![]() |
| Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ANTON PIECK |
ΤΟ ΓΑΪΔΟΥΡΑΚΙ (DAS ESELEIN) - ΑΔΕΛΦΟΙ ΓΚΡΙΜ
Σε ένα κάστρο οχυρωμένο από την οδύνη της σιωπής, εκεί όπου οι διάδρομοι αντηχούσαν μόνο το παράπονο μιας άτεκνης βασίλισσας, η μοίρα αποφάσισε να υφάνει ένα παράξενο πεπρωμένο. Η βασίλισσα, πάνω στην απόγνωσή της, είχε φωνάξει: «Ας αποκτούσα ένα παιδί, κι ας ήταν ακόμα και γαϊδούρι!».
Όταν το βρέφος ήρθε στο φως, δεν είχε την όψη ανθρώπου, μα το δέρμα και τα αυτιά ενός μικρού γαϊδάρου. Η βασίλισσα, μόλις το είδε, ούρλιαξε:
— «Δεν είναι παιδί αυτό, είναι συμφορά! Πετάξτε το στο νερό να πνιγεί!»
Μα ο βασιλιάς είπε:
— «Όχι, είναι ο κληρονόμος μου. Θα μεγαλώσει ως πρίγκιπας».
— «Δεν είναι παιδί αυτό, είναι συμφορά! Πετάξτε το στο νερό να πνιγεί!»
Μα ο βασιλιάς είπε:
— «Όχι, είναι ο κληρονόμος μου. Θα μεγαλώσει ως πρίγκιπας».
Το γαϊδουράκι μεγάλωσε και μια μέρα έμαθε να παίζει λαούτο. Όταν έγινε τεχνίτης ξακουστός, είδε το είδωλό του στο νερό και η καρδιά του ράγισε. Πήρε το λαούτο του και έφυγε. Ταξίδεψε μέρες πολλές, μέχρι που έφτασε σε ένα ξένο βασίλειο. Χτύπησε την πύλη, μα ο φρουρός δεν του άνοιγε. Τότε, το γαϊδουράκι κάθισε και άρχισε να παίζει. Η μουσική ήταν τόσο γλυκιά, που ο βασιλιάς διέταξε:
— «Φέρτε μέσα αυτόν τον μουσικό!»
— «Φέρτε μέσα αυτόν τον μουσικό!»
Όταν μπήκε στη σάλα, όλοι γελούσαν.
— «Πήγαινε να κάτσεις κάτω με τα σκυλιά, εκεί είναι η θέση σου», του είπαν οι υπηρέτες.
Μα το γαϊδουράκι στάθηκε όρθιο και είπε στον βασιλιά:
— «Μεγαλειότατε, δεν είμαι ένα κοινό ζώο. Είμαι ένας μουσικός που ζητά μια θέση στο τραπέζι σας, ανάμεσα στους ευγενείς σας».
Ο βασιλιάς, ξαφνιασμένος από την περηφάνια του, απάντησε:
— «Αφού η φωνή σου και το λαούτο σου έχουν τέτοια χάρη, κάθισε δίπλα μου».
— «Πήγαινε να κάτσεις κάτω με τα σκυλιά, εκεί είναι η θέση σου», του είπαν οι υπηρέτες.
Μα το γαϊδουράκι στάθηκε όρθιο και είπε στον βασιλιά:
— «Μεγαλειότατε, δεν είμαι ένα κοινό ζώο. Είμαι ένας μουσικός που ζητά μια θέση στο τραπέζι σας, ανάμεσα στους ευγενείς σας».
Ο βασιλιάς, ξαφνιασμένος από την περηφάνια του, απάντησε:
— «Αφού η φωνή σου και το λαούτο σου έχουν τέτοια χάρη, κάθισε δίπλα μου».
Πέρασαν μέρες και το γαϊδουράκι ερωτεύτηκε την κόρη του βασιλιά. Έστεκε με τις ώρες έξω από την κάμαρά της παίζοντας μελωδίες που μιλούσαν για την αγάπη. Ο βασιλιάς, βλέποντας τη θλίψη του πιστού του μουσικού, του χάρισε το χέρι της κόρης του.
Τη νύχτα του γάμου, ο βασιλιάς, περίεργος να δει πώς θα φερόταν το ζώο στην πριγκίπισσα, κρύφτηκε πίσω από μια κουρτίνα. Έμεινε άναυδος όταν είδε το γαϊδουράκι να γλιστρά έξω από το γκρίζο τομάρι του και να αποκαλύπτεται ένας πανέμορφος νέος. Όμως, με το πρώτο φως της αυγής, ο νέος ξαναφόρεσε βιαστικά το τομάρι, καθώς η κατάρα τον άφηνε να είναι άνθρωπος μόνο στο σκοτάδι.
Την επόμενη νύχτα, ο βασιλιάς διέταξε έναν υπηρέτη να ανάψει μια μεγάλη φωτιά στην αυλή. Μόλις ο πρίγκιπας βγήκε από το τομάρι του και αποκοιμήθηκε, ο βασιλιάς το άρπαξε κρυφά και το έριξε στις φλόγες.
Όταν το πρωί ο νέος ξύπνησε και είδε το φως του ήλιου να μπαίνει από το παράθυρο, τρόμαξε. Έψαχνε απεγνωσμένα να κρυφτεί στο γκρίζο του δέρμα, φοβούμενος πως ο κόσμος θα τον απαξιώσει ή πως θα πέθαινε αν τον έβλεπε ο ήλιος ως άνθρωπο. Μα ο βασιλιάς τον αγκάλιασε και του είπε:
— «Μη φοβάσαι το φως. Το τομάρι έγινε στάχτη και μαζί του κάηκε και η κακιά ευχή. Τώρα είσαι ελεύθερος να είσαι ο εαυτός σου μέρα και νύχτα».
— «Μη φοβάσαι το φως. Το τομάρι έγινε στάχτη και μαζί του κάηκε και η κακιά ευχή. Τώρα είσαι ελεύθερος να είσαι ο εαυτός σου μέρα και νύχτα».
Ο νέος πρίγκιπας, λυτρωμένος πια, έζησε ευτυχισμένος με την αγαπημένη του. Χρόνια μετά, επέστρεψε στους δικούς του γονείς, οι οποίοι τον δέχτηκαν με δάκρυα χαράς, ζητώντας συγχώρεση για τη σκληρότητα που έδειξαν κάποτε στο μικρό γαϊδουράκι τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.