![]() |
(Μια ιστορία από τα βάθη της Σκωτίας)
Μια φορά κι έναν καιρό, εκεί που οι λόφοι της Σκωτίας χάνονται μέσα στην ομίχλη, ζούσε μια μικρή πριγκίπισσα. Όσο ζούσε η μητέρα της, η ζωή της ήταν γεμάτη ζεστασιά. Όμως ο θάνατος δεν αργεί να χτυπήσει την πόρτα, και η βασίλισσα έφυγε νωρίς, αφήνοντας πίσω της μια παράξενη ευχή: ο βασιλιάς να μην ξαναπαντρευτεί, παρά μόνο αν έβρισκε μια γυναίκα που να της μοιάζει απόλυτα.
Πέρασαν τα χρόνια και ο βασιλιάς, νιώθοντας μόνος, παντρεύτηκε μια ξένη γυναίκα που είχε μια δική της κόρη. Η νέα βασίλισσα ήταν σκληρή σαν την πέτρα. Μόλις πάτησε το πόδι της στο παλάτι, κοίταξε την πριγκίπισσα με μίσος. Της πέταξε τα μεταξωτά ρούχα, της φόρεσε ένα βαρύ, τραχύ παλτό φτιαγμένο από ξερά βούρλα και την ονόμασε περιφρονητικά «Ρασινκότι».
— «Στα χωράφια!» ούρλιαξε η μητριά. «Εκεί είναι η θέση σου, μαζί με τα πρόβατα!»
Η Κόκκινη Αγελάδα και το Τρίτο Μάτι
Η Ρασινκότι περνούσε τις μέρες της στο κρύο, έχοντας για μοναδική φίλη μια μικρή κόκκινη αγελάδα. Μια μέρα, που η πείνα την είχε λυγίσει, η αγελάδα της ψιθύρισε: — «Μην κλαις, μικρή μου. Αν πεινάς, πες: "Κόκκινη αγελάδα, βγάλε το ένα κέρατο να φάω και το άλλο να πιω"». Κι έτσι γινόταν! Η Ρασινκότι έτρωγε σαν βασίλισσα κρυφά στα λιβάδια.
Όμως η μητριά έστειλε τη δική της κόρη —που είχε ένα παράξενο τρίτο μάτι στο μέτωπο— να την κατασκοπεύσει. Η Ρασινκότι, προσπαθώντας να την ξεγελάσει, της τραγούδησε: — «Κλείσε το ένα μάτι, κλείσε το άλλο μάτι...» Όμως ξέχασε το τρίτο μάτι! Εκείνο έμεινε ανοιχτό και είδε το μαγικό τσιμπούσι. Την επόμενη μέρα, η μητριά διέταξε να σφάξουν την αγελάδα.
Η Ρασινκότι, με δάκρυα στα μάτια, άκουσε την τελευταία συμβουλή της φίλης της: — «Μην φας το κρέας μου. Μάζεψε τα κόκαλά μου και θάψε τα κάτω από τη μεγάλη πέτρα, στο κατώφλι του σπιτιού σου.»
Τα Χριστούγεννα και τα Ασημένια Παπούτσια
Όταν ήρθαν τα Χριστούγεννα, η μητριά και η κόρη της στολίστηκαν για την εκκλησία, αφήνοντας τη Ρασινκότι να καθαρίζει τις στάχτες. — «Αν δεν λάμπει το σπίτι όταν γυρίσουμε, θα σε δείρω!» είπαν και έφυγαν.
Η κοπέλα έτρεξε στη μεγάλη πέτρα και φώναξε. Ξαφνικά, ένα μικρό ξωτικό εμφανίστηκε και της έδωσε ένα φόρεμα που έλαμπε σαν τον ήλιο και παπούτσια από καθαρό ασήμι. — «Πήγαινε!» της είπε. «Οι στάχτες θα καθαριστούν μόνες τους!»
Στην εκκλησία, όλοι πάγωσαν μόλις την είδαν. Ο Πρίγκιπας την ερωτεύτηκε την ίδια στιγμή. Για τρεις μέρες η Ρασινκότι πήγαινε κρυφά, κάθε φορά με πιο όμορφα ρούχα. Αλλά την τρίτη μέρα, ο Πρίγκιπας είχε αλείψει το κατώφλι με πίσσα. Καθώς εκείνη έφευγε, το ασημένιο παπούτσι κόλλησε και έμεινε πίσω.
Το Κελάηδισμα του Πουλιού
Ο Πρίγκιπας γύρισε όλο το βασίλειο με το παπούτσι στο χέρι. Όταν έφτασε στο σπίτι της Ρασινκότι, η κακιά αδελφή, θέλοντας να γίνει βασίλισσα, έκοψε τα δάχτυλα του ποδιού της για να χωρέσει στο παπούτσι. Ο Πρίγκιπας την πίστεψε και την ανέβασε στο άλογό του.
Όμως, καθώς περνούσαν από ένα δέντρο, ένα πουλάκι άρχισε να κελαηδά δυνατά: — «Nippit foot and clippit foot! Αίμα τρέχει στο παπούτσι, το σωστό κορίτσι περιμένει ακόμα στη γωνιά!»
Ο Πρίγκιπας κοίταξε το πόδι της, είδε το αίμα και γύρισε πίσω οργισμένος. — «Φέρτε μου τη Ρασινκότι!» διέταξε. Μόλις το κορίτσι με το παλτό από βούρλα φόρεσε το παπούτσι, εκείνο έλαμψε. Τα βούρλα έπεσαν και φάνηκε η αληθινή πριγκίπισσα.
Έτσι, η Ρασινκότι ανέβηκε στο άλογο, όχι ως σκλάβα, αλλά ως η μέλλουσα βασίλισσα της Σκωτίας, αφήνοντας πίσω της για πάντα τις στάχτες και τα δάκρυα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου