Σελίδες

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ

Otto Kubel,1930


Κάποτε, σε ένα χωριό κοντά σε ένα δάσος πυκνό και αινιγματικό, ζούσε ένα μικρό κορίτσι, η γλυκύτερη ύπαρξη του κόσμου. Η γιαγιά της, από υπερβολική αγάπη, της είχε ράψει έναν σκούφο από κόκκινο βελούδο. Της ταίριαζε τόσο πολύ, που όλοι την φώναζαν Κοκκινοσκουφίτσα.

Μια μέρα, η μητέρα της την κάλεσε και της είπε σοβαρά: — «Πάρε αυτό το καλάθι με το φαγητό και το κέικ και πήγαινέ το στη γιαγιά. Είναι άρρωστη και θα την δυναμώσουν. Πρόσεχε όμως: μείνε στο μονοπάτι και μην μιλήσεις σε ξένους».

Η Κοκκινοσκουφίτσα μπήκε στο δάσος. Εκεί συνάντησε τον Λύκο, ένα πλάσμα πονηρό και πεινασμένο. — «Καλημέρα, Κοκκινοσκουφίτσα. Πού βαδίζεις τόσο νωρίς;» ρώτησε ο Λύκος με δήθεν ευγένεια. — «Πηγαίνω στη γιαγιά μου, που ζει κάτω από τις τρεις μεγάλες βελανιδιές», απάντησε εκείνη αυθόρμητα.

Ο Λύκος, αφού την έπεισε να μαζέψει λουλούδια, έτρεξε στο σπίτι της γιαγιάς, την κατάπιε και

 Willcox Smith, 1911.

μεταμφιέστηκε. Όταν το κορίτσι έφτασε και πλησίασε το κρεβάτι, ένιωσε έναν παράξενο φόβο. — «Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά;» ρώτησε τρέμοντας. — «Για να σε ακούω καλύτερα, παιδί μου». — «Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια;» — «Για να σε βλέπω καλύτερα». — «Γιαγιά, τι μεγάλο στόμα που έχεις!» — «Για να σε φάω καλύτερα!»

Την τελευταία στιγμή, ένας Κυνηγός που παραμόνευε στο δάσος, ακούγοντας τον θόρυβο, εισέβαλε στο σπίτι. Ενας κυνηγός περνά από το σπίτι, υποψιάζεται το ροχαλητό του λύκου και του ανοίγει την κοιλιά με ένα ψαλίδι. Οι δύο γυναίκες βγαίνουν ζωντανές. Στη συνέχεια, γεμίζουν την κοιλιά του λύκου με πέτρες, με αποτέλεσμα εκείνος να πεθάνει από το βάρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου