ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Στα βάθη της ευρωπαϊκής ηπείρου, εκεί όπου οι μύθοι των Σλάβων μπλέκονται με τις ρίζες των αρχαίων δασών, γεννήθηκε η ιστορία της Λιμπούσσα. Δεν πρόκειται απλώς για μια αφήγηση για μια χαμένη ηγεμόνα, αλλά για το ιδρυτικό έπος ενός
ολόκληρου έθνους και μιας από τις πιο εμβληματικές πόλεις του κόσμου, της Πράγας.Το έργο «Libussa» του Johann Karl August Musäus, όπως αποδίδεται σε αυτή τη συλλογή, δεν είναι μια στεγνή ιστορική καταγραφή. Είναι μια ρομαντική ανάπλαση, όπου το υπερφυσικό στοιχείο —η Δρυάδα μητέρα, η μαντική ικανότητα, η δοκιμασία των αδελφών— συναντά την ανθρώπινη ανάγκη για δικαιοσύνη, τάξη και αγάπη. Η Λιμπούσσα στέκεται ως μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον κόσμο των πνευμάτων, που υποχωρεί, και τον κόσμο των ανθρώπων, που αναδύεται με τη δύναμη του σιδήρου και του νόμου.
Στο κέντρο αυτής της αφήγησης βρίσκεται η ένωση της Λιμπούσσα με τον Πσέμισλ, τον ζευγολάτη. Αυτή η ένωση συμβολίζει την ιδανική διακυβέρνηση: τη σοφία που πηγάζει από τη διαίσθηση και τη σύνδεση με τη φύση, συνδυασμένη με την πρακτική ευφυΐα και την ταπεινότητα που διδάσκει η γη. Η Λιμπούσσα βλέπει το «κατώφλι» (Práh) και ιδρύει την Πράγα, αλλά ο Πσέμισλ είναι αυτός που θα χτίσει τα τείχη και θα γράψει τους νόμους.
Η ιστορία μας, χωρισμένη σε οκτώ μέρη, ακολουθεί αυτή τη διαδρομή: από την ιερή δρυ του Κροκ μέχρι τον χρυσό θρόνο του Βίσεχραντ, από τον Πόλεμο των Παρθένων μέχρι την τελική δοκιμασία της σοφίας. Είναι μια ιστορία για τη γέννηση ενός πολιτισμού, που δεν ξεχνά ποτέ τις ρίζες του.
LIBUSSA (ΜΕΡΟΣ 1)
Στους αρχαίους καιρούς, όταν τα πνεύματα της φύσης ζούσαν ακόμη ανάμεσα στους ανθρώπους, υπήρχε στην περιοχή της Βοημίας ένας δούκας ονόματι Κροκ. Μετά τον θάνατό του, η χώρα έμεινε δίχως διάδοχο, καθώς ο Κροκ δεν είχε γιους, αλλά τρεις θυγατέρες, ξακουστές για τη σοφία και τις αλλόκοτες ικανότητές τους: την Μπέλα, την Τέτα και τη νεότερη, τη Λιμπούσσα. Ενώ οι αδελφές της ασχολούνταν με τα βότανα και τα άστρα, η Λιμπούσσα είχε την καρδιά της στραμμένη στη δικαιοσύνη και την ευημερία του λαού της.
Ωστόσο, η ιστορία της δικής της καταγωγής και της τύχης της ξεκινά πολύ πριν από το θρόνο, στις ρίζες μιας αρχαίας δρυός. Ο πατέρας της, ο Κροκ, ήταν κάποτε ένας απλός αλλά ευσεβής άνδρας. Μια μέρα, ενώ βρισκόταν στο δάσος, είδε μια ομάδα ξυλοκόπων να ετοιμάζονται να κόψουν μια πανύψηλη, αιωνόβια βελανιδιά. Καθώς το τσεκούρι ήταν έτοιμο να πληγώσει τον κορμό, μια φωνή γεμάτη αγωνία ακούστηκε μέσα από τα κλαδιά.
«Σταματήστε!» αναφώνησε ο Κροκ, μπαίνοντας μπροστά. «Μην αγγίζετε αυτό το δέντρο. Είναι ιερό.»
Οι ξυλοκόποι γέλασαν, αλλά ο Κροκ τους πρόσφερε ό,τι χρυσάφι είχε πάνω του για να σώσει τη δρυ. Μόλις εκείνοι απομακρύνθηκαν, μια πανέμορφη γυναίκα, ντυμένη με τα χρώματα του δάσους, εμφανίστηκε μπροστά του. Ήταν η Δρυάδα του δέντρου.
«Με έσωσες από τον θάνατο, θνητέ», του είπε με φωνή που έμοιαζε με το θρόισμα των φύλλων. «Αν αυτό το δέντρο έπεφτε, η ζωή μου θα έσβηνε μαζί του. Ζήτα μου μια χάρη.»
«Δεν θέλω πλούτη», απάντησε ο Κροκ. «Θέλω μόνο τη σοφία να καθοδηγώ τους ανθρώπους μου.»
Η Δρυάδα χαμογέλασε και του υποσχέθηκε όχι μόνο σοφία, αλλά και μια γενιά που θα άλλαζε τη μοίρα της Βοημίας. Από την ένωση του Κροκ με το πνεύμα του δάσους γεννήθηκαν οι τρεις κόρες. Η Λιμπούσσα, η μικρότερη, κληρονόμησε την πνευματική διαύγεια της μητέρας της και τη σταθερότητα του πατέρα της.
Όταν ο Κροκ πέθανε, οι κάτοικοι της Βοημίας συγκεντρώθηκαν για να αποφασίσουν ποιος θα κυβερνούσε. Οι δύο μεγαλύτερες αδελφές αρνήθηκαν, προτιμώντας τη μοναξιά των μελετών τους. Έτσι, τα βλέμματα στράφηκαν στη Λιμπούσσα.
«Είσαι νέα, αλλά η κρίση σου είναι αλάνθαστη», είπαν οι γέροντες του συμβουλίου. «Δέξου το σκήπτρο.»
«Θα κυβερνήσω με την καρδιά μου», απάντησε η Λιμπούσσα, «αλλά να ξέρετε πως η ελευθερία που απολαμβάνετε τώρα, κάτω από έναν ηγεμόνα που σας ακούει, είναι προτιμότερη από τον σιδερένιο νόμο ενός βασιλιά.»
Για χρόνια, η Λιμπούσσα δίκαζε κάτω από τη μεγάλη βελανιδιά, το δέντρο της μητέρας της. Οι αποφάσεις της ήταν πάντα δίκαιες, και η ειρήνη βασίλευε στη γη. Όμως, η φύση των ανθρώπων είναι ανήσυχη. Κάποιοι άρχισαν να δυσανασχετούν που τους κυβερνούσε μια γυναίκα, θεωρώντας την επιείκειά της αδυναμία.
Μια μέρα, δύο γείτονες ήρθαν μπροστά της για μια διαφορά σχετικά με τα σύνορα των κτημάτων τους. Ο ένας ήταν ισχυρός και αλαζόνας, ο άλλος φτωχός και αδικημένος. Η Λιμπούσσα, αφού άκουσε και τις δύο πλευρές, έβγαλε την ετυμηγορία της υπέρ του φτωχού.
Ο ισχυρός άνδρας, εξοργισμένος, φώναξε μπροστά σε όλο το πλήθος: «Ως πότε θα ανεχόμαστε να μας κρίνει μια γυναίκα που κάθεται σε θρόνο από λουλούδια; Οι άνδρες χρειάζονται έναν άνδρα για ηγεμόνα, κάποιον που να κρατά σπαθί και όχι καθρέφτη!»
Η Λιμπούσσα παρέμεινε ψύχραιμη, αν και η προσβολή την πόνεσε βαθιά. Κοίταξε το πλήθος και είδε πως πολλοί συμφωνούσαν σιωπηλά.
«Θέλετε λοιπόν έναν βασιλιά;» ρώτησε με φωνή σταθερή. «Γνωρίζετε τι σημαίνει αυτό; Ένας βασιλιάς θα πάρει τους γιους σας για τους πολέμους του και τους καρπούς σας για το ταμείο του. Θα χάσετε την ελευθερία σας για χάρη της τάξης.»
«Θέλουμε βασιλιά!» επαναλάμβανε ο όχλος, παρασυρμένος από τα λόγια του αλαζόνα.
«Ας είναι τότε», είπε η Λιμπούσσα. «Αλλά δεν θα τον διαλέξετε εσείς, γιατί η κρίση σας είναι θολωμένη από τον εγωισμό. Θα τον διαλέξει η μοίρα. Αύριο το πρωί, θα λύσετε το άλογό μου και θα το αφήσετε ελεύθερο. Θα το ακολουθήσετε όπου κι αν πάει. Εκείνος μπροστά στον οποίο το άλογο θα σταθεί και θα υποκλιθεί, εκείνος θα είναι ο νέος σας δούκας. Θα τον βρείτε να τρώει το γεύμα του πάνω σε μια σιδερένια τράπεζα.»
Οι άνδρες έφυγαν ικανοποιημένοι, πιστεύοντας πως θα έβρισκαν κάποιον σπουδαίο πολεμιστή ή έναν πλούσιο άρχοντα. Η Λιμπούσσα όμως χαμογελούσε πικρά, καθώς γνώριζε πως το πεπρωμένο είχε ήδη υφάνει το νήμα του σε ένα μακρινό χωράφι.
LIBUSSA (ΜΕΡΟΣ 2)
Το επόμενο πρωί, με την πρώτη αχτίδα του ήλιου να βάφει τις κορυφές των δέντρων, ο λαός της Βοημίας συγκεντρώθηκε έξω από το κάστρο. Η αγωνία ήταν έκδηλη στα πρόσωπα όλων. Οι άρχοντες φορούσαν τις καλύτερες στολές τους, ελπίζοντας πως το άλογο θα σταματούσε μπροστά στις δικές τους πύλες, ενώ οι πολεμιστές γυάλιζαν τα σπαθιά τους, θεωρώντας πως ένας βασιλιάς πρέπει να προέρχεται από τη δική τους τάξη.
Η Λιμπούσσα εμφανίστηκε στον εξώστη, κρατώντας το λευκό της άλογο από το χαλινάρι. Το ζώο φαινόταν ανήσυχο, σαν να ένιωθε το βάρος της αποστολής του.
«Ιδού ο οδηγός σας», είπε η Λιμπούσσα με φωνή που αντηχούσε σε όλη την πεδιάδα. «Αφήστε το ελεύθερο. Μην το πιέσετε, μην το καθοδηγήσετε. Εκεί που θα σταματήσει, εκεί βρίσκεται ο άνθρωπος που θα φορέσει το στέμμα. Και θυμηθείτε το σημάδι: θα γευματίζει πάνω σε μια σιδερένια τράπεζα.»
Οι απεσταλμένοι έλυσαν το χαλινάρι. Το άλογο τίναξε τη χαίτη του, χλιμίντρισε δυνατά και άρχισε να καλπάζει με ορμή προς τον βορρά. Το πλήθος των αρχόντων και των στρατιωτών το ακολουθούσε από κοντά, τρέχοντας μέσα από δάση, ρεματιές και λιβάδια.
Πέρασαν πολλές ώρες. Το άλογο δεν σταμάτησε ούτε σε πλούσια αρχοντικά, ούτε σε οχυρωμένα κάστρα. Προσπερνούσε με περιφρόνηση κάθε μεγαλειώδη έπαυλη, αφήνοντας πίσω του τους απογοητευμένους ευγενείς. Τέλος, καθώς ο ήλιος άρχιζε να γέρνει προς τη δύση, το ζώο έφτασε σε μια ήσυχη κοιλάδα, όπου ένας αγρότης όργωνε το χωράφι του με δύο βόδια.
Ήταν ένας νέος άνδρας, με πρόσωπο καθαρό και μάτια που άστραφταν από ευφυΐα, παρά την απλότητα της εμφάνισής του. Το όνομά του ήταν Πσέμισλ. Μόλις το λευκό άλογο τον πλησίασε, σταμάτησε τον καλπασμό του, περπάτησε αργά προς το μέρος του και, προς έκπληξη όλων, λύγισε τα μπροστινά του πόδια και υποκλίθηκε μπροστά στον αγρότη.
Οι απεσταλμένοι κοίταξαν γύρω τους με αμηχανία. «Αυτός είναι ο εκλεκτός;» ψιθύρισαν μεταξύ τους. «Ένας απλός ζευγολάτης;» Όμως, τότε πρόσεξαν κάτι που τους έκοψε την ανάσα. Ο Πσέμισλ, έχοντας κάνει διάλειμμα από την εργασία του, είχε αναποδογυρίσει το υνί του αλέτρου του —που ήταν φτιαγμένο από βαρύ σίδερο— και το χρησιμοποιούσε ως τραπέζι για να ακουμπήσει το κομμάτι το ψωμί και το τυρί που έτρωγε.
«Η σιδερένια τράπεζα!» αναφώνησε ο επικεφαλής της αποστολής. «Η προφητεία εκπληρώθηκε!»
Πλησίασαν τον νέο με σεβασμό, αν και οι καρδιές τους ήταν ακόμα γεμάτες αμφιβολία για την ταπεινή του καταγωγή. «Χαίρε, δούκα της Βοημίας!» του είπαν. «Η Λιμπούσσα μας έστειλε να σε βρούμε. Η μοίρα σε κάλεσε να εγκαταλείψεις το αλέτρι και να πάρεις το σκήπτρο.»
Ο Πσέμισλ τους κοίταξε ήρεμα. Δεν φάνηκε ούτε να εκπλήσσεται, ούτε να τρομάζει. «Αν η πατρίδα ζητά τις υπηρεσίες μου, δεν μπορώ να αρνηθώ», απάντησε με φωνή βαθιά και σταθερή. «Όμως λυπάμαι που δεν με αφήσατε να τελειώσω το όργωμα. Αν αυτό το χωράφι ολοκληρωνόταν σήμερα, η Βοημία δεν θα γνώριζε ποτέ την πείνα. Τώρα, η αφθονία θα εξαρτάται από τον κόπο σας.»
Έβγαλε τα ξύλινα τσόκαρά του και τα τοποθέτησε προσεκτικά μέσα στον σάκο του. «Γιατί κρατάς αυτά τα παλιά παπούτσια;» τον ρώτησε ένας από τους ευγενείς με ειρωνικό ύφος.
«Για να μου θυμίζουν από πού ξεκίνησα», απάντησε ο Πσέμισλ, καρφώνοντας το βλέμμα του πάνω στον άρχοντα. «Όταν θα κάθομαι στον χρυσό θρόνο, θα κοιτάζω αυτά τα τσόκαρα για να μην ξεχάσω ποτέ πως ο ηγεμόνας είναι υπηρέτης του λαού του και πως η γη είναι η μοναδική αληθινή πηγή πλούτου.»
Οι απεσταλμένοι σιώπησαν, νιώθοντας για πρώτη φορά τη σοφία του άνδρα που η Λιμπούσσα είχε επιλέξει. Τον έντυσαν με πορφυρό μανδύα και τον ανέβασαν στο λευκό άλογο. Καθώς έφευγαν από την κοιλάδα, ο Πσέμισλ κοίταξε μια τελευταία φορά πίσω του το χωράφι.
«Αντίο, ελευθερία της σιωπής», ψιθύρισε. «Καλώς ήρθες, βάρος του στέμματος.»
Η πομπή ξεκίνησε για το κάστρο της Λιμπούσσας, όπου η μεγάλη δούκισσα περίμενε τον άνδρα που θα μοιραζόταν μαζί της το μέλλον ενός ολόκληρου έθνους.Συνεχίζουμε με το τρίτο μέρος, όπου η συνάντηση της Λιμπούσσα με τον Πσέμισλ σφραγίζει τη μοίρα της Βοημίας και ξεκινά η οικοδόμηση μιας νέας εποχής.
LIBUSSA (ΜΕΡΟΣ 3)
Η είδηση πως ο νέος ηγεμόνας βρέθηκε και πλησίαζε στο κάστρο διαδόθηκε σαν αστραπή. Ο λαός είχε παραταχθεί στους δρόμους, περίεργος να δει τον «ζευγολάτη βασιλιά». Όταν η πομπή έφτασε στις πύλες, η Λιμπούσσα κατέβηκε από τα σκαλιά του ανακτόρου, ντυμένη με την επίσημη λευκή της εσθήτα, κρατώντας το χρυσό σκήπτρο.
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Ο Πσέμισλ κατέβηκε από το άλογο και υποκλίθηκε με μια φυσική ευγένεια που δεν διδάσκεται σε αυλές, αλλά πηγάζει από την εσωτερική γαλήνη.
«Ήρθες, λοιπόν», είπε η Λιμπούσσα, και στο πρόσωπό της σχηματίστηκε ένα αδιόρατο χαμόγελο ικανοποίησης. «Η σιδερένια τράπεζα ήταν το σημάδι, αλλά η σοφία στα μάτια σου είναι η απόδειξη πως η επιλογή ήταν σωστή.»
«Με κάλεσες από το υνί στον θρόνο, δούκισσα», απάντησε εκείνος. «Δεν φέρνω μαζί μου στρατούς ούτε θησαυρούς, παρά μόνο τα χέρια μου που ξέρουν να δουλεύουν και μια καρδιά που δεν φοβάται την αλήθεια.»
Οι δυο τους ανέβηκαν στον θρόνο και η Λιμπούσσα τον παρουσίασε επίσημα στον λαό. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις των ευγενών, η επιβλητική παρουσία του Πσέμισλ και η ακλόνητη σιγουριά της Λιμπούσσα κατέπνιξαν κάθε ψίθυρο. Οι εορτασμοί κράτησαν μέρες, και η ένωση της πνευματικής δύναμης της Λιμπούσσα με την πρακτική ευφυΐα του Πσέμισλ έφερε μια νέα χρυσή εποχή.
Ωστόσο, οι δύο μεγαλύτερες αδελφές της Λιμπούσσα, η Μπέλα και η Τέτα, δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτές τις εξελίξεις. Αποτραβηγμένες στους πύργους τους, ασχολούνταν με τη μαγεία και τη μαντεία, νιώθοντας πως η μικρότερη αδελφή τους είχε προδώσει την ιερή αποστολή της για χάρη ενός θνητού.
Μια νύχτα, η Μπέλα επισκέφθηκε τη Λιμπούσσα στο κρυφό της δωμάτιο. «Αδελφή μου», της είπε με φωνή ψυχρή, «έχεις δέσει τη μοίρα σου με το χώμα. Ξέχασες πως η καταγωγή μας είναι από τα πνεύματα του δάσους; Αυτός ο άνδρας που διάλεξες θα φέρει πόλεις, τείχη και νόμους, και το δάσος θα υποχωρήσει.»
Η Λιμπούσσα την κοίταξε στα μάτια. «Το δάσος είναι η ρίζα μας, Μπέλα, αλλά οι άνθρωποι είναι οι καρποί μας. Δεν μπορούμε να ζούμε για πάντα στις σκιές. Η Βοημία χρειάζεται θεμέλια, όχι μόνο ξόρκια.»
«Τότε ας είναι», αποκρίθηκε η Μπέλα. «Αλλά να ξέρεις πως η πόλη που ονειρεύεσαι να χτίσεις θα είναι το μνημείο της δικής σου θνητότητας.»
Απτόητη από τις προειδοποιήσεις, η Λιμπούσσα αποφάσισε να ιδρύσει μια νέα πόλη, ένα κέντρο πολιτισμού και ισχύος. Μια μέρα, στάθηκε στην κορυφή ενός λόφου που έβλεπε τον ποταμό Μολδάβα. Το βλέμμα της θόλωσε, καθώς μια προφητική έκσταση την κυρίευσε.
«Βλέπω μια μεγάλη πόλη», φώναξε στο πλήθος που την ακολουθούσε, «της οποίας η δόξα θα φτάσει ως τα άστρα. Εκεί, κάτω από εκείνον τον απόκρημνο βράχο, θα βρείτε έναν άνδρα που πελεκάει το κατώφλι (práh) του σπιτιού του. Από αυτό το κατώφλι θα ονομάσετε την πόλη ΠΡΑΓΑ.»
Οι στρατιώτες έτρεξαν στο σημείο που υπέδειξε και, πράγματι, βρήκαν έναν τεχνίτη να εργάζεται. Στο σημείο εκείνο άρχισαν να μπαίνουν τα πρώτα θεμέλια του κάστρου Βίσεχραντ.
Η Λιμπούσσα περνούσε τις ώρες της επιβλέποντας τα έργα, ενώ ο Πσέμισλ οργάνωνε τους νόμους του κράτους. Όμως, η νοσταλγία για το δάσος δεν την είχε εγκαταλείψει ποτέ. Συχνά, τις νύχτες, ένιωθε το κάλεσμα της παλιάς δρυός, της μητέρας της, που ψιθύριζε πως ο χρόνος της ανάμεσα στους ανθρώπους άρχιζε να τελειώνει.
«Πσέμισλ», του είπε ένα βράδυ καθώς κοιτούσαν τα τείχη που υψώνονταν, «έχτισα το κατώφλι για το μέλλον του λαού μας. Υποσχέσου μου πως, όταν οι τοίχοι αυτοί θα είναι έτοιμοι, δεν θα ξεχάσεις ποτέ τη φωνή του ανέμου στα κλαδιά.»
Ο Πσέμισλ την αγκάλιασε σφιχτά. «Εσύ είσαι ο άνεμος και η ρίζα μου, Λιμπούσσα. Χωρίς εσένα, αυτά τα τείχη είναι απλές πέτρες.»
Αλλά η μοίρα, όπως την είχαν υφάνει οι τρεις αδελφές με τις αλλόκοτες δυνάμεις τους, δεν μπορούσε να αλλάξει. Η Λιμπούσσα ήξερε πως η βασιλεία της ήταν το πέρασμα από το μύθο στην ιστορία.
LIBUSSA (ΜΕΡΟΣ 4)
Η οικοδόμηση της Πράγας προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς, αλλά όσο ψήλωναν τα τείχη, τόσο βάραινε η καρδιά της Λιμπούσσα. Η νέα πόλη δεν ήταν μόνο ένα οχυρό, αλλά ένα σύμβολο της νέας εποχής, όπου ο σίδηρος και η πέτρα αντικαθιστούσαν το θρόισμα των φύλλων και τη μαγεία του δάσους. Ο Πσέμισλ, αν και πάντα στοργικός, είχε απορροφηθεί από τα καθήκοντα του νομοθέτη. Είχε θεσπίσει κανόνες για το εμπόριο, τη γεωργία και την άμυνα, μεταμορφώνοντας τη Βοημία σε ένα κράτος ισχυρό και υπολογίσιμο.
Μια μέρα, οι δύο αδελφές της Λιμπούσσα, η Μπέλα και η Τέτα, την κάλεσαν σε μια μυστική συνάντηση στις όχθες του Μολδάβα. Το πρόσωπό τους ήταν αυστηρό, σχεδόν απόκοσμο.
«Κοίταξε τι έκανες», είπε η Τέτα, δείχνοντας τις καπνοδόχους που άρχισαν να υψώνονται στον ορίζοντα. «Φυλάκισες τον λαό σου σε πέτρινα κλουβιά. Οι άνθρωποι δεν κοιτάζουν πια τα άστρα για να μάθουν το μέλλον, αλλά κοιτάζουν το χρυσάφι στις τσέπες τους.»
«Η τάξη φέρνει ασφάλεια», απάντησε η Λιμπούσσα. «Δεν μπορούσαν να ζουν για πάντα στο έλεος του χειμώνα και της τύχης.»
«Ασφάλεια;» γέλασε η Μπέλα πικρά. «Τους έδωσες έναν βασιλιά και τώρα εκείνοι ζητούν περισσότερα. Δεν βλέπεις πως ο Πσέμισλ, ο εκλεκτός σου, γίνεται σιγά-σιγά ένας από αυτούς; Ξέχασε το αλέτρι, ξέχασε και τη δρυ.»
Η Λιμπούσσα ένιωσε μια κέντωση αμφιβολίας. Εκείνο το βράδυ, βρήκε τον Πσέμισλ στο γραφείο του, πάνω από χάρτες και περγαμηνές. Τα παλιά του τσόκαρα, που κάποτε είχε ορκιστεί να κρατά ως ενθύμιο, ήταν τώρα κλεισμένα σε μια χρυσή θήκη, περισσότερο ως κειμήλιο παρά ως υπενθύμιση.
«Πσέμισλ», τον φώναξε σιγανά, «θυμάσαι τη μέρα που το άλογο υποκλίθηκε μπροστά σου; Θυμάσαι τη γεύση του ψωμιού πάνω στο σιδερένιο υνί;»
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του, κουρασμένος αλλά αποφασιστικός. «Τα θυμάμαι όλα, αγαπημένη μου. Αλλά σήμερα πρέπει να υπογράψω το διάταγμα για τους νέους φόρους. Χρειαζόμαστε πόρους για να τελειώσουμε το κάστρο. Η Πράγα πρέπει να είναι απόρθητη.»
«Η Πράγα θα είναι απόρθητη όταν οι καρδιές των ανθρώπων είναι ελεύθερες, όχι όταν τα τείχη είναι ψηλά», είπε η Λιμπούσσα, αλλά τα λόγια της έμοιαζαν να χάνονται μέσα στη βοή των έργων που ακούγονταν από το παράθυρο.
Η Λιμπούσσα κατάλαβε πως η δική της αποστολή πλησίαζε στο τέλος της. Η φύση της, μισή θνητή και μισή πνεύμα, δεν μπορούσε να αντέξει για πολύ ακόμα το βάρος της πολιτικής ίντριγκας και της υλικής προόδου. Άρχισε να περνά όλο και περισσότερο χρόνο μόνη της, στην παλιά δρυ του πατέρα της, αναζητώντας τη φωνή της μητέρας της.
Μια νύχτα, η Δρυάδα εμφανίστηκε ξανά στο όνειρό της. «Το δέντρο γερνάει, κόρη μου», ψιθύρισε το πνεύμα. «Οι ρίζες του πνίγονται από τις πέτρες της πόλης σου. Όταν το τελευταίο φύλλο της κορυφής πέσει, η σύνδεσή σου με αυτόν τον κόσμο θα κοπεί.»
Η Λιμπούσσα ξύπνησε κάθιδρη. Έτρεξε στο παράθυρο και είδε το φεγγάρι να φωτίζει τα μισοτελειωμένα τείχη του Βίσεχραντ. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Έπρεπε να αφήσει μια τελευταία παρακαταθήκη, μια προφητεία που θα οδηγούσε τη Βοημία μέσα από τους αιώνες που θα έρχονταν, πολύ μετά την αναχώρησή της.
Κάλεσε τον Πσέμισλ και τους συμβούλους του. «Ετοιμάστε μια μεγάλη γιορτή στην κορυφή του λόφου», διέταξε. «Θέλω να δω όλο τον λαό συγκεντρωμένο. Η Λιμπούσσα έχει μια τελευταία λέξη να πει.»
Ο Πσέμισλ την κοίταξε με ανησυχία. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα της, μια λάμψη που δεν ήταν αυτού του κόσμου, μια διαύγεια που τον έκανε να νιώσει ξανά όπως την πρώτη μέρα στο χωράφι: μικρός μπροστά στο μεγαλείο της μοίρας.
LIBUSSA (ΜΕΡΟΣ 5)
Η ημέρα της μεγάλης γιορτής έφτασε. Χιλιάδες άνθρωποι είχαν κατακλύσει τον λόφο του Βίσεχραντ, περιμένοντας να ακούσουν τη δούκισσά τους. Ο αέρας ήταν βαρύς από το άρωμα των ανθισμένων δέντρων και την προσμονή. Ο Πσέμισλ στεκόταν δίπλα της, φορώντας την επίσημη πανοπλία του, αλλά το χέρι του έτρεμε ελαφρά καθώς κρατούσε το δικό της.
Η Λιμπούσσα ανέβηκε στο ψηλότερο σημείο του βράχου. Το βλέμμα της δεν ήταν στραμμένο στο πλήθος, αλλά κάπου μακριά, πέρα από τον ορίζοντα του χρόνου.
«Λαέ της Βοημίας!» φώναξε, και η φωνή της ακούστηκε καθαρά μέχρι τις τελευταίες σειρές, σαν να την μετέφερε ο ίδιος ο άνεμος. «Ζητήσατε βασιλιά και σας δόθηκε. Χτίσατε πόλη και θα κατοικηθεί. Όμως ακούστε τι έρχεται: Βλέπω την Πράγα να φλέγεται και να αναγεννάται από τις στάχτες της. Βλέπω ξένους ηγεμόνες να πατούν αυτά τα χώματα και τον λαό μου να υποφέρει κάτω από ξένους ζυγούς. Όμως, όσο το κατώφλι της Πράγας παραμένει όρθιο, η ψυχή της Βοημίας δεν θα σβήσει ποτέ.»
Έπειτα, στράφηκε στον Πσέμισλ. «Κι εσύ, άνδρα μου, θυμήσου: η δύναμή σου δεν πηγάζει από τους νόμους που γράφεις, αλλά από το χώμα που όργωσες. Μην αφήσεις το χρυσάφι να πνίξει τη φωνή της δικαιοσύνης.»
Καθώς μιλούσε, ένα παράξενο φαινόμενο άρχισε να συμβαίνει. Το δέντρο της Δρυάδας, η αρχαία δρυς που βρισκόταν στην αυλή του κάστρου, άρχισε να μαραίνεται απότομα. Τα φύλλα του, αν και ήταν άνοιξη, έγιναν κίτρινα και άρχισαν να πέφτουν κατά χιλιάδες, καλύπτοντας το έδαφος σαν χρυσό χαλί.
Η Λιμπούσσα ένιωσε μια ξαφνική αδυναμία. Το πρόσωπό της έγινε χλωμό σαν το μάρμαρο. «Η ώρα μου έφτασε», ψιθύρισε στον Πσέμισλ, ο οποίος την έπιασε στην αγκαλιά του πριν πέσει.
«Τι λες, αγαπημένη μου; Οι γιατροί θα σε βοηθήσουν, είναι απλώς η κούραση της ημέρας», είπε εκείνος με αγωνία.
Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αργά. «Κανένα φάρμακο θνητού δεν μπορεί να θεραπεύσει τον χωρισμό της ψυχής από τη ρίζα της. Η μητέρα μου με καλεί. Το δάσος διεκδικεί πίσω αυτό που δάνεισε στη γη.»
Τότε, οι δύο αδελφές της, η Μπέλα και η Τέτα, εμφανίστηκαν μέσα από το πλήθος. Δεν είχαν θλίψη στα πρόσωπά τους, αλλά μια ιερή επισημότητα. «Ελάτε», είπαν στον Πσέμισλ. «Άφησέ την σε εμάς. Πρέπει να την πάμε εκεί που οι πέτρες δεν πνίγουν την ανάσα.»
Μεταφέρθηκε σε ένα κρυφό δωμάτιο στο βάθος του κάστρου, εκεί όπου το πάτωμα ήταν ακόμη γυμνό χώμα και οι τοίχοι καλυμμένοι με κισσό. Ο Πσέμισλ έμεινε έξω από την πόρτα, περιμένοντας όλη τη νύχτα. Μέσα από το δωμάτιο ακούγονταν ψίθυροι σε γλώσσες που δεν αναγνώριζε και τραγούδια που έμοιαζαν με το κλάμα του νερού στις σπηλιές.
Όταν το πρώτο φως της αυγής φάνηκε, η πόρτα άνοιξε. Η Μπέλα βγήκε έξω μόνη της. «Πού είναι;» ρώτησε ο Πσέμισλ, ορμώντας μέσα.
Το δωμάτιο ήταν άδειο. Στο κέντρο, εκεί που πριν λίγο βρισκόταν το κρεβάτι της Λιμπούσσα, υπήρχε τώρα μόνο μια μικρή πηγή που ανάβλυζε καθαρό νερό, και δίπλα της ένα φρέσκο κλαδί δρυός με τρία πράσινα βελανίδια.
«Δεν ανήκει πια στον κόσμο των ορίων», είπε η Μπέλα. «Έγινε πνεύμα που θα προστατεύει αυτή την πόλη όσο υπάρχει το όνομά της. Εσύ θα κυβερνήσεις τώρα μόνος σου, Πσέμισλ, αλλά η σκιά της θα είναι πάντα το στέμμα σου.»
Ο Πσέμισλ έπεσε στα γόνατα μπροστά στην πηγή. Πήρε το κλαδί της δρυός και το φίλησε. Εκείνη τη στιγμή, κατάλαβε πως η Λιμπούσσα δεν του είχε χαρίσει μόνο έναν θρόνο, αλλά μια αποστολή που ξεπερνούσε τη δική του ζωή.
LIBUSSA (ΜΕΡΟΣ 6)
Ο Πσέμισλ, αν και βυθισμένος στη θλίψη για την εξαφάνιση της αγαπημένης του, απέδειξε πως η επιλογή της Λιμπούσσα δεν ήταν τυχαία. Κυβέρνησε με σιδερένια πυγμή αλλά και με την αγροτική του σύνεση. Ωστόσο, η απουσία της Δούκισσας άφησε ένα κενό που δεν μπορούσε να γεμίσει με νόμους. Οι γυναίκες της Βοημίας, που είχαν συνηθίσει να έχουν μια γυναίκα στο τιμόνι, ένιωθαν τώρα παραγκωνισμένες από το αυστηρό πατριαρχικό σύστημα που εισήγαγε ο Πσέμισλ και οι σύμβουλοί του.
Επικεφαλής αυτής της δυσαρέσκειας τέθηκε η Βλάστα, η πιο έμπιστη ακόλουθος της Λιμπούσσα. «Δεν θα γίνουμε σκλάβες σε μια πόλη που χτίστηκε από το όραμα μιας γυναίκας!» διακήρυξε η Βλάστα.
Με την κρυφή υποστήριξη της Μπέλας και της Τέτας, οι οποίες ήθελαν να εκδικηθούν για την «πέτρινη φυλακή» της Πράγας, η Βλάστα συγκέντρωσε έναν στρατό από γυναίκες και οχυρώθηκε στο κάστρο Ντέβιν, στην απέναντι όχθη του Μολδάβα. Ξεκίνησε έτσι ο λεγόμενος «Πόλεμος των Παρθένων».
Ο Πσέμισλ προσπάθησε αρχικά να αντιμετωπίσει την κατάσταση με χιούμορ. «Πώς είναι δυνατόν τα σπαθιά να φοβηθούν τα αδράχτια;» ρώτησε τους συμβούλους του, γελώντας.
Όμως, η Βλάστα ήταν δεινή πολεμίστρια και οι γυναίκες της πολεμούσαν με μια λύσσα που οι άνδρες του Πσέμισλ δεν είχαν ξαναδεί. Οι μάχες ήταν σκληρές και η Βοημία διχάστηκε. Μια νύχτα, ο Πσέμισλ είδε στον ύπνο του τη Λιμπούσσα. Δεν ήταν πια η χλωμή γυναίκα που πέθαινε, αλλά μια φωτεινή μορφή που έμοιαζε με τρεχούμενο νερό.
«Πσέμισλ», του ψιθύρισε, «το σπαθί δεν μπορεί να δώσει λύση εκεί που η καρδιά έχει πληγωθεί. Οι γυναίκες αυτές δεν ζητούν το αίμα σου, αλλά τον σεβασμό που έχασαν όταν εγώ έφυγα. Μην πολεμάς τη φύση, αγκάλιασε την.»
Ο Πσέμισλ ξύπνησε αναστατωμένος. Κατάλαβε πως η υπεροψία του είχε προκαλέσει αυτή την εξέγερση. Την επόμενη μέρα, αντί να στείλει τον στρατό του να κάψει το Ντέβιν, πήγε ο ίδιος μόνος του, χωρίς πανοπλία, κρατώντας μόνο τα παλιά του ξύλινα τσόκαρα που είχε βγάλει από τη χρυσή θήκη.
Στάθηκε κάτω από τα τείχη του γυναικείου κάστρου και φώναξε: «Βλάστα! Βγες να με δεις. Δεν έρχομαι ως δούκας, αλλά ως ο Πσέμισλ που όργωνε τη γη. Φέρνω μαζί μου τη μνήμη της Λιμπούσσα και ζητώ συγγνώμη που ξέχασα πως το κατώφλι της Πράγας το σκάλισε ένας άνδρας, αλλά το όνειρο το είδε μια γυναίκα.»
Η Βλάστα εμφανίστηκε στις επάλξεις, με το τόξο τεντωμένο. Το βλέμμα της ήταν σκληρό, αλλά όταν είδε τα ταπεινά παπούτσια στα χέρια του ηγεμόνα, η ένταση άρχισε να υποχωρεί.
«Γιατί μας φέρνεις αυτά τα κουρέλια, Πσέμισλ;» ρώτησε.
«Για να σας δείξω πως είμαστε όλοι ίσοι μπροστά στο χώμα που μας τρέφει», απάντησε εκείνος. «Ας σταματήσει αυτός ο πόλεμος. Η Πράγα θα έχει δύο θρόνους: έναν για τη δύναμη και έναν για τη σοφία. Οι γυναίκες της Βοημίας θα έχουν τη δική τους φωνή στο συμβούλιο, όπως την είχε η Λιμπούσσα.»
Η Βλάστα κατέβασε το τόξο. Ο πόλεμος τελείωσε εκείνη την ημέρα, όχι με αίμα, αλλά με μια νέα συμφωνία που έκανε τη Βοημία ακόμα πιο ισχυρή. Ο Πσέμισλ κατάλαβε πως η Λιμπούσσα, ακόμα και ως πνεύμα, συνέχιζε να κυβερνά μέσα από τις δικές του πράξεις.
Όμως, οι αδελφές της, η Μπέλα και η Τέτα, δεν είχαν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη. Ένιωθαν πως ο Πσέμισλ είχε γίνει πολύ «άνθρωπος» και πολύ λίγο «πνεύμα». Αποφάσισαν να τον υποβάλουν σε μια τελική δοκιμασία για να δουν αν άξιζε πραγματικά να συνεχίσει τη δυναστεία της αδελφής τους.
LIBUSSA (ΜΕΡΟΣ 7)
Η Μπέλα και η Τέτα κάλεσαν τον Πσέμισλ στο αρχαίο δάσος, εκεί όπου η μεγάλη δρυς στεκόταν τώρα γυμνή και σιωπηλή. Ο ουρανός ήταν σκοτεινός και τα δέντρα έμοιαζαν να ψιθυρίζουν απειλές. Ο Δούκας έφτασε χωρίς συνοδεία, ξέροντας πως απέναντι στις αδελφές της γυναίκας του, τα σπαθιά δεν είχαν καμία αξία.
«Πσέμισλ», είπε η Μπέλα, και τα μάτια της έλαμπαν στο σκοτάδι σαν φωτιά. «Έχτισες πόλεις και έφερες ειρήνη. Όμως η Λιμπούσσα ήταν ένα πνεύμα του αέρα και του νερού. Η δυναστεία σου θα επιβιώσει μόνο αν μπορείς να αποδείξεις πως το αίμα σου δεν έχει γίνει ακόμα βάλτος από τις ανέσεις του παλατιού.»
«Τι ζητάτε από μένα;» ρώτησε ο Πσέμισλ σταθερά.
«Τρεις ερωτήσεις», είπε η Τέτα. «Αν απαντήσεις σωστά, η Βοημία θα ευημερήσει για χίλια χρόνια. Αν αποτύχεις, η Πράγα θα γίνει ερείπια πριν προλάβεις να δεις τον επόμενο ήλιο.»
Ο Πσέμισλ έγνεψε καταφατικά.
«Πρώτη ερώτηση: Ποιο είναι το πιο βαρύ πράγμα που κουβαλά ένας ηγεμόνας;» ρώτησε η Μπέλα. Ο Πσέμισλ δεν δίστασε. «Δεν είναι το στέμμα ούτε η πανοπλία. Είναι η υπόσχεση που έδωσε και δεν μπορεί να τηρήσει. Αυτή η υπόσχεση κάθεται στον ώμο του και τον λυγίζει περισσότερο από κάθε μέταλλο.»
Οι αδελφές αντάλλαξαν ένα βλέμμα. «Δεύτερη ερώτηση: Ποιο είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να διαπεράσει τα τείχη της Πράγας χωρίς να ρίξει ούτε μια πέτρα;» «Η πείνα και η αδικία», απάντησε ο Πσέμισλ. «Μπορείς να έχεις τα ψηλότερα τείχη του κόσμου, αλλά αν μέσα στην πόλη υπάρχει ένας άνθρωπος που αδικείται, το τείχος έχει ήδη ραγίσει.»
Η Τέτα πλησίασε πιο κοντά. Η φωνή της έγινε ψίθυρος. «Τρίτη ερώτηση: Πού βρίσκεται τώρα η Λιμπούσσα;» Ο Πσέμισλ ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό. Κοίταξε τη μαραμένη δρυ, μετά την πηγή που ανάβλυζε στο βάθος, και τέλος έβαλε το χέρι του στην καρδιά του.
«Η Λιμπούσσα δεν βρίσκεται σε έναν τόπο», είπε με φωνή γεμάτη συγκίνηση. «Είναι η πνοή που κινεί τα φύλλα του δάσους, είναι το κατώφλι που πατούν οι πολίτες της Πράγας και είναι η σοφία που προσπαθώ να βρω κάθε φορά που δικάζω. Δεν την αναζητώ πια με τα μάτια, γιατί τη νιώθω μέσα στο ίδιο μου το αίμα.»
Μια ξαφνική λάμψη φώτισε το δάσος. Η μεγάλη δρυς, που ήταν ξερή, άρχισε να βγάζει νέα, πράσινα φύλλα με ταχύτητα αστραπής. Οι αδελφές υποκλίθηκαν μπροστά του, όχι ως υποτελείς, αλλά ως αναγνώριση.
«Πέρασες τη δοκιμασία, ζευγολάτη», είπε η Μπέλα. «Κράτησες την ταπεινότητα του αγρότη μέσα στη μεγαλοπρέπεια του δούκα. Η Λιμπούσσα θα είναι πάντα μαζί σου.»
Του παρέδωσαν ένα χρυσό δαχτυλίδι με μια πέτρα που έμοιαζε με σταγόνα νερού. «Φόρα το αυτό», του είπαν. «Όταν η πέτρα θολώνει, θα ξέρεις πως η δικαιοσύνη σου κλονίζεται. Όταν είναι καθαρή, η Βοημία θα είναι ασφαλής.»Φτάνουμε στο τελευταίο μέρος (8/8), τον επίλογο της ιστορίας, όπου το όραμα της Λιμπούσσα σφραγίζεται στην ιστορία και η κληρονομιά της γίνεται ο θεμέλιος λίθος ενός ολόκληρου έθνους.
LIBUSSA (ΜΕΡΟΣ 8)
Τα χρόνια πέρασαν και ο Πσέμισλ κυβέρνησε τη Βοημία με τη σύνεση που του δίδαξε η γη και τη διορατικότητα που του κληροδότησε η Δούκισσα. Η Πράγα έγινε το στολίδι της Ευρώπης, ένας τόπος όπου το πνεύμα και η ύλη συνυπήρχαν σε μια εύθραυστη αλλά θαυμαστή ισορροπία. Οι απόγονοι του Πσέμισλ και της Λιμπούσσα, η δυναστεία των Πσεμισλιδών, έμελλε να οδηγήσουν τη χώρα για αιώνες, κρατώντας ζωντανό το όνομα της γυναίκας που είδε το μέλλον μέσα από τις σκιές του δάσους.
Όταν ο Πσέμισλ ένιωσε το δικό του τέλος να πλησιάζει, κάλεσε τους γιους του και τους συμβούλους του στο ψηλότερο σημείο του Βίσεχραντ. Δεν φορούσε τα μεταξωτά του ενδύματα, αλλά είχε ζητήσει να του φέρουν τον παλιό του σάκο με τα ξύλινα τσόκαρα.
«Ακούστε με», τους είπε με φωνή αδύναμη αλλά γεμάτη κύρος. «Η πόλη αυτή δεν χτίστηκε μόνο με πέτρες και λάσπη. Χτίστηκε με την πίστη μιας γυναίκας που μπορούσε να δει την ομορφιά εκεί που οι άλλοι έβλεπαν μόνο χώμα. Μην αφήσετε ποτέ τη δόξα της Πράγας να σας κάνει αλαζόνες. Όσο θυμάστε το "κατώφλι", η πόλη θα παραμένει όρθια.»
Σύμφωνα με τον θρύλο, τη στιγμή που ο Πσέμισλ άφησε την τελευταία του πνοή, μια παράξενη ομίχλη σηκώθηκε από τον Μολδάβα. Η ομίχλη αυτή κάλυψε όλο το κάστρο, και όσοι βρίσκονταν εκεί ορκίζονταν πως άκουσαν δύο φωνές να ψιθυρίζουν ανάμεσα στα τείχη — μια ανδρική, σταθερή σαν το βήμα στο χωράφι, και μια γυναικεία, γλυκιά σαν το κελάρυσμα της πηγής.
Η Λιμπούσσα δεν ξεχάστηκε ποτέ. Οι ποιητές τραγούδησαν για τη σοφία της, οι ζωγράφοι απεικόνισαν το λευκό της άλογο να καλπάζει προς το πεπρωμένο, και ο λαός της Βοημίας την κράτησε ως την αιώνια προστάτιδά του. Η προφητεία της για την Πράγα βγήκε αληθινή: η πόλη γνώρισε πολιορκίες, φωτιές και κατακτήσεις, αλλά κάθε φορά αναγεννιόταν, πιστή στο όνομα που της δόθηκε πάνω στον απόκρημνο βράχο.
Ακόμη και σήμερα, λένε πως αν κάποιος σταθεί στην παλιά πύλη του κάστρου την ώρα που δύει ο ήλιος και κλείσει τα μάτια, μπορεί να νιώσει την παρουσία της. Είναι ο άνεμος που φέρνει τη μυρωδιά της αρχαίας δρυός μέσα στην καρδιά της σύγχρονης πόλης. Είναι η υπενθύμιση πως πίσω από κάθε μεγάλο επίτευγμα, πίσω από κάθε τείχος και κάθε νόμο, υπάρχει πάντα ένα όνειρο που ξεκίνησε από τη φύση.
Η ιστορία της Λιμπούσσα και του Πσέμισλ παρέμεινε το ιερό σύμβολο της ένωσης ανάμεσα στο παλιό και το νέο, ανάμεσα στη μαγεία και τη λογική. Και τα ξύλινα τσόκαρα του αγρότη, κρυμμένα κάπου στα θεμέλια του χρόνου, συνεχίζουν να θυμίζουν στους ισχυρούς πως η αληθινή αρχοντιά δεν βρίσκεται στο χρυσάφι, αλλά στην τιμή και την αγάπη για τη γη.
Η Βοημία μεγάλωσε, οι αιώνες κύλησαν, αλλά η Λιμπούσσα παραμένει εκεί — η Δούκισσα, η Μάντισσα, η Μητέρα της Πράγας — προσμένοντας την ημέρα που οι άνθρωποι θα κοιτάξουν ξανά τα άστρα με την ίδια καθαρή ματιά που είχε εκείνη κάτω από την ιερή βελανιδιά.
ΤΕΛΟΣ
Ο Πσέμισλ επέστρεψε στην Πράγα καθώς ξημέρωνε. Ο λαός τον περίμενε στις επάλξεις. Καθώς ανέβαινε στο κάστρο, είδε στον καθρέφτη του νερού της πηγής τη μορφή της Λιμπούσσα να του χαμογελάει για μια τελευταία φορά. Ήταν μια στιγμή απόλυτης ειρήνης. Η πόλη ήταν πλέον έτοιμη να γράψει τη δική της ιστορία, μια ιστορία που θα κρατούσε αιώνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.