Σε έναν κόσμο όπου οι λέξεις είχαν τη δική τους μουσική και οι άνθρωποι ζούσαν με μια απλότητα που σήμερα μοιάζει χαμένη, ζούσε ο Πιφ-Παφ-Πόλτρι. Ήταν ένας νέος με παράξενο όνομα, αλλά με καρδιά γεμάτη αποφασιστικότητα. Μια μέρα, αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να αναζητήσει τη γυναίκα που θα στεκόταν πλάι του στη ζωή, και η σκέψη του πέταξε αμέσως στην πανέμορφη Κατρινέλ, μια κοπέλα που η ομορφιά της ήταν ξακουστή σε όλα τα γύρω χωριά. Ο Πιφ-Παφ-Πόλτρι, ντυμένος με τα καλά του, πήγε να βρει τον πατέρα της Κατρινέλ, τον Πατέρα Μελο-κάρυδο. Τον βρήκε στην αυλή του σπιτιού του και, με σεβασμό αλλά και παρρησία, του απηύθυνε τον λόγο: «Καλημέρα σας, Πατέρα Μελο-κάρυδο! Μπορώ να έχω την άδειά σας για να ζητήσω σε γάμο την πανέμορφη Κατρινέλ;» Ο Πατέρα Μελο-κάρυδος τον κοίταξε σοβαρά και αποκρίθηκε: «Ω, βεβαίως, Πιφ-Παφ-Πόλτρι, αν συμφωνούν και οι υπόλοιποι. Πρέπει πρώτα να ρωτήσεις τη Μητέρα Γαλατό-πιτα». Ο Πιφ-Παφ-Πόλτρι πήγε στη Μητέρα Γαλατό-πιτα. «Καλημέρα σας, Μητέρα Γαλατό-πιτα! Μου δίνετε την ευχή σας για την πανέμορφη Κατρινέλ;» «Από εμένα είναι ναι», είπε εκείνη, «αν δώσει τη συγκατάθεσή του και ο Αδελφός Υψηλό-στεγος». Ο νέος δεν πτοήθηκε. Βρήκε τον Αδελφό Υψηλό-στεγο και του έθεσε το ίδιο ερώτημα. Εκείνος τον παρέπεμψε στην Αδελφή Σιτο-μπούλα, και εκείνη με τη σειρά της στον Θείο Φωτο-λάμπη. Η αλυσίδα των ερωτήσεων συνεχιζόταν, καθώς κάθε μέλος της οικογένειας, με τη δική του ιδιότητα και το δικό του όνομα, έπρεπε να δώσει την έγκρισή του. Τέλος, αφού ο Πιφ-Παφ-Πόλτρι πέρασε από όλους τους συγγενείς, έφτασε μπροστά στην ίδια την πανέμορφη Κατρινέλ. Η κοπέλα στεκόταν στον κήπο, κάτω από το φως του δειλινού. «Καλημέρα, πανέμορφη Κατρινέλ!» της είπε με τρεμάμενη φωνή. «Δέχεσαι να γίνεις η γυναίκα μου;» Η Κατρινέλ τον κοίταξε στα μάτια και τον ρώτησε: «Και ποια είναι η περιουσία σου, Πιφ-Παφ-Πόλτρι; Τι έχεις να μου προσφέρεις;» «Έχω ένα λαμπρό βασίλειο», απάντησε εκείνος με περηφάνια, «ένα κάστρο χτισμένο πάνω στην ελπίδα και μια καρδιά που δεν θα πάψει ποτέ να σε τιμά». Τότε η Κατρινέλ, βλέποντας την ειλικρίνεια και το θάρρος του, του έδωσε το χέρι της. Οι δυο τους ξεκίνησαν για μια ζωή κοινή, αποδεικνύοντας πως ο δρόμος προς την ευτυχία, όσο περίπλοκος κι αν φαίνεται μέσα από τους κανόνες και τις προσφωνήσεις των άλλων, κερδίζεται πάντα από εκείνον που επιμένει και τολμά να ζητήσει αυτό που επιθυμεί η ψυχή του. Η ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΚΑΤΡΙΝΕΛ (ΠΟΙΗΜΑ) Σε δρόμο με ονόματα παράξενα και ηχηρά, ο Πιφ-Παφ-Πόλτρι ξεκινά με βήματα σταθερά. Την Κατρινέλ την έμορφη ζητά για συντροφιά, μα η οικογένεια ορίζει τη δική της σειρά. Από τον Πατέρα Μελο-κάρυδο στη Μητέρα Γαλατό-πιτα, η ερώτηση πηγαίνει, σαν του ανέμου τη ριπή. Ο Αδελφός κι η Αδελφή, ο Θείος κι η Θεία, όλοι ζητούν τον σεβασμό, τη δίκαιη θυσία. Μα στο τέλος η Κατρινέλ, με βλέμμα καθαρό, ρωτά για το βασίλειο, το μέλλον το λαμπρό. Κι ο Πιφ-Παφ-Πόλτρι απαντά με πίστη και τιμή, πως η αγάπη είναι πλούτος και αιώνια πηγή.
Η ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΚΑΤΡΙΝΕΛ ΚΑΙ Ο ΠΙΦ-ΠΑΦ-ΠΟΛΤΡΙ
ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Υπήρχε κάποτε ένας νεαρός, ο ΠΙΦ-ΠΑΦ-ΠΟΛΤΡΙ, ο οποίος αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να ζητήσει σε γάμο την ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΚΑΤΡΙΝΕΛ. Όμως, η διαδικασία δεν ήταν απλή, καθώς έπρεπε να λάβει την έγκριση ολόκληρης της οικογένειας, σε μια διαδοχή ερωτήσεων που θυμίζει τελετουργικό.
Πρώτα, ο ΠΙΦ-ΠΑΦ-ΠΟΛΤΡΙ επισκέφτηκε τον πατέρα της κοπέλας, τον ΠΑΤΕΡΑ ΜΠΕΡΕΝΤ. — «Καλημέρα, ΠΑΤΕΡΑ ΜΠΕΡΕΝΤ! Μπορώ να έχω την κόρη σας, την ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΚΑΤΡΙΝΕΛ;» — «Αν συμφωνεί η ΜΗΤΕΡΑ ΜΠΕΡΚΕΝΤ, ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΣΤΟΛΤΖΕΝΤ και η ΑΔΕΡΦΗ
ΕΝΕΚΕΝΤ, τότε μπορείς», απάντησε εκείνος.Ο νεαρός συνέχισε την αναζήτησή του. Βρήκε τη ΜΗΤΕΡΑ ΜΠΕΡΚΕΝΤ: — «Καλημέρα, ΜΗΤΕΡΑ ΜΠΕΡΚΕΝΤ! Μπορώ να έχω την κόρη σας, την ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΚΑΤΡΙΝΕΛ;» — «Αν συμφωνεί ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΠΕΡΕΝΤ, ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΣΤΟΛΤΖΕΝΤ και η ΑΔΕΡΦΗ ΕΝΕΚΕΝΤ, τότε είναι δική σου».
Η ίδια σκηνή επαναλήφθηκε με τον ΑΔΕΡΦΟ ΣΤΟΛΤΖΕΝΤ και την ΑΔΕΡΦΗ ΕΝΕΚΕΝΤ. Κάθε μέλος της οικογένειας παρέπεμπε στα υπόλοιπα, δημιουργώντας έναν κύκλο κοινωνικής και οικογενειακής αποδοχής. Τελικά, ο ΠΙΦ-ΠΑΦ-ΠΟΛΤΡΙ έφτασε στην ίδια την ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΚΑΤΡΙΝΕΛ.
— «Καλημέρα, ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΚΑΤΡΙΝΕΛ! Θα γίνεις γυναίκα μου;» — «Αν συμφωνεί ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΠΕΡΕΝΤ, η ΜΗΤΕΡΑ ΜΠΕΡΚΕΝΤ, ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΣΤΟΛΤΖΕΝΤ και η ΑΔΕΡΦΗ ΕΝΕΚΕΝΤ, τότε θα γίνω».
Όταν επιτεύχθηκε η ομοφωνία, ο νεαρός τη ρώτησε τι προίκα θα έφερνε στον γάμο. Η λίστα ήταν ταπεινή αλλά συγκεκριμένη: «Δεκατέσσερα λεπτά, επτά δολάρια, λίγο τυρί και μια χούφτα αλεύρι». Η ιστορία κλείνει με τον γάμο τους και την αναχώρησή τους, αφήνοντας μια αίσθηση πως η ευτυχία δεν βρίσκεται στα μεγάλα πλούτη, αλλά στην τήρηση των κανόνων και στην αποδοχή από την κοινότητα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου