- ΜΕΡΟΣ 1ο: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ
Σε μια μεγάλη και πολυάνθρωπη πόλη της Γερμανίας, ζούσε πριν από πολλά χρόνια ένας τσαγκάρης με τη γυναίκα του. Ο τσαγκάρης ήταν ένας άνθρωπος εργατικός, που περνούσε τις μέρες του καθισμένος στη γωνία ενός δρόμου, διορθώνοντας παπούτσια και παντόφλες. Αν και ήταν φτωχός και δεν είχε απόθεμα σε δέρματα, ήταν τίμιος και η δουλειά του εκτιμώταν από όλους.
Η γυναίκα του, η Χάνα, ήταν μια νοικοκυρεμένη και καθαρή γυναίκα που πουλούσε λαχανικά και φρούτα στην αγορά. Τα προϊόντα της, που καλλιεργούσαν οι ίδιοι σε έναν μικρό κήπο έξω από τις πύλες της πόλης, ήταν πάντα τακτοποιημένα με τέτοιο γούστο, που οι αγοραστές προτιμούσαν τον δικό της πάγκο από κάθε άλλον. Το καμάρι τους όμως ήταν ο γιος τους, ο Ιάκωβος. Ένα αγόρι οκτώ ετών, πανέμορφο, με γλυκό πρόσωπο και ανάστημα ψηλό για την ηλικία του.
Ο Ιάκωβος βοηθούσε καθημερινά τη μητέρα του. Καθόταν δίπλα της στην αγορά και, όταν κάποια κυρία ή κάποιος μάγειρας αγόραζε πολλά ζαρζαβατικά, το παιδί αναλάμβανε να τα μεταφέρει στο σπίτι τους. Σπάνια επέστρεφε από αυτές τις διαδρομές χωρίς ένα λουλούδι, ένα γλύκισμα ή ένα μικρό νόμισμα ως φιλοδώρημα για την προθυμία και την ομορφιά του.
Μια μέρα, η Χάνα καθόταν ως συνήθως στην αγορά. Μπροστά της είχε καλάθια γεμάτα λάχανα, φρέσκα βότανα και μερικά πρόιμα αχλάδια και βερίκοκα. Ο μικρός Ιάκωβος στεκόταν δίπλα της και φώναζε με τη δυνατή, καθαρή φωνή του: — «Εδώ τα καλά πράγματα! Εδώ τα φρέσκα λάχανα! Ελάτε να δείτε τα μυρωδάτα βότανα! Ποιος θέλει τα πρώτα βερίκοκα της χρονιάς;»
Ενώ το αγόρι φώναζε, μια παράξενη φιγούρα εμφανίστηκε στην αγορά. Ήταν μια γριά γυναίκα, με ρούχα κουρελιασμένα και πρόσωπο που έμοιαζε με ζαρωμένο μήλο. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα, ενώ η μύτη της ήταν τόσο μακριά και κυρτή που σχεδόν άγγιζε το πηγούνι της. Περπατούσε στηριγμένη σε ένα μακρύ ραβδί, αλλά το περπάτημά της δεν ήταν κανονικό· έμοιαζε σαν να κυλάει πάνω σε ρόδες ή σαν να πηδάει με έναν τρόπο που σε έκανε να ζαλίζεσαι.
Η Χάνα, αν και ήταν στην αγορά δεκαέξι χρόνια, δεν είχε ξαναδεί ποτέ αυτή τη γυναίκα και ένιωσε έναν ανεξήγητο φόβο. Η γριά σταμάτησε μπροστά στα καλάθια της. — «Εσύ είσαι η Χάνα η μανάβισσα;» ρώτησε με μια φωνή βραχνή που έτριζε σαν σκουριασμένος μεντεσές. — «Μάλιστα, εγώ είμαι», απάντησε η Χάνα με δισταγμό. «Τι επιθυμείτε;» — «Θα δούμε, θα δούμε... Θα κοιτάξω τα βότανά σου για να δω αν έχεις αυτό που ψάχνω», είπε η γριά.
Άπλωσε τα σκούρα, κοκαλιάρικα χέρια της μέσα στο καλάθι. Με τα μακριά της δάχτυλα άρχισε να ανακατεύει τα προσεκτικά δεμένα ματσάκια, φέρνοντάς τα στη μύτη της και μυρίζοντάς τα με έναν τρόπο αηδιαστικό. Η Χάνα ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται βλέποντας τα πολύτιμα βότανά της να κακομεταχειρίζονται, αλλά δεν τόλμησε να μιλήσει.
Ο Ιάκωβος όμως, που δεν άντεχε την αδικία, ξέσπασε: — «Ακούστε, εσείς! Τι κάνετε εκεί; Πρώτα βάζετε τα βρώμικα χέρια σας στα όμορφα βότανά μας και τα ανακατεύετε, μετά τα φέρνετε στη μύτη σας που μοιάζει με γάντζο και κανείς δεν θα θέλει να τα αγοράσει μετά! Ακόμα και ο μάγειρας του Δούκα παίρνει βότανα από εμάς και δεν τολμά να τα αγγίξει έτσι!»
Η γριά σταμάτησε και γύρισε το κεφάλι της προς το αγόρι. Ένα πονηρό, κακεντρεχές γέλιο βγήκε από το στόμα της. — «Μικρέ μου», είπε, «σου αρέσει η μύτη μου; Η όμορφη, μακριά μου μύτη; Μη φοβάσαι, θα αποκτήσεις και εσύ μια τέτοια στο πρόσωπό σου, που θα φτάνει μέχρι το πηγούνι!»
Έπειτα, στράφηκε στο καλάθι με τα λάχανα. Έπιασε τα πιο λευκά και σφιχτά λάχανα, τα πίεσε με τόση δύναμη που ακούστηκε το τρίξιμο των φύλλων τους και τα πέταξε πίσω με περιφρόνηση. — «Άθλια πράγματα! Άθλια λάχανα! Τίποτα από αυτά που θέλω δεν υπάρχει εδώ. Πριν από πενήντα χρόνια τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα!»
Ο Ιάκωβος, εξοργισμένος πια, της φώναξε: — «Μην κουνάτε το κεφάλι σας έτσι! Ο λαιμός σας είναι τόσο λεπτός σαν μίσχος λάχανου και μπορεί να σπάσει από τη μια στιγμή στην άλλη. Τότε το κεφάλι σας θα πέσει μέσα στο καλάθι μας και ποιος θα το αγοράσει;»
— «Σου αρέσουν οι λεπτοί λαιμοί, ε;» ψιθύρισε η γριά με ένα βλέμμα που πάγωσε το αίμα του παιδιού. «Τότε εσύ δεν θα έχεις καθόλου λαιμό! Το κεφάλι σου θα είναι χωμένο ανάμεσα στους ώμους σου, για να είμαστε σίγουροι πως δεν θα πέσει ποτέ!»
— «Μη λες τέτοια πράγματα στο παιδί», επενέβη η Χάνα. «Αν θέλετε κάτι, αγοράστε το, αλλιώς αφήστε μας ήσυχους.» — «Καλά, καλά», είπε η γριά. «Θα πάρω αυτά τα έξι λάχανα. Αλλά είμαι γριά και το ραβδί μου με κουράζει. Πρέπει το αγόρι σου να τα φέρει μέχρι το σπίτι μου. Θα τον ανταμείψω.»
Ο Ιάκωβος δεν ήθελε να πάει, αλλά έκλαιγε για τα χαλασμένα λάχανα και ήθελε να βοηθήσει τη μητέρα του να μην χάσει την πώληση. — «Πήγαινε, γιε μου», είπε η Χάνα, «αλλά γύρισε γρήγορα.»
ΜΕΡΟΣ 2ο: ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΜΑΓΙΣΣΑΣ
Η διαδρομή ήταν παράξενη. Η γριά φαινόταν να γλιστράει στα σοκάκια της πόλης, ενώ ο Ιάκωβος δυσκολευόταν να την ακολουθήσει, παρόλο που εκείνη έμοιαζε να κουτσαίνει. Τελικά, έφτασαν σε μια απομακρυσμένη συνοικία και σταμάτησαν μπροστά σε ένα μικρό, ετοιμόρροπο σπίτι.
Μόλις η γριά ξεκλείδωσε την πόρτα, ο Ιάκωβος έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Το εσωτερικό δεν είχε καμία σχέση με την εξωτερική εμφάνιση. Οι τοίχοι ήταν από μάρμαρο, τα έπιπλα από έβενο διακοσμημένο με χρυσό και το πάτωμα ήταν τόσο λείο που έμοιαζε με γυαλί.
Η γριά έβγαλε ένα ασημένιο σφυρί από την τσέπη της και χτύπησε τρεις φορές το τραπέζι. Αμέσως, ακούστηκαν βήματα. Μια ομάδα από ινδικά χοιρίδια μπήκαν στο δωμάτιο, περπατώντας στα δύο τους πόδια! Φορούσαν ανθρώπινα ρούχα, μικροσκοπικά σακάκια και καπέλα, και κρατούσαν σκούπες και ξεσκονόπανα.
— «Πού είναι οι υπηρέτες μου;» φώναξε η γριά. «Φέρτε παντόφλες για τον καλεσμένο μας!» Τα χοιρίδια έφεραν ένα ζευγάρι τσόχινα παπούτσια και τα φόρεσαν στον Ιάκωβο. Μετά, η γριά τον κάλεσε να καθίσει. — «Ξέρω ότι πεινάς, όμορφο αγόρι. Θα σου φτιάξω μια σούπα που δεν έχεις ξαναδοκιμάσει ποτέ.»
Άρχισε να μαγειρεύει σε ένα χρυσό καζάνι. Η μυρωδιά που αναδυόταν ήταν μεθυστική. Ο Ιάκωβος, που είχε αρχίσει να ζαλίζεται, δέχτηκε το μπολ που του πρόσφερε. Με την πρώτη κουταλιά, ένιωσε μια απίστευτη ευεξία, αλλά ταυτόχρονα και μια βαριά κούραση. — «Κοιμήσου, Ιάκωβε», είπε η γριά. «Κοιμήσου και ονειρέψου...»
Ο Ιάκωβος βυθίστηκε σε έναν ύπνο που κράτησε... χρόνια. Στο όνειρό του, δεν ήταν πια ο εαυτός του. Ήταν ένας υπηρέτης στο σπίτι της γριάς. Στην αρχή, η δουλειά του ήταν να καθαρίζει τα παπούτσια των χοιριδίων. Μετά, έγινε υπεύθυνος για το ξεσκόνισμα των επίπλων. Αλλά η πραγματική του κλίση ανακαλύφθηκε όταν τον έστειλαν στην κουζίνα.
Εκεί, υπό την καθοδήγηση της γριάς, έμαθε όλα τα μυστικά της μαγειρικής. Έμαθε να συνδυάζει βότανα που κανείς δεν ήξερε, να φτιάχνει σάλτσες που άλλαζαν γεύση σε κάθε μπουκιά και να δημιουργεί περίπλοκα γλυκίσματα. Πίστευε ότι περνούσε τις μέρες του δουλεύοντας σκληρά, ενώ το βράδυ μεταμορφωνόταν ξανά σε αγόρι και κοιμόταν.
Πέρασαν έτσι επτά χρόνια. Μια μέρα, η γριά τον έστειλε στην αποθήκη να βρει ένα συγκεκριμένο βότανο για μια πίτα. Καθώς έψαχνε, ο Ιάκωβος βρήκε ένα κρυφό ντουλάπι. Μέσα υπήρχε ένα ματσάκι από ένα βότανο που δεν είχε ξαναδεί: είχε γαλαζωπά φύλλα και μια μυρωδιά που του θύμισε έντονα τη σούπα που είχε φάει την πρώτη μέρα.
Μόλις το μύρισε, το κεφάλι του άρχισε να γυρίζει. Μια φτερωτή εικόνα της μητέρας του και του πατέρα του πέρασε από μπροστά του. — «Πρέπει να φύγω!» φώναξε. «Πρέπει να γυρίσω σπίτι!»
Έτρεξε προς την έξοδο, βγήκε από το σπίτι και άρχισε να τρέχει προς την αγορά. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. «Θα χαρούν τόσο πολύ!» σκεφτόταν. «Πέρασε τόση ώρα, σίγουρα η μητέρα μου θα ανησυχεί για τα λάχανα!»Συνεχίζουμε με το τρίτο και πιο επώδυνο μέρος της ιστορίας, διατηρώντας κάθε λεπτομέρεια της οδυνηρής αφύπνισης του Ιακώβου.
ΜΕΡΟΣ 3ο: Η ΣΚΛΗΡΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Ο Ιάκωβος έτρεχε στους δρόμους της πόλης με την ψυχή του γεμάτη λαχτάρα. Όλα του φαίνονταν γνώριμα και ταυτόχρονα ξένα. Έφτασε στην πλατεία της αγοράς και η καρδιά του σκίρτησε όταν είδε από μακριά τη μητέρα του, τη Χάνα, να κάθεται στον ίδιο πάγκο, με τα ίδια καλάθια.
— «Μητέρα! Μητέρα!» φώναξε καθώς πλησίαζε λαχανιασμένος. «Επέστρεψα! Μη με μαλώνεις που άργησα, η γριά είχε τόσα πράγματα να μου δείξει!»
Η Χάνα τον κοίταξε, αλλά στο βλέμμα της δεν υπήρχε η αγάπη που περίμενε. Υπήρχε μόνο τρόμος και αηδία. — «Τι θέλεις από μένα, εσύ, δύσμορφο πλάσμα;» ούρλιαξε και τραβήχτηκε πίσω. «Φύγε από μπροστά μου! Πώς τολμάς να με αποκαλείς μητέρα σου;»
Ο Ιάκωβος πάγωσε. — «Μα μητέρα, τι λες; Είμαι ο γιος σου, ο Ιάκωβος! Μόλις πριν λίγο με έστειλες να κουβαλήσω τα λάχανα της γριάς!»
— «Τώρα πια το παράκανες!» φώναξε η Χάνα εξοργισμένη. «Ο γιος μου ο Ιάκωβος ήταν το πιο όμορφο αγόρι της πόλης. Πάνε επτά χρόνια από τότε που χάθηκε και η καρδιά μας έχει ραγίσει. Εσύ δεν είσαι παρά ένας νάνος, μια καρικατούρα ανθρώπου που θέλει να με κοροϊδέψει!»
Οι γύρω έμποροι άρχισαν να γελούν και να τον χλευάζουν. — «Κοιτάξτε τη μύτη του!» φώναζε ένας. «Φτάνει μέχρι το στήθος του!» — «Και πού είναι ο λαιμός του;» έλεγε ένας άλλος. «Το κεφάλι του είναι καρφωμένο πάνω στην καμπούρα του!»
Ο Ιάκωβος, τρέμοντας από τον φόβο και τη σύγχυση, έτρεξε προς το εργαστήριο του πατέρα του. Βρήκε τον τσαγκάρη να κάθεται στο σκαμνί του, λίγο πιο γερασμένο, με τα μαλλιά του πια γκρίζα. — «Πατέρα», ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή, «δεν με γνωρίζεις;»
Ο τσαγκάρης σήκωσε το βλέμμα του και ανατρίχιασε. — «Αν ήμουν σε καλή διάθεση, θα σε λυπόμουν, μικρέ νάνε», είπε αυστηρά. «Αλλά η μέρα μου είναι δύσκολη. Φύγε πριν χάσω την υπομονή μου. Ο γιος μου ήταν ψηλός και ευθύς, εσύ είσαι ένας κόμπος από σάρκα και μύτη.»
Τότε ο Ιάκωβος κατάλαβε ότι κάτι είχε πάει πολύ λάθος. Πλησίασε τη βρύση μιας δημόσιας κρήνης και κοίταξε το είδωλό του στο καθαρό νερό. Έβγαλε μια κραυγή απόγνωσης.
Το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί τελείως. Η μύτη του ήταν τεράστια, κυρτή και κάλυπτε σχεδόν όλο του το πρόσωπο. Ο λαιμός του είχε εξαφανιστεί και το κεφάλι του καθόταν ανάμεσα σε δύο ψηλούς ώμους που σχημάτιζαν μια έντονη καμπούρα. Τα χέρια του ήταν μακριά και έφταναν μέχρι τα γόνατά του, ενώ τα πόδια του ήταν κοντά και αδύναμα. Ήταν η ακριβής εκπλήρωση της κατάρας της γριάς.
Πέρασε τη νύχτα του κλαίγοντας κάτω από τα σκαλιά μιας εκκλησίας. «Τι θα κάνω τώρα;» σκεφτόταν. «Δεν έχω σπίτι, δεν έχω οικογένεια. Κανείς δεν θα πιστέψει ποτέ ποιος είμαι.»
Όμως, μέσα στην απόγνωσή του, θυμήθηκε κάτι. Στο σπίτι της μάγισσας, όσο κι αν πίστευε πως ονειρευόταν, είχε μάθει την τέχνη της μαγειρικής. Ήξερε να φτιάχνει φαγητά που κανείς άλλος στον κόσμο δεν γνώριζε. — «Θα πάω στο παλάτι του Δούκα», είπε στον εαυτό του. «Ο Δούκας είναι γνωστός καλοφαγάς. Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που μπορεί να εκτιμήσει την τέχνη μου και να μου δώσει μια ευκαιρία, είναι αυτός.»
ΜΕΡΟΣ 4ο: Ο ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ
Την επόμενη μέρα, ο Ιάκωβος εμφανίστηκε στις πύλες του παλατιού. Οι φρουροί άρχισαν να γελούν μόλις τον είδαν. — «Τι θέλεις εδώ, μικρέ τερατοπλάστη;» ρώτησε ο αρχιφύλακας. — «Θέλω να δω τον αρχιμάγειρα», απάντησε ο Ιάκωβος με αξιοπρέπεια, παρά το παρουσιαστικό του. «Είμαι μάγειρας και αναζητώ εργασία.»
Τον οδήγησαν στις κουζίνες, όπου ο αρχιμάγειρας, ένας παχύς και επιβλητικός άντρας, τον κοίταξε υποτιμητικά. — «Εσύ μάγειρας;» γέλασε. «Ξέρεις έστω πώς να κρατάς το κουτάλι χωρίς να σκοντάφτεις στη μύτη σου;»
— «Δοκιμάστε με», είπε ο Ιάκωβος. «Δώστε μου τα υλικά και θα σας φτιάξω μια σούπα που θα κάνει τον Δούκα να γλείφει τα δάχτυλά του.»
Ο αρχιμάγειρας, θέλοντας να διασκεδάσει, του έδωσε την άδεια. Ο Ιάκωβος άρχισε να κινείται στην κουζίνα με μια δεξιοτεχνία που άφησε τους πάντες άφωνους. Τα χέρια του, αν και μακριά, ήταν ταχύτατα. Έκοβε τα λαχανικά με ακρίβεια χιλιοστού, συνδύαζε τα μπαχαρικά με κλειστά μάτια και ρύθμιζε τη φωτιά με ένστικτο που έμοιαζε μαγικό.
Όταν η σούπα ήταν έτοιμη, ο αρχιμάγειρας δοκίμασε μια κουταλιά. Τα μάτια του γούρλωσαν. — «Θεέ μου!» αναφώνησε. «Τέτοια γεύση δεν έχει υπάρξει ποτέ σε αυτό το παλάτι! Ποιος είσαι εσύ;»
— «Με φωνάζουν Μυταρά», απάντησε ο Ιάκωβος με πίκρα, υιοθετώντας το όνομα που του έδωσαν οι χλευαστές του.
Από εκείνη τη μέρα, ο Ιάκωβος έγινε ο αγαπημένος μάγειρας του Δούκα. Η φήμη του εξαπλώθηκε παντού. Ο Δούκας δεν έτρωγε πια τίποτα αν δεν το είχε προετοιμάσει ο «Νάνος Μυταράς». Ο Ιάκωβος απέκτησε πλούτη, δικό του δωμάτιο και τον σεβασμό των υπαλλήλων, αλλά η καρδιά του παρέμενε βαριά.
Όλα άλλαξαν μια μέρα που ο Ιάκωβος πήγε στην αγορά για να διαλέξει ο ίδιος τα υλικά του. Εκεί, ανάμεσα στα ζωντανά, είδε μια χήνα που έμοιαζε διαφορετική από τις άλλες. Τα μάτια της είχαν μια θλίψη που του θύμισε τον εαυτό του. Την αγόρασε και την πήρε στο δωμάτιό του.
Μόλις έμειναν μόνοι, η χήνα άνοιξε το ράμφος της και, προς έκπληξη του Ιακώβου, μίλησε! — «Σε ευχαριστώ, ευγενικέ νάνε, που με έσωσες από το μαχαίρι», είπε με μια λεπτή φωνή. — «Μιλάς;» αναφώνησε ο Ιάκωβος. — «Ναι. Είμαι η Μίμη, η κόρη του μεγάλου μάγου Βέτερμποκ. Μια κακιά μάγισσα με μεταμόρφωσε σε χήνα επειδή ο πατέρας μου αρνήθηκε να της δώσει τα μυστικά του.»
Ο Ιάκωβος ένιωσε μια βαθιά αδελφοσύνη με το πουλί. — «Και εγώ είμαι θύμα μαγείας, Μίμη. Αν με βοηθήσεις να βρω το βότανο που με μεταμόρφωσε, υπόσχομαι να σε βοηθήσω κι εσένα να βρεις τον πατέρα σου.»Συνεχίζουμε με το τελευταίο και πιο κρίσιμο μέρος της ιστορίας, όπου η ζωή του Ιακώβου κρέμεται από μια κλωστή και η λύση του μυστηρίου κρύβεται σε ένα μικρό βότανο.
ΜΕΡΟΣ 5ο: Η ΠΙΤΑ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ ΚΑΙ Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Πέρασαν μερικές εβδομάδες και ο Ιάκωβος με τη Μίμη έγιναν αχώριστοι φίλοι. Ο νάνος την τάιζε τα καλύτερα σπόρια και εκείνη του κρατούσε συντροφιά τις νύχτες, διηγούμενη ιστορίες για το κάστρο του πατέρα της. Η ηρεμία τους όμως διαράχθηκε όταν ο Δούκας δέχτηκε την επίσκεψη ενός γειτονικού Πρίγκιπα, ο οποίος ήταν γνωστός ως ο μεγαλύτερος γαστρονόμος της Ευρώπης.
Ο Δούκας, θέλοντας να εντυπωσιάσει τον καλεσμένο του, κάλεσε τον Ιάκωβο: — «Μυταρά», του είπε, «τώρα είναι η στιγμή να δείξεις την αξία σου. Αν ο Πρίγκιπας δεν μείνει απόλυτα ικανοποιημένος από το τραπέζι μου, θα το πληρώσεις με το κεφάλι σου. Θέλω να του ετοιμάσεις τα πιο σπάνια εδέσματα!»
Για δύο εβδομάδες, ο Ιάκωβος ξεπέρασε τον εαυτό του. Ο Πρίγκιπας έτρωγε με βουλιμία και δήλωνε ενθουσιασμένος. Την τελευταία μέρα όμως, ο Πρίγκιπας κάλεσε τον Δούκα και του είπε: — «Όλα ήταν υπέροχα. Αλλά υπάρχει ένα πιάτο που δεν είδα στο τραπέζι: την "Πίτα των Βασιλέων" (Souzeraine). Αν ο μάγειράς σου δεν ξέρει να φτιάχνει αυτή την πίτα, τότε δεν είναι ο κορυφαίος του κόσμου.»
Ο Δούκας, τρέμοντας από θυμό και ντροπή, κάλεσε τον Ιάκωβο. — «Γιατί δεν έφτιαξες την Πίτα των Βασιλέων;» ούρλιαξε. — «Αφέντη μου», απάντησε ο Ιάκωβος τρέμοντας, «είναι μια πίτα που απαιτεί απίστευτη τέχνη, αλλά θα την ετοιμάσω αμέσως!»
Ο Ιάκωβος έτρεξε στην κουζίνα. Με τη βοήθεια της Μίμης, που γνώριζε τη συνταγή από το παλάτι του πατέρα της, έφτιαξε μια πίτα που μοσχομύριζε σε όλο το κάστρο. Την παρουσίασε στον Πρίγκιπα. Εκείνος δοκίμασε μια μπουκιά, την έφτυσε και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. — «Είναι απάτη! Λείπει το κυριότερο συστατικό! Λείπει το βότανο "Ανακούφιση" (Sneeze-with-pleasure). Χωρίς αυτό, η πίτα είναι ένα τίποτα!»
Ο Δούκας έγινε κατακόκκινος από το κακό του. — «Φέρτε τον εδώ!» φώναξε. «Μυταρά, με ρεζίλεψες! Σου δίνω προθεσμία μέχρι αύριο το πρωί. Ή βρίσκεις το βότανο και φτιάχνεις την πίτα σωστά, ή ο δήμιος θα σε περιμένει στην αυλή!»
ΜΕΡΟΣ 6ο: ΤΟ ΒΟΤΑΝΟ ΤΗΣ ΛΥΤΡΩΣΗΣ
Ο Ιάκωβος επέστρεψε στο δωμάτιό του και ξέσπασε σε κλάματα. — «Πού θα βρω αυτό το βότανο, Μίμη; Δεν το έχω ξανακούσει ποτέ!» — «Μην κλαις, Ιάκωβε», του είπε η χήνα. «Νομίζω πως ξέρω τι είναι. Φύεται μόνο κάτω από παλιές καστανιές και ανθίζει αυτή την εποχή. Πάμε στον κήπο!»
Όλη τη νύχτα, ο νάνος και η χήνα έψαχναν κάτω από τις καστανιές του παλατιού. Το ξημέρωμα πλησίαζε και ο Ιάκωβος είχε χάσει κάθε ελπίδα. Ξαφνικά, η Μίμη έβγαλε μια κραυγή χαράς. — «Εδώ είναι! Κοίτα!»
Κάτω από τις ρίζες μιας γέρικης καστανιάς, υπήρχε ένα ματσάκι από γαλαζωπά φύλλα με κόκκινες ραβδώσεις. Ήταν το ίδιο βότανο που ο Ιάκωβος είχε μυρίσει στο σπίτι της μάγισσας! Η μυρωδιά του ήταν τόσο έντονη που ο Ιάκωβος άρχισε να φτερνίζεται ασταμάτητα.
Τότε, κάτι μαγικό συνέβη. Καθώς φτερνιζόταν, ένιωθε το σώμα του να τεντώνεται. Η μύτη του άρχισε να μικραίνει και να μπαίνει στη θέση της. Η καμπούρα του εξαφανίστηκε και ο λαιμός του μάκρυνε. Τα χέρια του μαζεύτηκαν και τα πόδια του ψήλωσαν. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο Μυταράς ο Νάνος είχε εξαφανιστεί και στη θέση του στεκόταν ο όμορφος, νεαρός Ιάκωβος!
— «Μίμη! Τα κατάφερα!» φώναξε. «Είμαι πάλι εγώ!» — «Τρέξε τώρα, Ιάκωβε», είπε η χήνα. «Πριν σε προλάβουν οι φρουροί. Πάρε με μαζί σου!»
Ο Ιάκωβος πήρε τη χήνα στην αγκαλιά του, μάζεψε όσα χρυσά νομίσματα είχε αποταμιεύσει από τον μισθό του και έφυγε κρυφά από το παλάτι πριν ξημερώσει.
Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ
Το ταξίδι τους ήταν μακρύ, αλλά επιτυχημένο. Πρώτα πήγαν στο νησί του μάγου Βέτερμποκ. Ο μάγος, συγκινημένος που είδε την κόρη του, έλυσε τα μάγια και η Μίμη μεταμορφώθηκε σε μια πανέμορφη κοπέλα. Ο Βέτερμποκ, για να ευχαριστήσει τον Ιάκωβο, τον φόρτωσε με πολύτιμα δώρα και κοσμήματα.
Όταν ο Ιάκωβος έφτασε επιτέλους στην πόλη του, φορούσε πλούσια ρούχα και έμοιαζε με ευγενή. Πήγε κατευθείαν στο σπίτι των γονιών του. — «Μητέρα, πατέρα», είπε, «αυτή τη φορά κοιτάξτε με καλά.»
Η Χάνα και ο τσαγκάρης τον κοίταξαν στα μάτια και, παρόλο που είχαν περάσει τόσα χρόνια, η καρδιά τους τον αναγνώρισε αμέσως. Οι αγκαλιές και τα δάκρυα χαράς δεν είχαν τέλος. Ο Ιάκωβος χρησιμοποίησε τα πλούτη του για να τους προσφέρει μια άνετη ζωή και δεν χρειάστηκε ποτέ ξανά να δουλέψει ως μάγειρας.
Στο παλάτι του Δούκα, επικράτησε χάος. Όταν ο Δούκας διαπίστωσε ότι ο μάγειράς του είχε εξαφανιστεί, κατηγόρησε τον Πρίγκιπα ότι τον έκλεψε. Αυτό οδήγησε σε έναν πόλεμο που κράτησε χρόνια και ονομάστηκε «Ο Πόλεμος του Βοτάνου». Τελικά, οι δύο ηγεμόνες συμφιλιώθηκαν και υπέγραψαν τη συνθήκη που έμεινε στην ιστορία ως «Η Ειρήνη της Πίτας», αφού στο γεύμα της συμφιλίωσης δοκίμασαν επιτέλους την τέλεια Πίτα των Βασιλέων, φτιαγμένη από τον νέο μάγειρα του Πρίγκιπα που είχε βρει το σωστό βότανο.
Έτσι τελείωσε η περιπέτεια του Μυταρά του Νάνου, θυμίζοντας σε όλους ότι η εξωτερική εμφάνιση μπορεί να αλλάξει, αλλά η τέχνη και η καλή καρδιά είναι αυτά που τελικά σώζουν τον άνθρωπο.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ & ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η ιστορία του «Μυταρά του Νάνου» (γερμανικά: Der Zwerg Nase) δεν είναι απλώς ένα παιδικό παραμύθι, αλλά ένα από τα πιο σκοτεινά και διδακτικά έργα της γερμανικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Εισάγει τον αναγνώστη σε έναν κόσμο όπου η καθημερινότητα της αγοράς και της βιοπάλης συναντά τη γκροτέσκα μαγεία. Το κεντρικό θέμα είναι η μεταμόρφωση και η απώλεια ταυτότητας. Ο πρωταγωνιστής, ο Ιάκωβος, βιώνει τον απόλυτο εφιάλτη: τη μετατροπή του σε κάτι αποκρουστικό και την ταυτόχρονη απόρριψη από τους ίδιους του τους γονείς, αναδεικνύοντας τη σκληρότητα της κοινωνίας απέναντι στο «διαφορετικό».
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΒΙΛΧΕΛΜ ΧΑΟΥΦ (WILHELM HAUFF)
Ο ΒΙΛΧΕΛΜ ΧΑΟΥΦ (1802–1827) υπήρξε μια «διάττουσα σπίθα» των γερμανικών γραμμάτων. Παρόλο που πέθανε σε ηλικία μόλις 24 ετών, πρόλαβε να αφήσει μια ανεξίτηλη σφραγίδα στον
Ρομαντισμό.
Το στυλ του: Συνδύαζε τα παραδοσιακά γερμανικά στοιχεία με την ανατολίτικη ατμόσφαιρα (επηρεασμένος από τις «Χίλιες και Μία Νύχτες»).
Το έργο του: «Ο Μυταράς ο Νάνος» δημοσιεύτηκε στο Almanac των Παραμυθιών του έτους 1827. Ο Χάουφ είχε την ικανότητα να πλάθει χαρακτήρες που, αν και ζούσαν σε μαγικά περιβάλλοντα, είχαν πολύ ανθρώπινα πάθη, φόβους και ελαττώματα.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Το παραμύθι γράφτηκε σε μια εποχή που η Γερμανία βρισκόταν σε πνευματικό αναβρασμό. Η άνοδος της αστικής τάξης και η σημασία της εξειδίκευσης (όπως η μαγειρική τέχνη του Ιακώβου) αντικατοπτρίζονται στην ιστορία.
Η κουζίνα του παλατιού παρουσιάζεται ως ένας μικρόκοσμος της κοινωνίας, όπου η ιεραρχία είναι αυστηρή και το παραμικρό λάθος μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή.
Το έργο αντανακλά επίσης τον φόβο της εποχής για το «άγνωστο» και το «μαγικό» που παραμονεύει στις σκιές των πόλεων.
ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ & ΕΠΙΡΡΟΕΣ
Η ιστορία του μεταμορφωμένου νάνου έχει ρίζες σε παλαιότερα λαϊκά μοτίβα, αλλά ο Χάουφ της έδωσε μια μοναδική τροπή:
Το Μοτίβο της Μαγεμένης Χήνας: Η Μίμη θυμίζει έντονα το αρχέτυπο της «Σιδερένιας Πριγκίπισσας» ή της «Κυράς των Λιμνών», όπου μια ευγενής ψυχή παγιδεύεται σε σώμα ζώου.
Η Τέχνη ως Λύτρωση: Σε αντίθεση με άλλα παραμύθια όπου ο ήρωας σώζεται από τη δύναμή του, εδώ ο Ιάκωβος σώζεται χάρη στην εργατικότητα και τη γνώση (τη μαγειρική).
Κινηματογραφικές Μεταφορές:
Η ιστορία έχει μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο, με πιο διάσημη τη ρωσική ταινία κινουμένων σχεδίων του 2003 (Karlik Nos).
Υπάρχουν πολλές γερμανικές τηλεοπτικές παραγωγές (π.χ. το 2008 και το 2021) που εστιάζουν περισσότερο στο κοινωνικό δράμα του αγοριού.
Σύγκριση με τους Αδελφούς Γκριμ: Ενώ οι Γκριμ κατέγραφαν προφορικές παραδόσεις, ο Χάουφ δημιούργησε «λογοτεχνικά παραμύθια» (Kunstmärchen), με πιο σύνθετη πλοκή, διαλόγους και ψυχογραφία των ηρώων.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ο «Μυταράς ο Νάνος» παραμένει ένα διαχρονικό μάθημα για την ενσυναίσθηση. Μας διδάσκει ότι η ομορφιά της ψυχής και η επιμονή μπορούν να υπερνικήσουν ακόμα και την πιο βαριά κατάρα, ενώ η αλαζονεία (όπως αυτή που επέδειξε ο μικρός Ιάκωβος στην αρχή απέναντι στη γριά) έχει πάντα το ανάλογο τίμημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.