Το έργο «A Dance Around the Moon» (Ένας χορός γύρω από το φεγγάρι), φιλοτεχνημένο γύρω στο 1880 από τον Βρετανό εικονογράφο CHARLES ALTAMONT DOYLE (πατέρα του διάσημου συγγραφέα του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ), αποτελεί έναν από τους πιο γοητευτικούς και ταυτόχρονα μελαγχολικούς σταθμούς της βικτωριανής φανταστικής τέχνης.
Θεματική Ανάλυση
Η μαγεία του πίνακα έγκειται στην απόλυτη αντίθεση και ταυτόχρονα αρμονική σύντηξη δύο διαφορετικών κόσμων:
Η Βικτωριανή Πραγματικότητα: Στην πομπή συμμετέχουν σύμβολα εξουσίας, τάξης και καθημερινότητας της εποχής. Αστυνομικοί με τις χαρακτηριστικές στολές τους, αυστηροί, περουκίες δικαστές που κουβαλούν το βάρος του νόμου, αναβάτες και άλογα. Όλοι αυτοί οι εκπρόσωποι του ορθολογισμού και της κοινωνικής δομής χάνουν τη βαρύτητά τους.
Το Φανταstικό και το Υπερφυσικό: Δίπλα στους θεσμούς της τάξης παρελαύνουν ξωτικά, νεράιδες, αέρινα πλάσματα της φύσης και παράξενα ζώα. Αψηφώντας τη βαρύτητα και κάθε λογική, αιωρούνται στο νυχτερινό στερέωμα, παρασύροντας τους πάντες σε έναν εκστατικό, ατελείωτο χορό γύρω από τον φωτεινό δίσκο της σελήνης.
Ο Ντόιλ δεν δημιουργεί απλώς μια παραμυθένια εικόνα, αλλά μια αλληγορία για την ανθρώπνη κατάσταση. Η αυστηρή βικτωριανή ηθική και η τάξη υποτάσσονται στο όνειρο, στο υποσυνείδητο και στη μαγεία, υποδεικνύοντας ότι πίσω από την αυστηρή πρόσοψη της κοινωνίας κρύβεται ένας κόσμος ανεξέλεγκτος, ποιητικός και παράλογος.
Η Διήγηση
Η νύχτα του 1880 δεν έμοιαζε με καμία άλλη στο Λονδίνο, ούτε σε κανένα άλλο σημείο όπου οι άνθρωποι πίστευαν πως η γη είχε άκρες και οι νόμοι είχαν ατσάλινα θεμέλια. Ψηλά, στον βελούδινο, μελάνινο ουρανό, το φεγγάρι δεν ήταν μια απλή, αδιάφορη σφαίρα από πάγο και σκόνη. Ήταν ένας τεράστιος, εκθαμβωτικός δίσκος από λευκό χρυσό, που έλουζε με μια απόκοσμη, σχεδόν υπνωτική λάμψη τα πάντα. Και γύρω από αυτόν τον φωτεινό πυρήνα, ο χρόνος είχε σταματήσει να κυλάει ευθύγραμμα· είχε τυλιχτεί σε μια ατελείωτη, ιλιγγιώδη σπείρα.
Ο αέρας ήταν πυκνός από αρωματική σκόνη αστεριών και το αθόρυβο, μαγικό κάλεσμα ενός αοράτου αυλού. Ξαφνικά, μέσα από τις σκιές των σύννεφων, ξεχύθηκαν τα πλάσματα του επέκεινα. Νεράιδες με φτερά από γυαλί και λιβέριο, ξωτικά με μυτερά αυτιά που γελούσαν σαρδόνια και παράξενα, μυθικά ζώα με προβιές που άστραφταν στο σεληνόφως διέσχιζαν το στερέωμα σαν σμήνη από φωτεινές πεταλούδες.
Το πιο εντυπωσιακό, ωστόσο, δεν ήταν η παρουσία των πλασμάτων της φαντασίας, αλλά η παρέα τους. Δίπλα σε μια αιθέρια βασίλισσα των ξωτικών πετούσε, εντελώς ατάραχος μέσα στην αλλόκοτη φύση του σκηνικού, ένας τυπικός Βρετανός αστυνομικός. Η μπλε του στολές και το κράνος του έρχονταν σε κωμική και ταυτόχρονα ποιητική αντίθεση με τα γυμνά, λαμπερά πόδια μιας νεράιδας που χόρευε πάνω σε μια αχτίδα φωτός. Λίγο πιο πέρα, ένας σεβάσμιος δικαστής, φορώντας τη βαριά, λευκή του περούκα και την τυπική του τήβεννο, είχε ξεχάσει κάθε έννοια νομοθεσίας και δικαιοσύνης. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα από έκσταση, τα χέρια του απλωμένα στον αέρα, ενώ η περούκα του κυμάτιζε καθώς έκανε μια αριστοτεχνική πιρουέτα στον αέρα, ακριβώς δίπλα σε έναν καλπάζοντα επίγειο αναβάτη του οποίου το άλογο είχε φυτρώσει φτερά από όνειρο.
«Η τάξη!» φάνηκε να μουρμουρίζει ο δικαστής μέσα στη σιωπή της νύχτας, αλλά η φωνή του πνίγηκε στα γέλια των ξωτικών. Εδώ, στους πρόποδες του φεγγαριού, καμία τάξη δεν είχε ισχύ εκτός από εκείνη του ενστίκτου και του ονείρου.
Ο Charles Altamont Doyle, καθισμένος με το πινέλο του στο χέρι σε μια γωνιότροπη πραγματικότητα, παρατηρούσε από μακριά αυτό το μεγαλειώδες πανηγύρι. Έβλεπε τους ανθρώπους της εξουσίας και της σκληρής βικτωριανής καθημερινότητας να απογυμνώνονται από τα σοβαροφανή τους προσωπεία. Ο αστυνομικός, ο δικαστής, οι καλογυαλισμένοι riders, όλοι είχαν παραδοθεί στη μέθη του μεγάλου κύκλου. Ένας αστυνόμος, μάλιστα, πιάστηκε χέρι-χέρι με ένα σκιερό καλικάντζαρο, χορεύοντας ταγκό πάνω στα σύννεφα, αψηφώντας τη βαρύτητα, τη λογική, τα βιβλία, τους κανόνες και τις φήμες που κυκλοφορούσαν κάτω στις ομιχλώδεις λεωφόρους του Λονδίνου.
Καθώς η νύχτα προχωρούσε, ο χορός γινόταν πιο γρήγορος, πιο εκστατικός. Τα άλογα καλπάζανε στο κενό σαν να πατούσαν σε αιώνιες λεωφόρους από μάρμαρο, τα ρούχα των επιφανών δικαστών μπλέκονταν με τις μεταξωτές κλωστές των ξωτικών, και το φεγγάρι χαμογελούσε, μια αιώνια, λευκή παρουσία που έκρυβε όλα τα μυστικά του κόσμου. Κανείς δεν ήθελε να τελειώσει αυτή η πτήση, γιατί όλοι κατάλαβαν, έστω και για λίγο, πως η πραγματικότητα δεν ήταν παρά μια μικρή, γκρίζα παρένθεση μέσα σε έναν άπειρο, μαγικό χορό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.