Συγγραφέας: ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΠΟΥΣΚΙΝ
Σε μια μακρινή γωνιά της ρωσικής γης, εκεί όπου το χιόνι σκεπάζει τις στέγες και οι άνεμοι ψιθυρίζουν παλιά μυστικά, τρεις αδελφές κάθονταν ένα παγωμένο βράδυ δίπλα στο παράθυρο. Το φως από το λυχνάρι τρεμόπαιζε πάνω στους τοίχους, καθώς τα χέρια τους δούλευαν ακατάπαυστα το λινάρι. Η σιωπή της νύχτας διακοπτόταν μόνο από το ρυθμικό τρίξιμο του ροδανιού, και μέσα σε αυτή τη γαλήνη, οι καρδιές τους άρχισαν να ανοίγουν.
Η μεγαλύτερη αδελφή, με βλέμμα γεμάτο αυτοπεποίθηση, σταμάτησε για μια στιγμή τη δουλειά της και κοίταξε το κενό. «Αν η μοίρα το έφερνε και ο Τσάρος Σαλτάν με διάλεγε για σύζυγό του», άρχισε να λέει, «θα μετέτρεπα το παλάτι στο κέντρο όλου του κόσμου. Θα ετοίμαζα ένα συμπόσιο που όμοιό του δεν θα είχε δει ποτέ κανείς θνητός. Θα έστρωνα τραπέζια που θα κάλυπταν ολόκληρες πεδιάδες και θα καλούσα κάθε άνθρωπο που αναπνέει σε αυτό το βασίλειο. Τα κελάρια θα άνοιγαν και το κρασί θα έρεε σαν χείμαρρος, ενώ οι ευωδιές από τα ψητά κρέατα και τις μυρωδάτες πίτες θα μέθυσαν ακόμα και τα πουλιά στον ουρανό. Θα ήταν μια γιορτή αιώνια, μια απόδειξη της δόξας του Τσάρου».
Η δεύτερη αδελφή, που θεωρούσε τον εαυτό της την πιο ικανή τεχνίτρια της περιοχής, κούνησε το κεφάλι της με μια δόση υπεροψίας. «Ωραία τα φαγητά, αδελφή μου, αλλά χάνονται στη στιγμή. Αν εγώ γινόμουν η εκλεκτή του Τσάρου, θα του χάριζα κάτι που θα έμενε για πάντα. Θα ύφαινα με τα ίδια μου τα χέρια ένα λινό τόσο απέραντο και τόσο φίνο, που θα μπορούσε να τυλίξει ολόκληρη την αυτοκρατορία. Κάθε κλωστή θα ήταν πλεγμένη με ασήμι και μαργαριτάρια, και ο κόσμος θα έλεγε πως ο Τσάρος Σαλτάν έχει για γυναίκα του την ίδια τη νεράιδα της υφαντικής. Θα έντυνα τον στρατό του με μεταξωτά και τα παλάτια του με χρυσά υφάσματα».
Η τρίτη αδελφή, η πιο μικρή, παρέμενε σκυμμένη πάνω από το έργο της. Η ομορφιά της ήταν ήσυχη, σαν τη λίμνη το ξημέρωμα. Όταν τελικά σήκωσε το κεφάλι της, τα μάτια της έλαμπαν από μια εσωτερική φλόγα. «Αν εγώ γινόμουν Τσαρίνα», ψιθύρισε με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση, «δεν θα σπαταλούσα τον χρόνο μου σε γιορτές και υφάσματα. Θα έδινα όλη μου την ψυχή και το είναι για να χαρίσω στον Τσάρο μας έναν γιο. Έναν αληθινό ήρωα, έναν Μπογκατίρ, που θα είχε τη δύναμη του πατέρα του και την καλοσύνη ενός αγγέλου. Θα του χάριζα έναν διάδοχο που θα έκανε το όνομα του Σαλτάν αθάνατο».
Δεν πρόλαβαν να σβήσουν οι λέξεις της, όταν το σπίτι τραντάχτηκε. Η πόρτα άνοιξε με πάταγο και στο κατώφλι εμφανίστηκε μια επιβλητική φιγούρα, τυλιγμένη σε μια βαριά γούνα που ήταν ακόμα πασπαλισμένη με φρέσκο χιόνι. Ήταν ο ίδιος ο Τσάρος Σαλτάν. Είχε βγει για την καθιερωμένη του κρυφή περιπολία και, σταματώντας έξω από το παράθυρό τους, είχε ρουφήξει κάθε λέξη της κουβέντας τους.
Το βλέμμα του Τσάρου προσπέρασε τις δύο μεγαλύτερες και καρφώθηκε στη μικρή αδελφή. Η καρδιά του είχε ήδη αποφασίσει. Πλησίασε με σταθερά βήματα και της έπιασε το χέρι, ανασηκώνοντάς την από το σκαμνί της. «Χαίρε, μελλοντική μου Τσαρίνα», είπε με φωνή που αντηχούσε σε όλο το δωμάτιο. «Οι επιθυμίες των αδελφών σου είναι μεγάλες, αλλά η δική σου υπόσχεση είναι ιερή. Σε παίρνω μαζί μου στο παλάτι. Εκεί, θα γίνεις η σύζυγός μου και, όπως υποσχέθηκες, θα μου χαρίσεις τον γιο που λαχταρώ. Ο γάμος μας θα γίνει πριν το πρώτο φως της αυγής».
Στράφηκε έπειτα στις άλλες δύο αδελφές, που έτρεμαν από την έκπληξη. «Μην φοβάστε», τους είπε, «θα έρθετε και εσείς μαζί μας. Εσύ, που ονειρεύεσαι συμπόσια, θα γίνεις η αρχιμαγείρισσα του παλατιού μου. Και εσύ, που ξέρεις να υφαίνεις τόσο καλά, θα γίνεις η πρώτη υφάντρα στην αυλή. Θα υπηρετείτε την αδελφή σας και το στέμμα».
Η χαρά της μικρής αδελφής ήταν απέραντη, αλλά στις καρδιές των άλλων δύο, το σκοτάδι άρχισε να απλώνεται. Ο φθόνος, σαν δηλητηριώδης κισσός, ρίζωσε μέσα τους καθώς έβλεπαν την αδελφή τους να φοράει το μεταξωτό νυφικό και να κάθεται στο πλευρό του Τσάρου. Ο γάμος έγινε με μεγαλοπρέπεια, και όλο το βασίλειο γιόρταζε, όμως πίσω από τις κλειστές πόρτες των μαγειρείων και των εργαστηρίων, οι δύο αδελφές μαζί με τη δόλια γριά Μπαμπαρίχα, άρχισαν να ψιθυρίζουν λόγια προδοσίας, περιμένοντας τη στιγμή που ο Τσάρος θα αναγκαζόταν να φύγει για τον πόλεμο...
Ο καιρός κυλούσε στο παλάτι μέσα σε μια ατμόσφαιρα ευτυχίας, αλλά η μοίρα των ηγεμόνων σπάνια παραμένει ήσυχη για πολύ. Στα σύνορα του βασιλείου ξέσπασε πόλεμος και ο Τσάρος Σαλτάν, ως γενναίος στρατιώτης που ήταν, έπρεπε να ηγηθεί του στρατού του. Με βαριά καρδιά αποχαιρέτησε τη νέα του σύζυγο, η οποία ήδη έφερε στα σπλάχνα της τον καρπό της υπόσχεσής τους. Της ζήτησε να προσέχει τον εαυτό της και το παιδί τους, και με μια τελευταία ματιά γεμάτη αγάπη, ανέβηκε στο άλογό του και χάθηκε μέσα στη σκόνη του δρόμου, κατευθυνόμενος προς τα πεδία των μαχών.
Όσο ο Τσάρος έλειπε, η τσαρίνα περνούσε τις μέρες της με προσευχές και προσμονή. Τελικά, η ευλογημένη ώρα έφτασε. Μέσα στις χρυσές κάμαρες του παλατιού, η τσαρίνα έφερε στον κόσμο έναν γιο. Δεν ήταν ένα συνηθισμένο βρέφος· τα μάτια του είχαν τη λάμψη της σοφίας και το ανάστημά του πρόδιδε από την πρώτη στιγμή πως θα γινόταν ένας αληθινός ήρωας, ένας Μπογκατίρ. Η χαρά της μητέρας δεν περιγραφόταν. Έγραψε αμέσως ένα γράμμα γεμάτο τρυφερότητα, αναγγέλλοντας στον Σαλτάν πως η υπόσχεσή της εκπληρώθηκε και πως ένας διάδοχος τον περίμενε.
Όμως, ο φθόνος δεν κοιμάται ποτέ. Η μαγείρισσα και η υφάντρα, οι δύο αδελφές της, μαζί με την πανούργα γριά Μπαμπαρίχα, παραμόνευαν. Μόλις ο αγγελιοφόρος ξεκίνησε με το ευχάριστο μήνυμα, τον παγίδευσαν σε ένα πανδοχείο. Τον μέθυσαν με δυνατό κρασί μέχρι που εκείνος έπεσε σε βαθύ ύπνο, και τότε, με άκρα μυστικότητα, άνοιξαν τον σάκο του. Έκλεψαν το αληθινό γράμμα και στη θέση του έβαλαν ένα δικό τους, γεμάτο δηλητήριο. Το πλαστό γράμμα έλεγε στον Τσάρο: «Η τσαρίνα σου δεν γέννησε ούτε γιο ούτε κόρη· δεν γέννησε άνθρωπο, αλλά ένα πλάσμα αλλόκοτο, μια φρικτή μεταλλαγή που προκαλεί τρόμο σε όποιον την αντικρύζει».
Όταν ο αγγελιοφόρος έφτασε στο στρατόπεδο και ο Σαλτάν διάβασε τα νέα, η καρδιά του ράγισε. Ο θυμός και η θλίψη τον κυρίευσαν. Στην πρώτη του παρόρμηση ήθελε να διατάξει την τιμωρία όλων, αλλά η σοφία του επικράτησε. Έγραψε μια απάντηση, διατάζοντας: «Περιμένετε την επιστροφή μου. Μην αγγίξετε ούτε την τσαρίνα ούτε το παιδί μέχρι να έρθω εγώ να δω με τα μάτια μου τι έχει συμβεί».
Ο αγγελιοφόρος πήρε τον δρόμο της επιστροφής, αλλά η μοίρα του έπαιξε το ίδιο άσχημο παιχνίδι. Στο ίδιο πανδοχείο, οι τρεις συνομώτριες τον περίμεναν ξανά. Τον μέθυσαν για δεύτερη φορά και αντικατέστησαν τη διαταγή του Τσάρου με μια άλλη, τρομακτική. Το νέο έγγραφο διέταζε τους βογιάρους του παλατιού: «Χωρίς καμία καθυστέρηση, κλείστε την τσαρίνα και το έκτρωμά της μέσα σε ένα μεγάλο βαρέλι, σφραγίστε το με πίσσα και ρίξτε το στα βάθη της θάλασσας, ώστε να χαθεί κάθε ίχνος αυτής της ντροπής».
Οι βογιάροι, αν και δακρυσμένοι και γεμάτοι αμφιβολίες, δεν τόλμησαν να παρακούσουν τη διαταγή που πίστευαν πως έρχεται από τον ηγεμόνα τους. Οδήγησαν την τσαρίνα και τον μικρό Γκβιντόν στην ακτή. Εκείνη, κρατώντας το παιδί σφιχτά στην αγκαλιά της, κοίταξε τον ουρανό για τελευταία φορά. Το βαρέλι σφραγίστηκε και οι αλυσίδες λύθηκαν. Το κύμα άρπαξε το ξύλινο σκαρί και το παρέσυρε μακριά από τη στεριά, μέσα στο απέραντο και αφιλόξενο γαλάζιο της θάλασσας.
Μέσα στο σκοτάδι του βαρελιού, η τσαρίνα θρηνούσε σιωπηλά, πιστεύοντας πως ο αγαπημένος της Σαλτάν την είχε προδώσει. Όμως το παιδί, ο Γκβιντόν, δεν έκλαιγε. Με έναν μαγικό τρόπο, μεγάλωνε μέσα σε εκείνο το κλουβί με την ταχύτητα του ανέμου. Οι ώρες περνούσαν και ο Γκβιντόν ένιωθε τη δύναμη να πλημμυρίζει τα μέλη του. Καθώς το βαρέλι χτυπιόταν από τις καταιγίδες και τα κύματα, ο νεαρός πρίγκιπας ύψωσε τη φωνή του και μίλησε στη θάλασσα: «Ω, θάλασσα πανίσχυρη και ελεύθερη! Εσύ που μετακινείς τους βράχους και κυβερνάς τα βάθη, δείξε μας έλεος. Μη μας αφήσεις να χαθούμε στο σκοτάδι. Βγάλε μας απαλά σε μια στεριά, για να πατήσουμε ξανά το χώμα και να δούμε το φως του ήλιου».
Η θάλασσα φάνηκε να υπακούει στην ηρωική του φωνή. Τα κύματα ηρέμησαν και άρχισαν να σπρώχνουν το βαρέλι προς έναν άγνωστο ορίζοντα. Με ένα τελευταίο, δυνατό σπρώξιμο, το βαρέλι προσγειώθηκε μαλακά πάνω στην άμμο ενός νησιού. Ο Γκβιντόν, με τη δύναμη των χεριών του, έσπασε τα δεσμά του βαρελιού και οι δύο ναυαγοί βγήκαν επιτέλους στο φως, αντικρίζοντας τις απόκρημνες ακτές του νησιού Μπουγιάν.
Το νησί Μπουγιάν ήταν ένας τόπος άγριος, στολισμένος με απότομα βράχια και πανύψηλες βελανιδιές που έμοιαζαν να αγγίζουν τα σύννεφα. Ο Γκβιντόν, που είχε πια ανδρωθεί πλήρως, κοίταξε τη μητέρα του και της υποσχέθηκε πως θα τη φροντίσει. Καθώς περιπλανιόταν στην ακτή αναζητώντας τροφή, το αυτί του έπιασε έναν ήχο απόκοσμο, ένα σπαρακτικό κλάμα που ερχόταν από τη μεριά της θάλασσας. Έτρεξε προς τα εκεί και είδε μια σκηνή που του έσφιξε την καρδιά: ένας μαύρος γύπας, με ράμφος σαν λεπίδι και μάτια που έσταζαν κακία, είχε εγκλωβίσει έναν κατάλευκο κύκνο στα ρηχά νερά.
Ο πρίγκιπας δεν δίστασε. Άρπαξε το τόξο του, σημάδεψε με ακρίβεια και το βέλος του βρήκε την καρδιά του αρπακτικού. Ο γύπας έπεσε νεκρός στο νερό, και τότε, ο κύκνος άρχισε να κολυμπά προς το μέρος του, μιλώντας με μια φωνή γλυκιά σαν κελάρυσμα ρυακιού: «Γενναίε Γκβιντόν, δεν έσωσες απλώς ένα πουλί. Σκότωσες έναν κακό μάγο και ελευθέρωσες μια πριγκίπισσα. Μην ανησυχείς για τη μοίρα σας σε αυτό το έρημο νησί. Πήγαινε να κοιμηθείς και το πρωί η ανταμοιβή σου θα σε περιμένει».
Πράγματι, όταν ο ήλιος ανέτειλε την επόμενη μέρα, ο Γκβιντόν και η μητέρα του έμειναν άναυδοι. Εκεί που πριν υπήρχαν μόνο πέτρες και δέντρα, τώρα ορθωνόταν μια πόλη παραμυθένια. Λευκά πέτρινα τείχη με πολεμίστρες, χρυσοί τρούλοι που έλαμπαν σαν ήλιοι και παλάτια με περίτεχνα σκαλίσματα στόλιζαν τον λόφο. Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα και οι κάτοικοι της νέας πόλης βγήκαν να υποδεχτούν τον Γκβιντόν, προσφέροντάς του το στέμμα και το όνομα του Τσάρου του Μπουγιάν.
Όμως, όσο κι αν η δόξα του μεγάλωνε, ο Γκβιντόν ένιωθε μια βαθιά μελαγχολία για τον πατέρα του. Ο Κύκνος, νιώθοντας τον πόνο του, τον μεταμόρφωσε σε κουνούπι για να μπορέσει να ταξιδέψει μέχρι το βασίλειο του Σαλτάν. Εκεί, ο Γκβιντόν είδε τον πατέρα του να κάθεται στον θρόνο, θλιμμένος και γερασμένος από τις τύψεις. Άκουσε τους εμπόρους να διηγούνται στον Σαλτάν για το θαυμαστό νησί Μπουγιάν, αλλά είδε και τις κακές αδελφές να προσπαθούν να τον κρατήσουν μακριά, μιλώντας για άλλα «μεγαλύτερα» θαύματα.
Επιστρέφοντας στο νησί, ο Γκβιντόν ζήτησε από τον Κύκνο να φέρει αυτά τα θαύματα στην πόλη του για να προσελκύσει τον πατέρα του. Πρώτα, εμφανίστηκε ο μαγεμένος σκίουρος κάτω από μια ερυθρελάτη, που καθάριζε χρυσά καρύδια με σμαραγδένια ψίχα, τραγουδώντας μελωδίες που ηχούσαν σε όλο το παλάτι. Έπειτα, από τα βάθη της θάλασσας αναδύθηκαν
οι τριάντα τρεις ιππότες, ντυμένοι με χρυσά λέπια και κρατώντας αστραφτερά δόρατα, με επικεφαλής τον σοφό γέροντα Τσερνομόρ, ορκισμένοι να φυλάνε τις ακτές του νησιού.
Τέλος, ο Γκβιντόν εξομολογήθηκε στον Κύκνο πως η καρδιά του λαχταρούσε μια σύντροφο, την Πριγκίπισσα για την οποία άκουγε στους θρύλους, εκείνη που είχε το φεγγάρι στα μαλλιά και ένα αστέρι στο μέτωπο. Τότε, ο Κύκνος χτύπησε τα φτερά του και μεταμορφώθηκε στην πιο όμορφη γυναίκα που είδε ποτέ ο κόσμος. Ήταν η ίδια η Πριγκίπισσα που είχε σώσει από τον μάγο.
Ο Τσάρος Σαλτάν, μη μπορώντας πλέον να αντισταθεί στην περιέργεια και τη νοσταλγία του, ετοίμασε τον στόλο του και έπλευσε προς το Μπουγιάν. Όταν πάτησε το πόδι του στη στεριά και είδε τα θαύματα, η καρδιά του σκίστηκε στα δύο. Όταν όμως αντίκρισε την τσαρίνα του, ζωντανή και όμορφη, και τον γιο του, τον Γκβιντόν, να στέκεται δίπλα της, ξέσπασε σε λυγμούς χαράς. Η αλήθεια έλαμψε και η προδοσία των αδελφών αποκαλύφθηκε. Μέσα στη θύελλα της ευτυχίας του, ο Σαλτάν συγχώρεσε τις αδελφές και τη Μπαμπαρίχα, επιτρέποντάς τους να ζήσουν στην ειρήνη. Το συμπόσιο που ακολούθησε κράτησε σαράντα μέρες, και η δόξα του νησιού Μπουγιάν έμεινε χαραγμένη στην ιστορία ως το μέρος όπου η αγάπη νίκησε κάθε κακό.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου