Κεφάλαιο Πρώτο: Το Παλαιοπωλείο της Οδού Φουάντ
Η Αλεξάνδρεια, εκείνη η κοσμοπολίτικη κυρία του Μεσοπολέμου, είχε πια αρχίσει να χαμηλώνει τους τόνους της. Τα '50 είχαν φέρει έναν αέρα αλλαγής, αλλά στην οδό Φουάντ, το παλαιοπωλείο του κυρίου
Μανώλη έμενε ένα σταθερό καταφύγιο του παρελθόντος. Μυρωδιές από σκονισμένα βιβλία, παλιές δαντέλες και γυαλισμένο ξύλο γέμιζαν τον αέρα, ανακατεμένες με την υγρασία που έφερνε το κοντινό λιμάνι.Ο Ανδρέας, ένας νεαρός που είχε μόλις πατήσει τα είκοσι, ήταν το δεξί χέρι του κυρίου Μανώλη. Περίμενε, υπομονετικά, να φτάσει η στιγμή που θα μάθαινε όλα τα μυστικά του επαγγέλματος. Όχι τόσο για τα αντικείμενα αυτά καθαυτά, όσο για τις ιστορίες που έκρυβαν. Κάθε βάζο, κάθε ρολόι, κάθε σκαλιστό έπιπλο, έμοιαζε να ψιθυρίζει για ζωές που είχαν περάσει.
Ένα μεσημέρι, λίγο πριν το μεσημεριανό σιέστα, ο κύριος Μανώλης φώναξε τον Ανδρέα στο πίσω μέρος του μαγαζιού, ανάμεσα σε στοίβες από περσικά χαλιά και μισοσκότεινες προθήκες. Το φως, που έμπαινε δειλά από το παράθυρο, έλουζε τα χέρια του Μανώλη, καθώς κρατούσε ένα αντικείμενο.
«Ανδρέα», είπε ο κύριος Μανώλης, με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή του, «αυτό το κλειδί…»
«...αυτό το κλειδί», επανέλαβε ο κύριος Μανώλης, κρατώντας ψηλά ένα εντυπωσιακό, περίτεχνο μπρούτζινο κλειδί. Ήταν μεγάλο, με περίτεχνα σκαλίσματα στην κεφαλή του και έφερε την πατίνα του χρόνου. Ο Ανδρέας το κοίταξε με δέος. Έμοιαζε να ανήκει σε κάποιο παραμύθι, να ξεκλειδώνει πύλες σε μυστικούς κήπους ή σε σεντούκια γεμάτα θησαυρούς.
«Αυτό το κλειδί, Ανδρέα, ανήκει στην κυρία Ευφροσύνη Ράλλη. Μια παλιά πελάτισσα, από τις καλές εποχές. Μου το άφησε πριν από χρόνια, για να το επισκευάσω. Είχε σπάσει ο ένας κρίκος. Τώρα πια είναι σαν καινούριο.»
Ο κύριος Μανώλης παρέδωσε το κλειδί στον Ανδρέα. Το βάρος του στα χέρια του νεαρού ήταν απροσδόκητο. Δεν ήταν απλώς ένα κομμάτι μέταλλο, αλλά ένα αντικείμενο με ιστορία, με μνήμη.
«Θέλω να το πας στην κυρία Ράλλη. Μένει στο Σάτμπι, στην παλιά έπαυλη, κοντά στο φάρο. Ξέρεις, εκείνο το σπίτι με τον κήπο που ξεχειλίζει γιασεμιά και βουκαμβίλιες. Είναι η τελευταία της ευκαιρία να το παραλάβει. Μεγάλωσε η γυναίκα, Ανδρέα. Και η μνήμη της δεν είναι πια όπως παλιά.»
Ο Ανδρέας νεύεσε καταφατικά. Ήταν μια αποστολή που του φούσκωνε την καρδιά με περηφάνια. Δεν ήταν απλώς ένας βοηθός πια, αλλά ο έμπιστος του κυρίου Μανώλη, ο κομιστής ενός σημαντικού αντικειμένου. Έβαλε προσεκτικά το κλειδί στην τσέπη του παντελονιού του, νιώθοντας την ψυχρή του επιφάνεια να ακουμπά το δέρμα του. Ήταν ένα βάρος ευθύνης, αλλά και ένα σημάδι εμπιστοσύνης.
«Να προσέξεις, Ανδρέα», τον προέτρεψε ο κύριος Μανώλης. «Δεν είναι απλώς ένα κλειδί. Είναι ένα κομμάτι της ζωής της. Σαν να της παραδίνεις ένα κομμάτι από την ψυχή της.»
Ο Ανδρέας αποχαιρέτησε τον κύριο Μανώλη και βγήκε από το σκοτεινό παλαιοπωλείο στον λαμπερό ήλιο της Αλεξάνδρειας. Ο δρόμος μπροστά του απλωνόταν ζωντανός, γεμάτος κίνηση, φωνές και μυρωδιές. Είχε μια ολόκληρη πόλη να διασχίσει, και ένα μυστήριο να ξεδιαλύνει.
Κεφάλαιο Δεύτερο: Η Διαδρομή προς το Σάτμπι
Η οδός Φουάντ, με τα κτίρια αρτ ντεκό και τα παλιά καφενεία, άφησε σιγά σιγά τη θέση της σε πιο πολυσύχναστους δρόμους. Ο Ανδρέας περπάτησε ανάμεσα στους πλανόδιους πωλητές που φώναζαν την πραμάτεια τους, στα παιδιά που έπαιζαν κυνηγητό και στις γυναίκες με τα πολύχρωμα ρούχα που ψώνιζαν στις αγορές. Οι μυρωδιές των μπαχαρικών αναμειγνύονταν με αυτές των φρέσκων φρούτων και του καφέ, δημιουργώντας ένα μεθυστικό κοκτέιλ στον αέρα.
Ο Ανδρέας προχωρούσε, νιώθοντας την πολύβουη ενέργεια της πόλης να τον αγκαλιάζει. Τα τραμ περνούσαν με ένα χαρακτηριστικό σφύριγμα, γεμάτα κόσμο που πήγαινε κι ερχόταν. Άνθρωποι από κάθε γωνιά της Μεσογείου – Έλληνες, Άραβες, Ιταλοί, Αρμένιοι – ανακάτευαν τις γλώσσες και τις κουλτούρες τους σε ένα μοναδικό μωσαϊκό. Ο Ανδρέας, με το μπρούτζινο κλειδί στην τσέπη του, ένιωθε κομμάτι αυτής της ζωντανής εικόνας, αν και η αποστολή του τον έκανε να αισθάνεται λίγο ξεχωριστός.
Όσο απομακρυνόταν από το κέντρο, οι δρόμοι γίνονταν πιο φαρδιοί και τα κτίρια πιο επιβλητικά. Η γειτονιά του Σάτμπι, γνωστή για τις επαύλεις και τους μεγάλους κήπους της, ήταν μια άλλη Αλεξάνδρεια. Εδώ, η φασαρία της αγοράς έδινε τη θέση της σε μια πιο ήσυχη, πιο αρχοντική ατμόσφαιρα. Οι ευωδιές των γιασεμιών και των βουκαμβίλιων, που είχε περιγράψει ο κύριος Μανώλης, άρχισαν να γίνονται αισθητές, αναμεμειγμένες με την αλμύρα της θάλασσας.
Περνώντας από ψηλούς τοίχους που έκρυβαν πολυτελείς κήπους, ο Ανδρέας έφτασε επιτέλους μπροστά σε μια παλιά, επιβλητική σιδερένια πόρτα. Ήταν σκουριασμένη σε σημεία, αλλά διατηρούσε ακόμα την αρχοντιά της. Πίσω της, μια έπαυλη σε νεοκλασικό ρυθμό, με κλειστά παραθυρόφυλλα και έναν κήπο που, παρά την εγκατάλειψη, μαρτυρούσε την παλιά του δόξα.
Δίστασε για μια στιγμή. Ήταν η σωστή διεύθυνση; Ναι, η πλάκα δίπλα στην πόρτα έγραφε, ξεθωριασμένα, «Έπαυλη Ράλλη». Ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Τι είδους άνθρωπος θα ζούσε σε ένα τόσο μεγάλο, σχεδόν έρημο σπίτι;
Πλησίασε την πόρτα και χτύπησε τον βαριά, μπρούτζινο κρούστη. Ο ήχος αντήχησε με ένα βαθύ, μονότονο βουητό μέσα στην ησυχία του μεσημεριού. Περίμενε. Πέρασε ένα λεπτό, μετά δύο. Ξαναχτύπησε, αυτή τη φορά πιο δυνατά. Τίποτα. Άρχισε να σκέφτεται ότι κανείς δεν ζούσε εκεί πια, ότι η αποστολή του ήταν μάταιη.
Μόλις ετοιμαζόταν να φύγει, ακούστηκε ένας θόρυβος από το εσωτερικό. Βήματα αργά, βαριά, σαν να έσυρε κανείς τα πόδια του. Η σιδερένια πόρτα άνοιξε με ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο και μια μικρή χαραμάδα φανέρωσε ένα πρόσωπο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, με λεπτά χαρακτηριστικά και μάτια που είχαν δει πολλά, τον κοίταξε με μια έκφραση έκπληξης και αβεβαιότητας. Τα μαλλιά της, κάτασπρα, ήταν μαζεμένα πρόχειρα. Φορούσε ένα σκούρο, παλιό φόρεμα.
«Καλησπέρα, κυρία Ράλλη;» ρώτησε ο Ανδρέας, προσπαθώντας να κρύψει την αμηχανία του. Η γυναίκα τον κοίταξε σιωπηλά, σαν να προσπαθούσε να τον αναγνωρίσει.
«Είμαι η Ευφροσύνη Ράλλη», είπε τελικά η ηλικιωμένη γυναίκα, με μια φωνή που ακουγόταν σαν παλιός, σκονισμένος δίσκος. «Εσύ ποιος είσαι, παιδί μου;»
Ο Ανδρέας ένιωσε μια ανακούφιση που είχε βρει το σωστό πρόσωπο, αλλά και μια θλίψη για την εμφανή σύγχυση στα μάτια της. «Είμαι ο Ανδρέας, από το παλαιοπωλείο του κυρίου Μανώλη, στην οδό Φουάντ. Σας φέρνω ένα κλειδί που είχατε αφήσει για επισκευή.»
Η κυρία Ευφροσύνη άνοιξε λίγο περισσότερο την πόρτα, επιτρέποντας στον Ανδρέα να περάσει στο εσωτερικό του προαυλίου. Ο κήπος, αν και κατάφυτος, είχε μια άγρια ομορφιά, με τριανταφυλλιές να σκαρφαλώνουν στους τοίχους και αγιόκλημα να τυλίγεται γύρω από τις κολώνες. Ο αέρας ήταν βαρύς από την ευωδιά των λουλουδιών και την υγρασία του παλιού σπιτιού.
«Το κλειδί;» ψιθύρισε η κυρία Ευφροσύνη, και μια λάμψη πέρασε από τα μάτια της, σαν μια σπίθα αναγνώρισης. «Α, το κλειδί…»
Ο Ανδρέας έβγαλε το μπρούτζινο κλειδί από την τσέπη του και της το έδειξε. Η γυναίκα το πήρε στα χέρια της με μια τρυφερότητα που αποκάλυπτε τη σημασία του. Τα δάχτυλά της χάιδεψαν τα περίτεχνα σκαλίσματα, σαν να προσπαθούσε να ανακαλέσει μια παλιά ανάμνηση.
«Ελάτε μέσα, παιδί μου», είπε τελικά, και η φωνή της είχε πλέον μια ελαφριά ζεστασιά. «Πρέπει να το δοκιμάσουμε. Έχω τόσα πολλά κλειδιά πια, που δεν ξέρω τι ανοίγει το καθένα.»
Ο Ανδρέας την ακολούθησε μέσα στην έπαυλη. Το εσωτερικό ήταν σκοτεινό και δροσερό, γεμάτο με βαριά, παλιά έπιπλα καλυμμένα με σεντόνια. Σκόνη χόρευε στις λιγοστές ακτίνες φωτός που περνούσαν από τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Η ατμόσφαιρα ήταν αυτή ενός σπιτιού που ζούσε περισσότερο στο παρελθόν παρά στο παρόν.
Η κυρία Ευφροσύνη τον οδήγησε σε ένα μεγάλο σαλόνι, όπου μια επιβλητική, ξύλινη βιβλιοθήκη κάλυπτε έναν ολόκληρο τοίχο. Τα ράφια της ήταν γεμάτα με παλιά, δεμένα βιβλία, αλλά και με μικρά κουτιά, ξεθωριασμένες φωτογραφίες και διάφορα ενθύμια. «Αυτό είναι», είπε, δείχνοντας ένα μικρό, περίτεχνο λουκέτο στο ένα από τα ντουλάπια της βιβλιοθήκης. «Αυτό περίμενε το κλειδί του.»
Ο Ανδρέας παρακολουθούσε με αγωνία. Η κυρία Ευφροσύνη πλησίασε τη βιβλιοθήκη, και με τρεμάμενα χέρια, προσπάθησε να εισάγει το μπρούτζινο κλειδί στο λουκέτο. Με λίγη δυσκολία, το κλειδί εφαρμόστηκε τέλεια. Με έναν αργό, προσεκτικό τρόπο, ηλικιωμένα της δάχτυλα το γύρισαν. Ένας απαλός, μεταλλικός ήχος ακούστηκε, και το λουκέτο άνοιξε.
Κεφάλαιο Τρίτο: Το Άνοιγμα των Αναμνήσεων
Η κυρία Ευφροσύνη άνοιξε το ντουλάπι της βιβλιοθήκης. Δεν υπήρχαν θησαυροί, ούτε χρυσάφι, ούτε πολύτιμα κοσμήματα. Μέσα υπήρχαν στοίβες από παλιά γράμματα, δεμένα με κορδέλες που είχαν ξεθωριάσει, ένα μικρό κουτί με φωτογραφίες ασπρόμαυρες και ένα ξεραμένο τριαντάφυλλο ανάμεσα στις σελίδες ενός ποιητικού τόμου.
Η κυρία Ευφροσύνη άπλωσε το χέρι της και άγγιξε ένα από τα γράμματα με μια κίνηση σχεδόν ευλαβική. Τα μάτια της, που πριν έμοιαζαν χαμένα στην ομίχλη του χρόνου, τώρα άστραφταν από μια ξαφνική διαύγεια.
«Εδώ μέσα είναι η Ελλάδα μου, Ανδρέα», ψιθύρισε. «Εδώ είναι η Σμύρνη που αφήσαμε, οι φίλοι που χάθηκαν, ο άντρας μου που με περίμενε κάθε βράδυ στην προκυμαία... Χωρίς αυτό το κλειδί, όλα αυτά ήταν κλειδωμένα μακριά μου. Ήταν σαν να είχα χάσει τη φωνή μου.»
Άρχισε να ξεφυλλίζει τις φωτογραφίες, δείχνοντας στον Ανδρέα πρόσωπα γελαστά σε ασπρόμαυρο φόντο, άντρες με ψηλά καπέλα και γυναίκες με δαντελωτές ομπρέλες. Του διηγήθηκε ιστορίες για χορούς στο «Καζίνο» της Αλεξάνδρειας, για τα καλοκαίρια στην Κηφισιά και για το πώς το μπρούτζινο αυτό κλειδί ήταν το μόνο πράγμα που είχε σώσει από το παλιό τους σπίτι στη Μικρά Ασία.
Ο Ανδρέας την άκουγε μαγεμένος. Κατάλαβε τότε πως το «βάρος» που ένιωθε στην τσέπη του σε όλη τη διαδρομή δεν ήταν το μέταλλο. Ήταν η ευθύνη μιας ολόκληρης ζωής που περίμενε να συνεχιστεί. Το κλειδί δεν άνοιγε απλώς ένα ντουλάπι· άνοιγε τη μνήμη, τη μόνη πατρίδα που της είχε απομείνει.
Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, η κυρία Ευφροσύνη τον συνόδευσε μέχρι την πόρτα. Του έπιασε το χέρι και του άφησε στην παλάμη ένα μικρό ασημένιο γροσάκι, από εκείνα τα παλιά, τα δυσεύρετα.
«Παρ' το, παιδί μου. Όχι για τη δουλειά σου, αλλά για τον κόπο που έκανες να φέρεις την ελπίδα πίσω σε αυτό το σπίτι.»
Ο Ανδρέας περπάτησε πίσω προς την οδό Φουάντ, ενώ ο ήλιος άρχισε να δύει, βάφοντας τον ουρανό της Αλεξάνδρειας με χρώματα πορφυρά και χρυσά. Κοίταξε το ασημένιο γροσάκι και μετά τα χέρια του. Ένιωθε μεγαλύτερος, πιο ώριμος. Είχε ξεκινήσει ως ένας απλός βοηθός παλαιοπώλη και επέστρεφε ως κάποιος που είχε καταλάβει το μεγαλύτερο μυστικό του κόσμου:
Η πραγματική αξία των πραγμάτων δεν μετριέται με τον χρυσό ή τον μπρούτζο, αλλά με την αγάπη και τις αναμνήσεις που ξεκλειδώνουν στην καρδιά των ανθρώπων.
Φτάνοντας στο μαγαζί, ο κύριος Μανώλης τον περίμενε στην πόρτα, καπνίζοντας την πίπα του. Δεν ρώτησε τίποτα. Είδε μόνο το βλέμμα του Ανδρέα και χαμογέλασε πίσω από τα λευκά του γένια. Ήξερε πως το «μάθημα» είχε ολοκληρωθεί.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου