Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα φωτεινό, παραμυθένιο δάσος, ζούσε μια γλυκιά κοπέλα που όλοι τη γνώριζαν ως Κοκκινοσκουφίτσα, λόγω του αγαπημένου της κόκκινου μανδύα. Λάτρευε να βοηθάει και να χαρίζει χαμόγελα.
Μια ηλιόλουστη ημέρα, η μαμά της την κάλεσε: — «Κοκκινοσκουφίτσα μου, η γιαγιά μας στην άκρη του δάσους θα χαρεί πολύ να της φέρεις αυτό το καλάθι με νόστιμα κεράσματα και φρέσκα λουλούδια. Να προσέχεις όμως στον δρόμο».
Η Κοκκινοσκουφίτσα ξεκίνησε χαρούμενη. Ενώ περπατούσε και σιγοτραγουδούσε, συνάντησε έναν μεγάλο, φιλικό Λύκο. — «Καλημέρα, όμορφη Κοκκινοσκουφίτσα! Πού πηγαίνεις με τόσο ωραία διάθεση;» ρώτησε ο Λύκος. — «Πηγαίνω στη γιαγιά μου, για να της φέρω λιχουδιές», απάντησε εκείνη με χαμόγελο.
Ο Λύκος, που ήταν πάντα παιχνιδιάρης, της πρότεινε: — «Γιατί δεν μαζεύεις μερικά λουλούδια για τη γιαγιά; Θα τα λατρέψει!» Η Κοκκινοσκουφίτσα ενθουσιάστηκε με την ιδέα και άρχισε να μαζεύει λουλούδια, ενώ ο Λύκος έτρεξε στο σπίτι της γιαγιάς.
Στο σπίτι της γιαγιάς, ο Λύκος, με μια καλή πρόθεση, αποφάσισε να κάνει μια φάρσα. Πήρε τη θέση της γιαγιάς και όταν έφτασε η Κοκκινοσκουφίτσα, άρχισε ο γνωστός διάλογος, γεμάτος παιχνιδιάρικη διάθεση:
— «Γιαγιά, γιατί τα αυτιά σου είναι τόσο μεγάλα;» — «Για να ακούω τις χαρμόσυνες ιστορίες σου καλύτερα!» — «Γιαγιά, γιατί τα μάτια σου είναι τόσο μεγάλα;» — «Για να βλέπω τη λάμψη στα μάτια σου!» — «Και το στόμα σου; Γιατί είναι τόσο μεγάλο;» — «Για να σου δώσω το πιο μεγάλο φιλί!»
Τότε, ο Λύκος έκανε ένα μεγάλο «ΧΑΠ» και… όλοι γέλασαν! Ο καλός Κυνηγός, που περνούσε από εκεί, άκουσε τα γέλια και μπήκε μέσα. Κατάλαβε τη φάρσα του Λύκου και όλοι μαζί έφαγαν τα κεράσματα της Κοκκινοσκουφίτσας, γιορτάζοντας τη φιλία και τη χαρά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου