Τρίτη 28 Απριλίου 2026

«LES FÉES» (ΟΙ ΝΕΡΑΪΔΕΣ) ΤΟΥ CHARLES PERRAULT




ΟΙ ΝΕΡΑΪΔΕΣ

Μια φορά κι έναν καιρό, μια χήρα είχε δύο κόρες. Η μεγάλη έμοιαζε στη μητέρα της στο πρόσωπο και στον χαρακτήρα: ήταν και οι δύο τόσο δύστροπες και εγωίστριες, που κανείς δεν τις άντεχε. Η μικρή, αντίθετα, έμοιαζε στον πατέρα της: ήταν ευγενική, καλόκαρδη και η πιο όμορφη κοπέλα του κόσμου.

Επειδή η μητέρα έβλεπε στον εαυτό της τη μεγάλη κόρη, τη λάτρευε. Την αντιπαθούσε όμως τη μικρή και την ανάγκαζε να τρώει στην κουζίνα και να δουλεύει συνέχεια. Το φτωχό κορίτσι έπρεπε να πηγαίνει δύο φορές την ημέρα σε μια μακρινή πηγή και να κουβαλάει μια μεγάλη στάμνα γεμάτη νερό.

Μια μέρα στην πηγή, την πλησίασε μια φτωχή γυναίκα και τη ζήτησε νερό.

— Με όλη μου την καρδιά, καλή μου κυρία, είπε η όμορφη κοπέλα.

Έπλυνε τη στάμνα της, πήρε καθαρό νερό και την κράτησε στα χέρια της για να πιει η γυναίκα πιο εύκολα. Η γυναίκα ήπιε και μετά της είπε:

— Είσαι τόσο καλή και ευγενική, που θα σου κάνω ένα δώρο. (Η γυναίκα ήταν στην πραγματικότητα μια νεράιδα που είχε μεταμορφωθεί για να δει την καλοσύνη του κοριτσιού). Το δώρο μου είναι αυτό: σε κάθε λέξη που θα λες, θα βγαίνει από το στόμα σου είτε ένα λουλούδι είτε ένας πολύτιμος λίθος.

Όταν η κοπέλα γύρισε, η μητέρα της την μάλωσε που άργησε.

— Συγγνώμη, μητέρα, που καθυστέρησα, είπε το κορίτσι.

Μόλις μίλησε, βγήκαν από το στόμα της δύο τριαντάφυλλα, δύο μαργαριτάρια και δύο διαμάντια! Η μητέρα έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

— Τι βλέπω! Βγάζει διαμάντια! Κόρη μου, τι έγινε;

Το κορίτσι εξήγησε τι συνέβη και, όσο μιλούσε, το πάτωμα γέμισε διαμάντια. Η μητέρα φώναξε αμέσως τη μεγάλη κόρη, τη Φανσόν:

— Φανσόν, δες τι βγαίνει από το στόμα της αδερφής σου! Πήγαινε κι εσύ στην πηγή. Όταν μια φτωχή γυναίκα σου ζητήσει νερό, δώσε της με ευγένεια για να πάρεις το ίδιο χάρισμα.

— Σιγά μην τρέχω τώρα στην πηγή! απάντησε η κακότροπη Φανσόν.

— Θα πας αμέσως! τη διέταξε η μητέρα.

Η κοπέλα πήγε γκρινιάζοντας, παίρνοντας μαζί της την πιο ακριβή ασημένια κανάτα. Μόλις έφτασε, βγήκε από το δάσος μια μεγαλοπρεπής κυρία ντυμένη σαν πριγκίπισσα και της ζήτησε νερό. Ήταν πάλι η νεράιδα, που άλλαξε μορφή για να δει πόσο κακιά ήταν η μεγάλη αδερφή.

— Μήπως ήρθα εδώ για να σε υπηρετήσω; είπε η αλαζονική κοπέλα. Νομίζεις πως έφερα την ασημένια κανάτα για να πιεις εσύ; Πιες αν θέλεις από τη γούρνα, αλλιώς φύγε.

— Δεν είσαι καθόλου ευγενική, είπε η νεράιδα ήρεμα. Αφού λοιπόν είσαι τόσο αγενής, σου δίνω το εξής δώρο: σε κάθε λέξη που θα λες, θα βγαίνει από το στόμα σου ένα φίδι ή ένας βάτραχος.

Μόλις την είδε η μητέρα να επιστρέφει, τη ρώτησε με ανυπομονησία:

— Λοιπόν, κόρη μου, τι έγινε;

— Τι να γίνει, μητέρα! απάντησε η Φανσόν.

Και αμέσως πετάχτηκαν από το στόμα της δύο οχιές και δύο βάτραχοι!

— Συμφορά μας! φώναξε η μητέρα. Η αδερφή σου φταίει, θα μου το πληρώσει!

Και έτρεξε να χτυπήσει τη μικρή. Το φτωχό κορίτσι έφυγε τρέχοντας και κρύφτηκε στο δάσος. Εκεί τη συνάντησε ο γιος του βασιλιά που γύριζε από το κυνήγι. Την είδε τόσο όμορφη να κλαίει και τη ρώτησε τι συμβαίνει.

— Η μητέρα μου με έδιωξε από το σπίτι, είπε εκείνη.

Ο πρίγκιπας είδε να βγαίνουν από το στόμα της μαργαριτάρια και διαμάντια και έμεινε άναυδος. Την παρακάλεσε να του πει την ιστορία της κι εκείνη του τα εξήγησε όλα. Ο πρίγκιπας την ερωτεύτηκε αμέσως, την πήρε στο παλάτι και την παντρεύτηκε.
Η μεγάλη αδερφή έγινε τόσο μισητή, που στο τέλος την έδιωξε ακόμα και η ίδια της η μητέρα. Η δυστυχισμένη κοπέλα περιπλανήθηκε παντού, αλλά κανείς δεν τη δέχτηκε, και στο τέλος πέθανε μόνη της σε μια γωνιά του δάσους.














Η ΣΤΙΓΜΗ ΠΡΙΝ Η ΚΑΤΑΡΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΣΧΗΜΑ

Το κλασικό μοτίβο του καλού και του κακού αντανακλάται στα πρόσωπα δύο αδελφών, σε μια ιστορία όπου η ηθική επιλογή καθορίζει τη μοίρα. Ενώ η ευγενική αδελφή ανταμείβεται από μια νεράιδα με πλούτη, η σκληρή, οδηγούμενη από αλαζονεία και πλεονεξία, αντιμετωπίζεται με μια φοβερή κατάρα.

Στην εικονογράφηση αυτή αποτυπώνεται η μοιραία συνάντηση δίπλα στο πηγάδι: η κακοδιάθετη αδελφή αρνείται με περιφρόνηση να δώσει νερό στην «κυρία» που στέκεται μπροστά της. Αγνοεί επιδεικτικά ότι κάτω από το βαρύτιμο μετάξι και την εντυπωσιακή αμφίεση κρύβεται η ίδια η νεράιδα, η οποία δοκιμάζει την ευγένεια της ψυχής της.

Μια σουρεαλιστική λεπτομέρεια συμπληρώνει τη σύνθεση: το παράξενο, ευαίσθητο ξωτικό που στέκεται ανάμεσά τους. Είναι ο σιωπηλός συνοδός της νεράιδας, ο οποίος κρατά δάδες, περιμένοντας τη στιγμή που η αλαζονεία της κοπέλας θα σφραγίσει το μέλλον της. Οι λεπτές γραμμές και η απόκοσμη ατμόσφαιρα αναδεικνύουν την ένταση της επικείμενης μεταμόρφωσης.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ: «LES FÉES» (ΟΙ ΝΕΡΑΪΔΕΣ) ΤΟΥ CHARLES PERRAULT


ΣΥΛΛΟΓΗ: ΙΣΤΟΡΙΕΣ Η ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ (1697)


ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ: HARRY CLARKE (1922)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.