Σε ένα βασίλειο παλιό, που οι θρύλοι ζούσαν ακόμα μέσα στις πυκνές ομίχλες των δασών, εμφανίστηκε ένας άγριος κάπρος, ένα θηρίο τόσο τρομερό που κανείς δεν τολμούσε να το αντιμετωπίσει. Οι αγρότες έβλεπαν τις σοδειές τους να ρημάζουν και τα ζώα τους να κατασπαράζονται. Ο Βασιλιάς, απελπισμένος
από την καταστροφή, εξέδωσε διάταγμα: όποιος θανάτωνε το θηρίο, θα κέρδιζε τον θρόνο και το χέρι της μοναχοκόρης του.
Δύο αδέλφια, γιοι ενός φτωχού ανθρώπου, αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους. Ο μεγαλύτερος ήταν άνθρωπος της πονηριάς και της αλαζονείας, ενώ ο μικρότερος ήταν απλός, ευγενής και με καρδιά καθαρή. Ο Βασιλιάς τους διέταξε να μπουν στο δάσος από διαφορετικές πλευρές, ώστε να βρεθεί το θηρίο πιο γρήγορα.
Καθώς ο μικρότερος αδελφός βάδιζε ανάμεσα στα πανύψηλα δέντρα, συνάντησε έναν παράξενο, γηραιό άντρα που κρατούσε ένα μαύρο δόρυ. «Η καρδιά σου είναι αγνή», του είπε ο γέροντας, «γι' αυτό σου δίνω αυτό το όπλο. Με αυτό το δόρυ, κανένας εχθρός δεν μπορεί να σε νικήσει». Πράγματι, όταν ο κάπρος όρμησε πάνω στον νέο, εκείνος κράτησε το δόρυ σταθερά και το θηρίο καρφώθηκε πάνω του, πέφτοντας νεκρό στη στιγμή. Ο νέος πήρε το κεφάλι του κάπρου και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Στα μισά του δρόμου, πέρασε έξω από ένα πανδοχείο. Εκεί, ο μεγαλύτερος αδελφός του καθόταν και έπινε κρασί, έχοντας εγκαταλείψει την αναζήτηση από φόβο. Όταν είδε τον μικρότερο να κουβαλά το τρόπαιο, ο φθόνος τον τύφλωσε. Τον κάλεσε μέσα, τον κέρασε ποτό και τον έπεισε να περιμένουν το σούρουπο για να περπατήσουν μαζί προς το παλάτι.
Καθώς διέσχιζαν μια πέτρινη γέφυρα πάνω από ένα ορμητικό ποτάμι, ο μεγαλύτερος αδελφός επιτέθηκε πισώπλατα στον μικρότερο. Τον σκότωσε με ένα χτύπημα και έθαψε το σώμα του βαθιά μέσα στην άμμο, κάτω από την αψίδα της γέφυρας. Πήρε το κεφάλι του κάπρου, παρουσιάστηκε στον Βασιλιά και ισχυρίστηκε πως εκείνος ήταν ο νικητής. Ο γάμος έγινε με μεγαλοπρέπεια, και ο δολοφόνος έγινε ο νέος πρίγκιπας.
Χρόνια αργότερα, ένας βοσκός περνούσε από την όχθη του ποταμού και είδε ένα κάτασπρο, μικρό κόκκαλο να εξέχει από την άμμο. Σκέφτηκε πως θα ήταν ιδανικό για να φτιάξει ένα επιστόμιο για τη φλογέρα του. Μόλις όμως τελείωσε την κατασκευή και ακούμπησε τα χείλη του για να παίξει, το κόκκαλο άρχισε να τραγουδά μόνο του με φωνή ανθρώπινη:
«Αχ, καλέ μου βοσκέ, παίζεις με το κόκκαλό μου, ο αδερφός μου με σκότωσε κάτω από τη γέφυρα, για να πάρει τον κάπρο και τη βασιλική κόρη.»
Ο βοσκός, τρομοκρατημένος, πήγε τη φλογέρα στο παλάτι. Ο Βασιλιάς, ακούγοντας το τραγούδι, κατάλαβε πως ένα μεγάλο κρίμα είχε συμβεί. Διέταξε να σκάψουν κάτω από τη γέφυρα και εκεί βρήκαν τον σκελετό του αδικοχαμένου νέου. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ανίκανος να κρυφτεί από την ίδια την αλήθεια που τραγουδούσε το θύμα του, ομολόγησε. Η τιμωρία του ήταν ο θάνατος στα νερά του ίδιου ποταμού, ενώ τα λείψανα του καλού αδελφού τάφηκαν με τιμές στο ιερό παρεκκλήσι του παλατιού.
ΤΟ ΚΟΚΚΑΛΟ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΕ (ΠΟΙΗΜΑ)
Σε δάσος άγριο, βαθύ, θηρίο εκατοικούσε, και ο λαός τον Βασιλιά με τρόμο τον κοιτούσε. Δυο αδέρφια κίνησαν μαζί, το τέρας να νικήσουν, το στέμμα και την κοπελιά για να την κατακτήσουν.
Ο ένας είχε την καρδιά με τη χολή βαμμένη, κι ο άλλος είχε την ψυχή στο φως παραδομένη. Με δόρυ μαύρο ο μικρός τον κάπρο τον σκοτώνει, μα ο φθόνος του μεγάλου του, το βήμα του παγώνει.
Στη γέφυρα τη σκοτεινή, το αίμα του κυλάει, και η άμμος η παγωμένη, το σώμα του φυλάει. Ο άδικος εγέλασε, τον θρόνο του επήρε, μα η αλήθεια στη ζωή, τον δρόμο της επήρε.
Φλογέρα έγινε το οστό, τραγούδι ξεκινάει, και το κρυφό το έγκλημα στον κόσμο μαρτυράει. «Αδερφοκτόνε!» φώναξε το κόκκαλο το άσπρο, δεν κέρδισες τη βασιλιά, δεν κέρδισες τον κάπρο.
ΤΟ ΚΟΚΚΑΛΟ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΕ
ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Σε ένα βασίλειο που το λυμαινόταν ένα άγριο αγριογούρουνο, ο βασιλιάς υποσχέθηκε το χέρι της κόρης του σε όποιον θα σκότωνε το θηρίο. Δύο αδέρφια ξεκίνησαν για την αποστολή: ο μεγαλύτερος, πανούργος και εγωιστής, και ο μικρότερος, απλός και καλόκαρδος.
Ο μικρότερος αδελφός συνάντησε στο δάσος έναν γέροντα, ο οποίος του χάρισε μια μαύρη λόγχη,
λέγοντάς του πως με αυτήν θα νικούσε χωρίς φόβο. Πράγματι, ο νεαρός σκότωσε το αγριογούρουνο. Στον δρόμο της επιστροφής συνάντησε τον μεγαλύτερο αδελφό του, ο οποίος, τυφλωμένος από τον φθόνο, τον μέθυσε, τον σκότωσε και τον έθαψε κάτω από μια γέφυρα, παρουσιάζοντας ο ίδιος το θηρίο στον βασιλιά.
Χρόνια αργότερα, ένας βοσκός που περνούσε από τη γέφυρα είδε ένα λευκό κόκκαλο να προεξέχει από το χώμα. Το πήρε και κατασκεύασε ένα επιστόμιο για τη φλογέρα του. Μόλις όμως ακούμπησε τα χείλη του, το κόκκαλο άρχισε να τραγουδά μόνο του:
«Ω, βοσκέ μου, παίζεις με το κόκκαλό μου,
ο αδελφός μου με σκότωσε στον δρόμο τον παλιό,
με έθαψε κάτω από τη γέφυρα τη βαθιά,
για να πάρει τη βασιλοπούλα στην αγκαλιά».
Ο βοσκός μετέφερε το τραγουδιστό κόκκαλο στον βασιλιά. Η αλήθεια αποκαλύφθηκε, ο σκελετός του αδικοχαμένου νέου βρέθηκε και ο δολοφόνος αδελφός τιμωρήθηκε με θάνατο. Η ιστορία αυτή αποτελεί μια συγκλονιστική υπενθύμιση πως το έγκλημα δεν μένει ποτέ κρυφό και πως η ίδια η φύση βρίσκει τρόπο να μαρτυρήσει την αλήθεια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου