ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜ
Ζούσε κάποτε μια ηλικιωμένη βασίλισσα, της οποίας ο σύντροφος είχε χαθεί από χρόνια στα σκοτεινά μονοπάτια της αιωνιότητας. Είχε μια κόρη μοναχοκόρη, που ήταν λες κι είχε σμιλευτεί από φως και κρύσταλλο, η οποία, όταν άνθισε η νιότη της, δόθηκε με ιερό λόγο σε έναν πρίγκιπα που βασίλευε πέρα από τα μακρινά βουνά, σε μια χώρα ομιχλώδη και άγνωστη.
Καθώς η ώρα του αποχωρισμού πλησίαζε κι η κόρη ετοιμαζόταν να διαβεί τα σύνορα του κόσμου της, η βασιλομήτωρ τής ετοίμασε προικιό βασιλικό και ακριβό: χρυσαφικά που αστραφτούσαν σαν το πρωινό άστρο, ασημικά, σκεύη τιμαλφή, και θησαυρούς αμέτρητους που άρμοζαν σε βασιλική ψυχή. Της χάρισε ακόμη μια υπηρέτρια για σύντροφο στο δρόμο και της έδωσε για στήριγμα ένα άλογο μοναδικό, τον Φαλάντα, που η λαλιά του έμοιαζε με ανθρώπινη και η καρδιά του γνώριζε τα
μυστικά του ανέμου.Πριν ξεκινήσουν, η βασίλισσα μπήκε στο μυστικό της δωμάτιο, πήρε ένα λευκό,λόθριο μαντήλι και, με μια πληγή αγάπης και προνοητικότητας, έκοψε πάνω του τρεις σταγόνες από το ίδιο της το αίμα. Το έδωσε στην κόρη της και της είπε με φωνή τρεμάτη: — «Παιδί μου αγαπημένο, φύλαξε τούτο το μαντήλι σαν το πολυτιμότερο φυλαχτό της ζωής σου· θα σε σώσει στις φουρτούνες του μεγάλου ταξιδιού».
Ανέβηκαν στα άλογα και τράβηξαν μπροστά. Μα καθώς η στράτα αποδεικνυόταν μακριά και καυτή, η πριγκίπισσα ένιωσε τα χείλη της να καίγονται από την κάψα της δίψας και παρακάλεσε την υπηρέτρια: — «Κατέβα, σε παρακαλώ, και φέρε μου νερό με το χρυσό ποτήρι μας από τούτο το ρυάκι που κελαηδά. Διψώ ως την ψυχή». Μα εκείνη, με θράσος μαύρο σαν τη νύχτα, της αποκρίθηκε: — «Αν διψάς τόσο, σκύψε μόνη σου στη γη και πιες από το νερό. Εγώ δεν πρόκειται να γίνω ποτέ ξανά η υπηρέτριά σου».
Η βασιλοπούλα, με την καρδιά γεμάτη καλοσύνη και αθωότητα, σκύφτηκε πάνω από το ρέον νερό. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, το λευκό μαντήλι με τις τρεις σταγόνες αίματος γλίστρησε από τον κόρφο της, έπεσε στο ρέμα και παρασύρθηκε βιαστικά από το αμείλικτο ρεύμα, χαμένος θησαυρός που βυθίστηκε στη λήθη. Η κοπέλα, από την ξαφνική ταραχή, δεν πρόφτασε ούτε να το αγγίξει. Όμως η πονηρή υπηρέτρια την παραφύλαγε και, διψασμένη για εξουσία και δόξα, άδραξε την ευκαιρία σαν αρπακτικό πουλί.
Με τον χαμό του φυλαχτού, η πριγκίπισσα έχασε κάθε δύναμη, κάθε θάρρος και κάθε υπεροχή. Η σκλάβα την ανάγκασε να βγάλουν τα άλογα και τα φορέματά τους: η αληθινή βασιλοπούλα ντύθηκε τα κουρέλια της υπηρέτειας, ενώ η αλαζονική υπηρέτρια φόρεσε τα βασιλικά ενδύματα και κάθισε στη ράχη του Φαλάντα. Της έβαλε μάλιστα να ορκιστεί φρικτό όρκο σιωπής κάτω από τον ουρανό, απειλώντας την πως ανλιστήσει λέξη σε οποιονδήποτε μέσα στο παλάτι, η ζωή της θα κοπτόταν ακαριαία. Ο πιστός Φαλάντα, μάρτυρας της αδικίας, υπέφερε σιωπηλός, δεμένος κι αυτός από τη μοίρα.
Όταν έφτασαν στις πύλες του βασιλικού παλατιού, ο νεαρός πρίγκιπας βγήκε να τους προϋπαντήσει με πρόσωπο φωτεινό από χαρά. Αγκάλιασε την ψεύτικη νύφη πιστεύοντας πως κρατά στην αγκαλιά του την εκλεκτή της καρδιάς του, ενώ την αληθινή κόρη του βασιλιά την έστειλαν στην αυλή, ανάμεσα στα ζώα και τη λάσπη. Ο ηλικιωμένος βασιλιάς διέταξε έναν φτωχό και αγαθό βοσκοπούλη, τον Κούρδη, να την πάρει μαζί του στα λιβάδια για να βόσκουν μαζί τις χήνες.
Η ψεύτικη νύφη, τρέμοντας σύγκορμη μη τυχόν και ο Φαλάντα προδώσει το μυστικό της με τη λαλιά του, πήγε στον βασιλιά και ζήτησε να θανατωθεί το ζώο, με το ψέμα πως της ήταν εντελώς άχρηστο. Έδωσαν εντολή στον δήμιο να του κόψει το κεφάλι. Όταν η αληθινή πριγκίπισσα το έμαθε, έτρεξε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα και παρακάλεσε τον σφαγέα να καρφώσει τουλάχιστον το κεφάλι του Φαλάντα κάτω από τη σκοτεινή καμάρα της πύλης, από όπου περνούσε κάθε πρωί και βράδυ με τις χήνες, ώστε να μπορεί να του μιλάει. Ο δήμιος τη λυπήθηκε βαθιά και έκανε το χατίρι της.
Την άλλη μέρα το πρωί, καθώς η πριγκίπισσα περνούσε κάτω από την καμάρα συνοδευόμενη από τον Κούρδη, σήκωσε το βλέμμα της θλιμμένα και είπε: — «Ω, Φαλάντα, εδώ που κρέμεσαι και λιώνεις...» Και το κεφάλι του αλόγου αποκρίθηκε από ψηλά, με φωνή στοιχειωμένη: — «Ω, βασιλοπούλα, τι θλίψη βαραίνει την ψυχή σου! Αν η μάνα σου το ήξερε τούτο το κακό, η καρδιά της θα είχε σπάσει από πόνο».
Βγήκαν έπειτα στην απέραντη εξοχή, στα πράσινα λιβάδια. Εκεί, η πριγκίπισσα έλυσε τα μαλλιά της, τα οποία έλαμπαν σαν καθαρός, λυωμένος χρυσός κάτω από τις αχτίδες του ήλιου. Ο Κούρτης, τυφλωμένος από τη λάμψη τους, άπλωσε τα χέρια του με πονηριά να της τραβήξει και να της κόψει μερικές τρίχες. Τότε εκείνη, υψώνοντας τα μάτια στον ουρανό, επικαλέστηκε τη δύναμη του αέρα: — «Φύσαγε, άνεμε, φύσαγε, φύσα το καπέλο του Κούρδη μακριά! Και μην τον αφήσεις να γυρίσει πίσω, πριν εγώ τελειώσω να χτενίζω και να πλέκω τα χρυσά μου μαλλιά».
Ένας δυνατός, ορμητικός άνεμος ξεχύθηκε αμέσως από το πουθενά, άρπαξε το καπέλο του Κούρδη και το πήγε πέρα στα γειτονικά υψώματα, αναγκάζοντάς τον να τρέχει ασθμαίνοντας πίσω του. Μέχρι να το πιάσει και να επιστρέψει λαχανιασμένος, η πριγκίπισσα είχε προλάβει να τελειώσει το χτένισμα και να δέσει τα μαλλιά της, κι έτσι εκείνος δεν κατάφερε να της πάρει ούτε μία τρίχα. Ο Κούρτης, θυμωμένος και ντροπιασμένος, της γύρισε την πλάτη και δεν της ξαναμίλησε σε όλη τη διαδρομή.
Το βράδυ, ο Κούρτης πήγε στον ηλικιωμένο βασιλιά και του παραπονέθηκε πικρά, λέγοντας πως δεν άντεχε άλλο να βόσκει τις χήνες μαζί με τη βοσκοπούλα, καθώς η κοπέλα τον βασάνιζε με τα αλλόκοτα κόλπα της. Ο βασιλιάς τον διέταξε να του τα ιστορήσει όλα απ' την αρχή. Ο Κούρτης του φανέρωσε το μυστικό με το κομμένο κεφάλι του αλόγου στην πύλη και τα παράξενα ξόρκια που ανάγκαζαν τον άνεμο να παίζει με το καπέλο του στα χωράφια.
Την αυγή της επομένης μέρας, ο ηλικιωμένος βασιλιάς κρύφτηκε σιωπηλός πίσω από τους θάμνους κοντά στο λιβάδι. Είδε με τα ίδια του τα μάτια τη βοσκοπούλα να φτάνει, να λύνει τα χρυσά της μαλλιά που πλημμύριζαν φως και να ξαναλέει τα λόγια της στον άνεμο, ο οποίος φύσηξε και πήρε το καπέλο του Κούρδη μακριά, κάνοντάς τον να τρέχει ξανά ανάμεσα στους θάμνους.
Όταν η πριγκίπισσα γύρισε το βράδυ στο παλάτι, ο ηλικιωμένος βασιλιάς την κάλεσε ολομόναχη στο δωμάτιό του και τη ρώτησε γιατί συμπεριφερόταν με τόση θλίψη και μυστήριο. Εκείνη ξέσπασε σε λυγμούς και του αποκρίθηκε: — «Δεν μπορώ να σου πω τίποτα, ούτε να ανοίξω την πληγωμένη μου καρδιά σε κανέναν θνητό, επειδή έδωσα ιερό όρκο στον ουρανό και στη γη να κρατήσω το στόμα μου σφραγισμένο, αλλιώς η ζωή μου θα χανόταν».
Ο βασιλιάς επέμεινε, προσπαθώντας να απαλύνει τον πόνο της: — «Αφού δεν θες να μιλήσεις σε μένα, άδειασε τον πόνο σου στον μεγάλο σιδερένιο φούρνο που στέκεται στην άκρη της κουζίνας».
Ο βασιλιάς βγήκε έξω και κόλλησε το αυτί του πίσω από την κλειστή πόρτα του φούρνου, ενώ η πριγκίπισσα χώθηκε μέσα στο άνοιγμά του. Άρχισε τότε να κλαίει με αναφιλητά, να ξεδιπλώνει το μεράκι της και να λέει με λυγμούς: — «Εδώ κάθομαι, μόνη και έρημη από όλο τον κόσμο, και όμως ήμουν και παραμένω μια αληθινή βασιλοπούλα. Η κακιά υπηρέτρια με ξεγέλησε με δόλο, με ανάγκασε να της παραδώσω τα βασιλικά μου ρούχα και μου έκλεψε τη θέση και τον άντρα, ενώ εγώ υποφέρω και φυλάω τις χήνες... Ω, αν η μητέρα μου το ήξερε, η καρδιά της θα είχε σπάσει από τον καημό!»
Ο ηλικιωμένος βασιλιάς στεκόταν ακίνητος έξω από την πόρτα, πίνοντας με την ψυχή του κάθε λέξη. Την έβαλε αμέσως να βγει από τον φούρνο και διέταξε να της φέρουν τα μεγαλοπρεπή βασιλικά ενδύματα, καθώς η αληθινή της ομορφιά έλαμπε πλέον σαν ήλιος που βγαίνει μετά από αιώνια καταιγίδα.
Στη συνέχεια, ο βασιλιάς κάλεσε τον γιο του και του φανέρωσε όλη την αλήθεια, δείχνοντάς του την πραγματική του νύφη και εξηγώντας του την πονηρή πλεκτάνη της απατεώνισσας. Ο νεαρός πρίγκιπας ένιωσε την καρδιά του να πλημμυρίζει από φως και αγάπη μόλις αντίκρυσε την αγνή και αρχοντική πριγκίπισσα.
Ο βασιλιάς ετοίμασε ένα μεγάλο, βασιλικό γλέντι, όπου προσκάλεσε όλους τους άρχοντες και τους ευγενείς του τόπου. Στη μέση του τραπεζιού, στράφηκε προς τη ψεύτικη υπηρέτρια και της είπε: — «Πες μου, κυρά μου, τι τιμωρία θα άρμοζε σε κάποιον που πρόδωσε με δόλο τον κύριό του;» — και της διηγήθηκε την ιστορία σαν να αφορούσε κάποιον ξένο. Η αλαζονική υπηρέτρια, χωρίς να καταλάβει την παγίδα, αποκρίθηκε αμέσως: — «Δεν του αξίζει τίποτα λιγότερο από το να τον κλείσουν σε ένα βαρέλι γεμισμένο εσωτερικά με κοφτερά καρφιά, να το δέσουν πίσω από δύο λευκά άλογα και να το σέρνουν στους δρόμους μέχρι να ξεψυχήσει».
— «Εσύ η ίδια έβγαλες την απόφαση για τον εαυτό σου», της είπε ο βασιλιάς με φωνή βαριά και δίκαιη. «Έτσι ακριβώς θα γίνει και σε σένα».
Η τιμωρία εκτελέστηκε κατά γράμμα πάνω στην ψεύτρα υπηρέτρια. Κι ο νεαρός πρίγκιπας παντρεύτηκε την αληθινή πριγκίπισσα, κι έζησαν μαζί κυβερνώντας με αγάπη, ειρήνη και δικαιοσύνη στα χρόνια που κύλησαν σαν ήρεμο ποτάμι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.