό, τον οδήγησε σε μια κρυφή κάμαρη όπου υπήρχαν δώδεκα έτοιμα φέρετρα. «Αγαπημένο μου παιδί», του ψιθύρισε ανάμεσα σε λυγμούς, «αυτά είναι για σένα και τα αδέρφια σου. Αν γεννηθεί κορίτσι, ο πατέρας σας θα σας θανατώσει. Φύγετε τώρα στο δάσος και κρυφτείτε. Θα ανεβάζω μια σημαία στον πύργο κάθε μέρα. Αν είναι λευκή, σημαίνει πως γεννήθηκε αγόρι και μπορείτε να γυρίσετε. Αν όμως δείτε μια κόκκινη σημαία, φύγετε μακριά και μην ξανακοιτάξετε πίσω». Τα δώδεκα αδέρφια κρύφτηκαν στο δάσος και κάθε πρωί κοίταζαν τον ορίζοντα. Την δωδέκατη μέρα, ο Βενιαμίν είδε τη σημαία να κυματίζει στον πύργο. «Αδέρφια, κοιτάξτε!» φώναξε με τρόμο. «Είναι λευκή;» ρώτησαν οι άλλοι με κομμένη την ανάσα. «Όχι, είναι κόκκινη σαν το αίμα», απάντησε εκείνος. Γεμάτοι πίκρα και οργή, τα αδέρφια ορκίστηκαν να μην εμπιστευτούν ποτέ ξανά άνθρωπο και εγκαταστάθηκαν σε μια μικρή καλύβα βαθιά μέσα στην άγρια φύση. Πέρασαν πολλά χρόνια και η μικρή πριγκίπισσα, που είχε γεννηθεί τότε, μεγάλωσε χωρίς να γνωρίζει την ύπαρξη των αδερφών της. Μια μέρα όμως, είδε στο πλυσταριό δώδεκα ανδρικά πουκάμισα. «Μητέρα, τίνος είναι αυτά τα ρούχα;» ρώτησε με περιέργεια. Τότε η Βασίλισσα της φανέρωσε την αλήθεια: «Αυτά ανήκουν στα δώδεκα αδέρφια σου, που εξορίστηκαν για να ζήσεις εσύ». Η πριγκίπισσα, νιώθοντας το βάρος της ευθύνης, αποφάσισε να τους βρει. «Δεν θα ησυχάσω αν δεν αντικρίσω τα αδέρφια μου», είπε και ξεκίνησε το ταξίδι της. Μετά από μέρες, έφτασε στην καλύβα και βρήκε τον Βενιαμίν. «Ποιος είσαι εσύ;» την ρώτησε εκείνος. «Είμαι η αδερφή σας και ήρθα να σας ζητήσω συγχώρεση», απάντησε εκείνη δείχνοντάς του τα πουκάμισα. Η επανένωση ήταν γεμάτη συγκίνηση, και τα αδέρφια την δέχτηκαν με αγάπη. Όμως η μοίρα τους έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι. Μια μέρα, η πριγκίπισσα έκοψε δώδεκα άσπρα κρίνα από τον κήπο για να τους τα προσφέρει. Αμέσως, τα αδέρφια μεταμορφώθηκαν σε μαύρα κοράκια και πέταξαν μακριά. Μια παράξενη γριά εμφανίστηκε και της είπε: «Έκοψες τη ζωή τους. Αν θέλεις να τους σώσεις, πρέπει να μείνεις απόλυτα βουβή για επτά χρόνια. Ούτε μια λέξη, ούτε ένα γέλιο. Αν μιλήσεις, θα πεθάνουν ακαριαία». Η πριγκίπισσα δέχτηκε τη θυσία. Έμεινε σιωπηλή ακόμα και όταν ένας άλλος Βασιλιάς την παντρεύτηκε, ακόμα και όταν η κακιά πεθερά της την κατηγόρησε για μάγισσα. Οδηγήθηκε στην πυρά χωρίς να βγάλει μιλιά. Την ώρα που οι φλόγες την πλησίαζαν, συμπληρώθηκαν τα επτά χρόνια. Δώδεκα κοράκια κατέβηκαν από τον ουρανό, άγγιξαν το έδαφος και έγιναν πάλι άνθρωποι. Έσβησαν τη φωτιά και αγκάλιασαν την αδερφή τους. «Τώρα μπορώ να μιλήσω!» φώναξε εκείνη με δάκρυα. «Έμεινα σιωπηλή για να σας δώσω πίσω τη ζωή σας». Ο Βασιλιάς ζήτησε συγχώρεση, η αλήθεια έλαμψε και όλοι μαζί έζησαν με ομόνοια και ευτυχία για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου