Ήταν κάποτε, στους παλιούς καιρούς και στις περασμένες εποχές, ένας Βασιλιάς ανάμεσα στους Βασιλιάδες των Περσών, το όνομα του οποίου ήταν Σαμπιούρ, ένας ηγεμόνας που η δόξα του άγγιζε τα άστρα και η δύναμή του έκανε τους εχθρούς του να τρέμουν μόνο στο άκουσμα του ονόματός του. Είχε στην κατοχή του αμέτρητους θησαυρούς, χρυσάφι που δεν μπορούσε να μετρηθεί και στρατεύματα που, όταν βάδιζαν, η γη έβγαζε έναν υπόκωφο ήχο σαν να διαμαρτυρόταν για το βάρος τους. Ο Βασιλιάς αυτός είχε την τύχη να έχει τρεις θυγατέρες, η ομορφιά των οποίων ήταν σαν το φως της αυγής που διώχνει το σκοτάδι, και έναν γιο, τον Πρίγκιπα Φιρούζ Σαχ, που η ανδρεία του, η σοφία του και η αρχοντιά του ήταν το καύχημα ολόκληρης της Περσίας. Κάθε χρόνο, όταν η φύση ξυπνούσε από τον λήθαργο του χειμώνα και η πρώτη ημέρα του νέου έτους, η γιορτή του Νεβρούζ, έφτανε, ο Βασιλιάς Σαμπιούρ διοργάνωνε μια τελετή τόσο μεγαλοπρεπή που οι ποιητές της εποχής χρειαζόταν ολόκληρα βιβλία για να την περιγράψουν. Οι δρόμοι της Σιράζ στρώνονταν με τα πιο ακριβά χαλιά που είχαν υφανθεί ποτέ, οι κρήνες έτρεχαν με αρωματισμένο νερό και οι πύλες του παλατιού άνοιγαν διάπλατα για να δεχτούν τους σοφούς, τους τεχνίτες και τους εφευρέτες από κάθε γωνιά της γης, που έφταναν κουβαλώντας τα πιο παράξενα και θαυμαστά δώρα, ελπίζοντας να κερδίσουν την εύνοια και τη γενναιοδωρία του μονάρχη. Εκείνη τη συγκεκριμένη ημέρα της γιορτής, καθώς ο Βασιλιάς καθόταν στον ελεφάντινο θρόνο του, περιτριγυρισμένος από τους βεζίρηδες που φορούσαν μανδύες κεντημένους με μαργαριτάρια και τους στρατηγούς που τα σπαθιά τους έλαμπαν σαν καθρέφτες, εμφανίστηκαν τρεις σοφοί που δεν έμοιαζαν με κανέναν άλλον. Ο πρώτος παρουσίασε ένα χρυσό παγώνι που μπορούσε να κελαηδά με τέτοια μελωδία ώστε να ηρεμεί την πιο ταραγμένη ψυχή, ο δεύτερος μια χάλκινη τρομπέτα που αν την φυσούσες προειδοποιούσε για τον ερχομό εχθρού από μίλια μακριά, αλλά ο τρίτος, ένας Ινδός με δέρμα σκούρο σαν το ξύλο της ερήμου και μάτια που έμοιαζαν να έχουν δει τα μυστικά του σύμπαντος, οδηγούσε ένα άλογο σκαλισμένο από καθαρό, στιλπνό έβενο. Το άλογο αυτό ήταν τόσο αληθοφανές που τα ρουθούνια του έμοιαζαν έτοιμα να βγάλουν αχνό και οι μύες του ήταν σκαλισμένοι με τέτοια ακρίβεια που φαινόταν πως αν το άγγιζες θα ένιωθες την κίνηση του αίματος κάτω από το ξύλο. Ο Βασιλιάς, αφού εξέτασε τα δύο πρώτα δώρα, στάθηκε μπροστά στον Ινδό και το εβένινο δημιούργημά του, ρωτώντας τον με φωνή βροντερή και γεμάτη απορία τι αξία μπορεί να έχει ένα ξύλινο ομοίωμα αλόγου σε ένα παλάτι που σφύζει από τα καλύτερα καθαρόαιμα της Ανατολής. Ο Ινδός τότε, αφού έσκυψε το κεφάλι του με σεβασμό και ψιθύρισε μια προσευχή, άρχισε να μιλά με λόγια αργά και μελετημένα, εξηγώντας πως αυτό το άλογο δεν ήταν έργο ενός απλού ξυλουργού, αλλά το αποτέλεσμα εκατό ετών μελέτης των άστρων και των κρυφών δυνάμεων της φύσης. Του είπε πως όποιος ανέβαινε στη ράχη του και γύριζε έναν μικρό, σχεδόν αόρατο μοχλό που βρισκόταν στη βάση του λαιμού του, θα μπορούσε να πετάξει πάνω από τα σύννεφα και να φτάσει σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου επιθυμούσε μέσα σε ελάχιστες ώρες, αψηφώντας τις αποστάσεις και τους κινδύνους των δρόμων. Ο Βασιλιάς Σαμπιούρ, παρόλο που είχε δει πολλά θαύματα στη ζωή του, δυσκολευόταν να πιστέψει πως ένα άψυχο κομμάτι ξύλο μπορούσε να νικήσει τους νόμους της βαρύτητας, και έτσι ζήτησε μια απόδειξη που να μην αφήνει καμία αμφιβολία. Ο Ινδός, δίχως να ταραχτεί, ζήτησε από τον Βασιλιά να του υποδείξει έναν προορισμό, και εκείνος του έδειξε ένα μακρινό βουνό, την Κορυφή του Ήλιου, που απείχε μέρες ολόκληρες με το πιο γρήγορο καμήλα, ζητώντας του να του φέρει έναν κλάδο από το δέντρο που φύτρωνε εκεί. Ο Ινδός ανέβηκε στο άλογο, γύρισε τον μοχλό και μπροστά στα έκπληκτα μάτια της αυλής, το εβένινο ζώο υψώθηκε στον αέρα με έναν ήχο σαν το σφύριγμα του ανέμου και χάθηκε μέσα στον καταγάλανο ουρανό. Πριν καλά-καλά προλάβουν οι θεατές να συνέλθουν από το σοκ, ο Ινδός επέστρεψε κρατώντας τον κλάδο, αποδεικνύοντας πως το άλογο ήταν πράγματι ένα αντικείμενο μαγικό και μοναδικό. Ο Βασιλιάς, γοητευμένος από αυτή τη δύναμη, στράφηκε προς τον Ινδό και του είπε πως θα του έδινε ό,τι ζητούσε ως αντάλλαγμα, και ο Ινδός, με ένα βλέμμα που έκρυβε πονηριά, ζήτησε το χέρι της μικρότερης κόρης του Βασιλιά. Αυτή η απαίτηση προκάλεσε την οργή των παρευρισκόμενων, καθώς ένας άσημος ξένος ζητούσε να συγγενέψει με το αίμα των Βασιλιάδων της Περσίας, και ο Πρίγκιπας Φιρούζ Σαχ, βλέποντας την ταραχή του πατέρα του και την προσβολή προς την αδελφή του, παρενέβη με θάρρος. Πλησίασε το άλογο και είπε στον πατέρα του πως πριν παρθεί οποιαδήποτε απόφαση για έναν τέτοιο γάμο, έπρεπε και ο ίδιος να δοκιμάσει την ασφάλεια και την αξία αυτού του μηχανήματος, καθώς η ζωή μιας πριγκίπισσας δεν μπορούσε να ανταλλαχθεί με κάτι που ίσως έκρυβε κινδύνους. Ο Βασιλιάς, ανήσυχος αλλά και περήφανος για τον γιο του, του έδωσε την άδεια, και ο Φιρούζ Σαχ, δίχως να περιμένει τις οδηγίες του Ινδού για το πώς να προσγειωθεί ή πώς να στρίψει, πήδηξε στη σέλα και γύρισε τον μοχλό με όλη του τη δύναμη. Το άλογο τινάχτηκε προς τα πάνω σαν βέλος που φεύγει από το δοξάρι, αφήνοντας τον Ινδό να φωνάζει απεγνωσμένα πως ο Πρίγκιπας δεν ήξερε τον τρόπο της επιστροφής, μια κραυγή που χάθηκε μέσα στους πανηγυρισμούς και τις φωνές του πλήθους που έβλεπε τον διάδοχο του θρόνου να χάνεται στα ύψηΚαθώς το εβένινο άλογο τινάχτηκε στον αέρα με μια ορμή που κανένας θνητός δεν είχε ξαναδεί, ο Πρίγκιπας Φιρούζ Σαχ ένιωσε το σώμα του να πιέζεται πάνω στη σκληρή, στιλπνή σέλα και την ανάσα του να κόβεται από την απότομη άνοδο. Οι κραυγές του πλήθους από την αυλή του παλατιού της Σιράζ άρχισαν να ξεθωριάζουν γρήγορα, μετατρέποντας τον βουητό της γιορτής σε έναν απόμακρο ψίθυρο που τελικά χάθηκε μέσα στο σφύριγμα του ανέμου που χτυπούσε το πρόσωπό του. Ο Πρίγκιπας, παρασυρμένος από την ορμή της νιότης του και την επιθυμία να αποδείξει την ανδρεία του μπροστά στον πατέρα του και στους σοφούς της αυλής, δεν είχε δώσει σημασία στις προειδοποιήσεις του Ινδού, ο οποίος κουνούσε τα χέρια του απεγνωσμένα στο έδαφος, προσπαθώντας να του εξηγήσει πως η πτήση απαιτούσε γνώση και σύνεση. Τώρα, βρισκόταν μόνος ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, βλέποντας τους μεγαλοπρεπείς θόλους του παλατιού να συρρικνώνονται μέχρι που έγιναν μικροί σαν κόκκοι άμμου στην παλάμη ενός γίγαντα. Η καρδιά του χτυπούσε με δύναμη μέσα στο στήθος του, όχι πλέον από ενθουσιασμό, αλλά από έναν παγωμένο, υπόκωφο τρόμο που άρχισε να απλώνεται σε κάθε του κύτταρο καθώς συνειδητοποιούσε πως το άλογο δεν σταματούσε να ανεβαίνει. Το γαλάζιο του ουρανού άρχισε να σκουραίνει, παίρνοντας το χρώμα του βαθέος ινδικού μπλε, και ο αέρας έγινε τόσο κρύος που ένιωθε τα δάχτυλά του να ξυλιάζουν πάνω στο ξύλο του έβενου. Άρχισε να ψηλαφίζει με τρεμάμενα χέρια ολόκληρο το σώμα του αλόγου, ψάχνοντας για τον μοχλό που θα τον έφερνε πίσω στη γη, αλλά στο σκοτάδι που άρχισε να πέφτει και μέσα στην ταχύτητα της πτήσης, όλα του φαίνονταν ίδια. Κατηγορούσε τον εαυτό του με λόγια πικρά, αποκαλώντας τον ανόητο και υπερόπτη, σκεπτόμενος πως η δίψα του για δόξα θα γινόταν η αιτία του θανάτου του και πως ο πατέρας του θα θρηνούσε για πάντα τον χαμό του μοναχογιού του. «Ω Παντοδύναμε», ψιθύρισε με φωνή που έσπαγε από την απόγνωση, «μην επιτρέψεις το τέλος μου να έρθει από ένα κομμάτι άψυχο ξύλο, μην αφήσεις τη σοφία των ανθρώπων να γίνει η παγίδα της ψυχής μου». Τα μάτια του δάκρυζαν από τον δυνατό άνεμο και το οξυγόνο αραίωνε, κάνοντάς τον να νιώθει μια ζάλη που απειλούσε να τον ρίξει από τη ράχη του αλόγου στο κενό. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε του φαινόταν σαν ένας αιώνας βασανιστηρίων, καθώς οι αστερισμοί άρχισαν να εμφανίζονται πάνω από το κεφάλι του, πιο λαμπροί και πιο κοντά από ό,τι τους είχε δει ποτέ κανένας αστρονόμος. Σκεφτόταν τις αδελφές του, που ίσως αυτή τη στιγμή να προσεύχονταν για εκείνον, και τον Ινδό μάγο, τον οποίο υποψιαζόταν τώρα πως είχε στήσει αυτή την παγίδα για να εκδικηθεί τον Βασιλιά. Όμως, μέσα στην ύστατη στιγμή της απελπισίας, εκεί που η ψυχή του ήταν έτοιμη να παραδοθεί στη μοίρα, το χέρι του ένιωσε μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη προεξοχή κοντά στο αριστερό αυτί του αλόγου, μια βίδα που ήταν τόσο καλά κρυμμένη μέσα στις σκαλιστές λεπτομέρειες της χαίτης που μόνο ένας άνθρωπος σε κατάσταση απόλυτης εγρήγορσης θα μπορούσε να την εντοπίσει. Με την ελπίδα να αναζωπυρώνεται μέσα του σαν σπίθα σε ξερά χόρτα, γύρισε τη βίδα προς τα δεξιά. Αμέσως, το άλογο έβγαλε έναν τριγμό, σαν να αναστέναξε από την κούραση, και η ανοδική του πορεία σταμάτησε απότομα. Η ανακούφιση που ένιωσε ο Φιρούζ Σαχ ήταν τόσο μεγάλη που για λίγα λεπτά έμεινε ακίνητος, αφήνοντας το σώμα του να ηρεμήσει και την αναπνοή του να επιστρέψει στους κανονικούς της ρυθμούς. Τώρα το άλογο πήγαινε οριζόντια, γλιστρώντας πάνω από το πέπλο των σύννεφων που έμοιαζαν με λευκά βουνά κάτω από το φως του φεγγαριού. Άρχισε να πειραματίζεται με τις κινήσεις των μοχλών, καταλαβαίνοντας πως ο δεξιός έλεγχε την άνοδο και ο αριστερός την κάθοδο, ενώ η κλίση του σώματός του καθόριζε την κατεύθυνση. Η αυτοπεποίθησή του επέστρεψε και άρχισε να κοιτάζει με θαυμασμό τον κόσμο από κάτω του. Είδε ερήμους που οι αμμόλοφοί τους έμοιαζαν με κύματα μιας παγωμένης θάλασσας, πόλεις περιτειχισμένες με χιλιάδες φώτα να τρεμοπαίζουν σαν φωτιές δαιμόνων, και δάση τόσο πυκνά που το φως του φεγγαριού δεν μπορούσε να διαπεράσει τις φυλλωσιές τους. Πέταξε πάνω από τη χώρα των Ινδιών, διασχίζοντας ποτάμια πλατιά που έλαμπαν σαν ασημένιες λεπίδες, και συνέχισε την πορεία του προς την Ανατολή, εκεί που ο ουρανός άρχισε σιγά-σιγά να παίρνει τις αποχρώσεις του μαργαριταριού, προμηνύοντας την έλευση της αυγής. Καθώς το πρώτο φως της ημέρας άρχισε να αποκαλύπτει τις λεπτομέρειες της γης, ο Πρίγκιπας διέκρινε στο βάθος μια πόλη που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί, με πύργους τόσο ψηλούς που έμοιαζαν να αγγίζουν τα σύννεφα και κήπους που το πράσινό τους ήταν τόσο έντονο που έμοιαζε με σμαράγδι. Ήταν η πρωτεύουσα της Βεγγάλης, ένας τόπος θρύλων και πλούτου. Ο Φιρούζ Σαχ, εξαντλημένος από την ολονύκτια περιπέτεια και την πείνα, αποφάσισε πως έπρεπε να προσγειωθεί για να βρει τροφή και καταφύγιο. Οδήγησε το άλογο προς το κέντρο της πόλης, εκεί όπου υψωνόταν το βασιλικό παλάτι, ένα οικοδόμημα από λευκό μάρμαρο και χρυσό που έλαμπε κάτω από τον πρωινό ήλιο. Με κινήσεις αργές και προσεκτικές, άρχισε την κάθοδό του προς μια από τις ταράτσες του παλατιού, η οποία ήταν στολισμένη με σπάνια λουλούδια και μεταξωτές τέντες. Το εβένινο άλογο ακούμπησε το μαρμάρινο δάπεδο με έναν απαλό ήχο, και ο Πρίγκιπας, αφού βεβαιώθηκε πως δεν τον είχε δει κανείς, κατέβηκε από τη σέλα, νιώθοντας τα πόδια του βαριά και το κεφάλι του να γυρίζει. Περπάτησε ανάμεσα στις κολώνες του παλατιού, θαυμάζοντας την τέχνη των μαστόρων της Βεγγάλης, και κατευθύνθηκε προς ένα διαμέρισμα που φαινόταν να ανήκει σε κάποιο πρόσωπο υψηλής καταγωγής, καθώς οι πόρτες του ήταν από σκαλιστό σανταλόξυλο και τα πόμολα από καθαρό ασήμι. Μέσα στο δωμάτιο, η ησυχία ήταν απόλυτη, και η μυρωδιά του γιασεμιού και του μόσχου πλημμύριζε τον αέρα. Εκεί, πάνω σε ένα κρεβάτι από ελεφαντόδοντο, είδε την Πριγκίπισσα της Βεγγάλης να κοιμάται, και η ομορφιά της ήταν τέτοια που ο Πρίγκιπας ένιωσε την καρδιά του να σταματά. Το πρόσωπό της ήταν πιο καθαρό από το φεγγάρι και τα μαλλιά της, μαύρα σαν τη νύχτα που μόλις είχε περάσει, απλώνονταν πάνω στα μεταξωτά μαξιλάρια σαν ένα ποτάμι από μετάξι. Έμεινε να την κοιτάζει για ώρα, ξεχνώντας την κούραση και τον κίνδυνο, συνειδητοποιώντας πως η μοίρα δεν τον είχε φέρει σε αυτόν τον ξένο τόπο για να πεθάνει, αλλά για να βρει αυτό που η ψυχή του αναζητούσε σε ολόκληρη τη ζωή του χωρίς να το γνωρίζειΚαθώς οι πρώτες αχτίδες του ήλιου άρχισαν να τρυπώνουν από τα ψηλά, τοξωτά παράθυρα του παλατιού, φωτίζοντας τους κόκκους της σκόνης που χόρευαν στον αέρα, η Πριγκίπισσα της Βεγγάλης άρχισε να αναδεύεται στον ύπνο της, νιώθοντας μια ξένη παρουσία μέσα στον ιερό και απόκρυφο χώρο του δωματίου της. Ο Πρίγκιπας Φιρούζ Σαχ παρέμενε ακίνητος, σαν άγαλμα σκαλισμένο σε πέτρα, κρατώντας την αναπνοή του καθώς έβλεπε τα βλέφαρά της να τρεμοπαίζουν πριν ανοίξουν διάπλατα, αποκαλύπτοντας δύο μάτια σκοτεινά και βαθιά σαν τα νερά ενός πηγαδιού που κρύβει μυστικά αιώνων. Μόλις η Πριγκίπισσα αντίκρισε τον ξένο άνδρα να στέκεται πάνω από το προσκεφάλι της, η πρώτη της αντίδραση ήταν ένας συνδυασμός τρόμου και κατάπληξης· το σώμα της τινάχτηκε ελαφρά και το χέρι της αναζήτησε το μεταξωτό κάλυμμα για να προστατευτεί, όμως η κραυγή που ετοιμαζόταν να βγει από τα χείλη της πνίγηκε στη γέννησή της. Κοίταξε το πρόσωπο του Πρίγκιπα και είδε σε αυτό μια ευγένεια τόσο καθαρή και μια ομορφιά τόσο αρχοντική, που η καρδιά της, αντί να παγώσει από τον φόβο, άρχισε να χτυπά με έναν ρυθμό άγνωστο μέχρι τότε. Ο Φιρούζ Σαχ, καταλαβαίνοντας την ταραχή της, λύγισε το γόνατο και ακούμπησε το χέρι του στο στήθος του, υποκλινόμενος με την ταπεινότητα που αρμόζει σε έναν ξένο που βρίσκεται σε ξένο σπίτι, και με φωνή χαμηλή, που έμοιαζε με το κελάρυσμα του νερού σε μαρμάρινη γούρνα, άρχισε να μιλά:
— «Ω Κυρία της ομορφιάς και Πριγκίπισσα της αυγής, μη φοβάσαι έναν οδοιπόρο που η μοίρα και οι άνεμοι έφεραν στην πόρτα σου. Δεν είμαι κλέφτης που αναζητά τα πλούτη σου, ούτε εχθρός που επιβουλεύεται την ειρήνη σου. Είμαι ο Φιρούζ Σαχ, γιος του Μεγάλου Βασιλιά Σαμπιούρ της Περσίας, και αν βρίσκομαι εδώ, είναι γιατί ένα θαύμα της τέχνης και μια δική μου απερισκεψία με οδήγησαν μέσα από τους αιθέρες στην ταράτσα του παλατιού σου. Ζητώ την ευσπλαχνία σου και την προστασία σου, γιατί είμαι ξένος σε ξένη γη, εξαντλημένος από ένα ταξίδι που κανένας άλλος άνθρωπος δεν έχει τολμήσει να κάνει».
Η Πριγκίπισσα, ακούγοντας τον λόγο του που ήταν στρωμένος με την ευγένεια των μεγάλων παλατιών, κάθισε στο ανάκλιντρό της και τον κοίταξε με περιέργεια που πλέον ξεπερνούσε τον δισταγμό της. Του απάντησε πως το όνομά της ήταν γνωστό σε όλη τη Βεγγάλη και πως το παλάτι του πατέρα της ήταν πάντα ανοιχτό στους ευγενείς ταξιδιώτες, όμως τον ρώτησε πώς ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος να διασχίσει τις αχανείς ερήμους και τα βουνά που χωρίζουν την Περσία από τη χώρα της μέσα σε μια νύχτα. Τότε ο Πρίγκιπας, με κάθε λεπτομέρεια και χωρίς να παραλείψει ούτε έναν ψίθυρο από όσα συνέβησαν, άρχισε να της διηγείται την ιστορία του εβένινου αλόγου. Της περιέγραψε τη γιορτή του Νεβρούζ, την εμφάνιση του σκοτεινού Ινδού με το ξύλινο δημιούργημα που έμοιαζε ζωντανό, τις αμφιβολίες του πατέρα του και τη δική του ορμή να ανέβει στη ράχη του ζώου χωρίς να μάθει τα μυστικά της πτήσης. Της μίλησε για τον τρόμο που ένιωσε όταν το άλογο τον ανέβασε τόσο ψηλά που τα άστρα έμοιαζαν να καίνε το πρόσωπό του, για την παγωνιά που διέπερασε τα ρούχα του και για την απεγνωσμένη αναζήτηση του μοχλού της καθόδου μέσα στο απόλυτο σκοτάδι του ουρανού.
Η Πριγκίπισσα άκουγε μαγεμένη, ξεχνώντας τις ώρες που περνούσαν και την παρουσία των υπηρετριών της που άρχισαν να ξυπνούν στα διπλανά δωμάτια. Κάθε λέξη του Πρίγκιπα ήταν για εκείνη σαν μια εικόνα που ζωγραφιζόταν στον αέρα, και όταν εκείνος έφτασε στη στιγμή που αντίκρισε για πρώτη φορά τους κήπους της Βεγγάλης και την ίδια να κοιμάται, η Πριγκίπισσα ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά τη ράχη της. Κατάλαβε πως αυτός ο άνδρας δεν ήταν ένας απλός τυχοδιώκτης, αλλά ένας ήρωας που η μοίρα είχε επιλέξει για να διασταυρώσει τον δρόμο του με τον δικό της. Διέταξε αμέσως τις πιστές της θεραπαινίδες να φέρουν στον ξένο τα πιο εκλεκτά εδέσματα —ζεστό ψωμί με μέλι, καρπούς από τους κρεμαστούς κήπους, κρασί από τα κελάρια του Σουλτάνου και αρωματισμένο νερό για να πλύνει το πρόσωπό του από τη σκόνη των άστρων.
Εκείνη την ημέρα, και τις ημέρες που ακολούθησαν, ο Πρίγκιπας παρέμεινε κρυμμένος στα ιδιαίτερα διαμερίσματα της Πριγκίπισσας, καθώς ο έρωτας που γεννήθηκε από την πρώτη εκείνη ματιά άρχισε να ριζώνει βαθιά στις καρδιές τους. Μιλούσαν για ώρες ατέλειωτες, ανταλλάσσοντας ιστορίες για τους λαούς τους, για τη σοφία των αρχαίων και για τις ομορφιές του κόσμου που ο Πρίγκιπας είχε δει από ψηλά. Όμως, όσο ο έρωτάς τους μεγάλωνε, τόσο μεγάλωνε και ο κίνδυνος, καθώς οι τοίχοι των παλατιών έχουν αυτιά και οι σκιές στους διαδρόμους συχνά κρύβουν μάτια που δεν κοιμούνται ποτέ. Ο επικεφαλής των ευνούχων, ένας άνθρωπος με καρδιά σκληρή και βλέμμα καχύποπτο, άρχισε να παρατηρεί τις συχνές επισκέψεις των υπηρετριών με δίσκους γεμάτους φαγητά σε ένα δωμάτιο που υποτίθεται πως ήταν άδειο, και οι ψίθυροι άρχισαν να εξαπλώνονται σαν το δηλητήριο μέσα στις φλέβες του παλατιού. Ο Πρίγκιπας και η Πριγκίπισσα, χαμένοι μέσα στην ευτυχία της συνάντησής τους, δεν αντιλαμβάνονταν πως η καταιγίδα πλησίαζε και πως ο Σουλτάνος της Βεγγάλης, ένας άνδρας που η οργή του ήταν γνωστή σε όλη την Ανατολή, θα μάθαινε σύντομα για τον ξένο που είχε εισβάλει στην τιμή του σπιτιού τουΚαθώς οι ημέρες κυλούσαν μέσα σε μια μέθη ευτυχίας και οι δύο εραστές πίστευαν πως ο χρόνος είχε σταματήσει μόνο γι' αυτούς, η προδοσία υφαινόταν ήδη στις σκοτεινές γωνιές των διαδρόμων. Ο αρχιευνούχος του παλατιού, ένας άνθρωπος που το πρόσωπό του ήταν αυλακωμένο από τη μοχθηρία και τα χρόνια της υπηρεσίας στην καχυποψία, δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί η Πριγκίπισσα, που άλλοτε ήταν σκυθρωπή και απόμακρη, τώρα έλαμπε από μια εσωτερική φωτιά και γιατί οι πιστές της θεραπαινίδες μετέφεραν κρυφά δίσκους με τα πιο εκλεκτά φαγητά και τα πιο ακριβά κρασιά στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της. Με την πονηριά που χαρακτηρίζει εκείνους που ζουν μέσα στις σκιές, παραφύλαξε πίσω από τα βαριά κεντημένα παραπετάσματα και, μέσα από μια χαραμάδα της πόρτας από σανταλόξυλο, είδε το αδιανόητο: έναν ξένο άνδρα, με ενδυμασία που μαρτυρούσε πλούτο και καταγωγή από τα βάθη της Περσίας, να κάθεται πλάι στην κόρη του Σουλτάνου, κρατώντας της το χέρι και μιλώντας της με λόγια που μόνο εραστές ανταλλάσσουν. Το αίμα του ευνούχου πάγωσε από τον φόβο για την ευθύνη του, αλλά και από μια διαστρεβλωμένη χαρά για την αποκάλυψη ενός τέτοιου σκανδάλου. Δίχως να χάσει ούτε στιγμή, έτρεξε προς το κεντρικό κλίτος του παλατιού, εκεί όπου ο Σουλτάνος της Βεγγάλης συνεδρίαζε με τους βεζίρηδές του για τα ζητήματα του κράτους. Έπεσε στα πόδια του μονάρχη, χτυπώντας το μέτωπό του στο μάρμαρο, και με φωνή που έτρεμε από μια υποκριτική απόγνωση, αναφώνησε πως η τιμή του θρόνου είχε μολυνθεί, πως ένας δαίμονας ή ένας μάγος είχε εισβάλει στο άβατο της Πριγκίπισσας και πως η κόρη του Σουλτάνου είχε πέσει θύμα των γητειών του.
Ο Σουλτάνος, ένας άνδρας που η οργή του παρομοιαζόταν με την έκρηξη ηφαιστείου και που το σπαθί του δεν είχε γνωρίσει ποτέ την ήττα, ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Το πρόσωπό του πήρε μια απόχρωση σκοτεινή, οι φλέβες στον λαιμό του διογκώθηκαν και τα μάτια του πέταξαν σπίθες μίσους. Δίχως να αρθρώσει λέξη στους συμβούλους του, άρπαξε το χρυσό του γιαταγάνι, η λεπίδα του οποίου ήταν ακονισμένη τόσο που μπορούσε να σκίσει ένα μεταξωτό μαντήλι στον αέρα, και με ένα νεύμα διέταξε την προσωπική του φρουρά, μια ομάδα από σαράντα αδίστακτους λογχοφόρους, να τον ακολουθήσει. Η πορεία τους μέσα στο παλάτι ήταν σαν το πέρασμα μιας καταιγίδας· οι υπηρέτες παραμέριζαν έντρομοι και η σιωπή που απλωνόταν στο πέρασμά τους ήταν πιο τρομακτική από κάθε κραυγή. Όταν έφτασαν μπροστά στην πόρτα της Πριγκίπισσας, ο Σουλτάνος την γκρέμισε με μια κλωτσιά που έσπασε τα ασημένια μάνταλα και εισέβαλε στο δωμάτιο την ώρα που ο Φιρούζ Σαχ περιέγραφε στην αγαπημένη του το χρώμα της θάλασσας από ψηλά.
Η Πριγκίπισσα, βλέποντας τον πατέρα της να στέκεται σαν άγγελος εξολοθρευτής μπροστά της, έβγαλε μια κραυγή που αντήχησε σε όλο το παλάτι και έπεσε στα πόδια του, αγκαλιάζοντας τα γόνατά του και μουσκεύοντας τα ρούχα του με δάκρυα απελπισίας. Τον ικέτευε να μην ακούσει τις συκοφαντίες, του εξηγούσε πως ο Πρίγκιπας ήταν ένας ευγενής καλεσμένος που τον έφερε η θέληση του ουρανού, όμως ο Σουλτάνος δεν την άκουγε· το μυαλό του ήταν θολωμένο από την προσβολή. Στράφηκε προς τον Φιρούζ Σαχ και με φωνή που έμοιαζε με το βρυχηθμό λιονταριού, ούρλιαξε: — «Ποιος είσαι εσύ, σκουλήκι της γης, που τόλμησες να πατήσεις το πόδι σου εκεί που ούτε ο ήλιος δεν επιτρέπεται να κοιτάξει; Με ποια μαγεία ξεγέλασες τους φρουρούς μου και με ποιο θράσος δηλητηρίασες το μυαλό της κόρης μου; Ορκίζομαι στο στέμμα μου πως το κεφάλι σου θα καρφωθεί στην υψηλότερη πύλη της πόλης πριν το φεγγάρι χαθεί από τον ουρανό!»
Ο Πρίγκιπας Φιρούζ Σαχ, παρά το γεγονός πως ήταν κυκλωμένος από σαράντα γυμνά σπαθιά, δεν έχασε την αρχοντιά του ούτε για μια στιγμή. Στάθηκε όρθιος, ίσιος σαν κυπαρίσσι, και κοίταξε τον Σουλτάνο με ένα βλέμμα τόσο σταθερό που έκανε τον μονάρχη να διστάσει για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Με φωνή καθαρή, που αντηχούσε τη δύναμη της γενιάς του, αποκρίθηκε πως δεν ήταν ούτε κλέφτης ούτε μάγος, αλλά ο διάδοχος του θρόνου της Περσίας, και πως η τιμή του ήταν τόσο υψηλή όσο και η δική του. Του εξήγησε πως αν τον σκότωνε με αυτόν τον άτιμο τρόπο, θα ξεκινούσε έναν πόλεμο που θα έκαιγε ολόκληρη την Ανατολή, καθώς ο πατέρας του, ο Βασιλιάς Σαμπιούρ, δεν θα άφηνε ούτε λιθάρι πάνω στο λιθάρι στη Βεγγάλη για να εκδικηθεί τον θάνατό του. Πρότεινε λοιπόν μια λύση που θα ταίριαζε σε Βασιλιάδες: να του επιτραπεί να αναμετρηθεί με ολόκληρο τον στρατό του Σουλτάνου την επόμενη μέρα στην πεδιάδα, και αν κατάφερνε να επιζήσει ή να νικήσει, τότε ο Σουλτάνος θα έπρεπε να του δώσει την κόρη του με κάθε επισημότητα. Ο Σουλτάνος, αν και έκπληκτος από την παρρησία του νέου, δέχτηκε την πρόκληση με ένα ειρωνικό χαμόγελο, θεωρώντας πως το επόμενο πρωί θα έβλεπε τον υπερόπτη ξένο να ποδοπατείται από τις οπλές των αλόγων του, και διέταξε να τον κλείσουν σε έναν πύργο υπό την επιτήρηση των πιο πιστών του στρατιωτών μέχρι να ξημερώσει η ημέρα της κρίσηςΕκείνη τη νύχτα, η σιωπή που απλώθηκε πάνω από το παλάτι της Βεγγάλης ήταν βαριά σαν το μολύβι, καθώς ο Πρίγκιπας Φιρούζ Σαχ βρισκόταν κλειδωμένος σε έναν ψηλό πύργο, του οποίου τα παράθυρα είχαν σιδερένιες γρίλιες και οι τοίχοι ήταν φτιαγμένοι από πέτρα τόσο ψυχρή όσο και η μοίρα που φαινόταν να τον περιμένει. Έξω από τη βαριά δρύινη πόρτα, τα βήματα των φρουρών αντηχούσαν ρυθμικά πάνω στις πλάκες, θυμίζοντάς του κάθε στιγμή πως ήταν ένας φυλακισμένος που η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή. Ο Πρίγκιπας, όμως, δεν άφησε την απελπισία να κυριεύσει το πνεύμα του· κάθισε στο πέτρινο πεζούλι και άρχισε να υφαίνει στο μυαλό του ένα σχέδιο, βασισμένο στην ίδια την αλαζονεία του Σουλτάνου. Γνώριζε πως ο Σουλτάνος ήθελε να τον ταπεινώσει δημόσια μπροστά στον στρατό του και στον λαό, και αυτή ακριβώς η επιθυμία για επίδειξη ισχύος θα γινόταν το κλειδί για την ελευθερία του.
Όταν το πρώτο αχνό φως της αυγής άρχισε να βάφει τον ορίζοντα με ένα χλωμό γκρίζο, ο επικεφαλής της φρουράς εισέβαλε στο κελί για να οδηγήσει τον Πρίγκιπα στην πεδιάδα. Ο Φιρούζ Σαχ τον κοίταξε με γαλήνη και του ζήτησε μια τελευταία χάρη, όχι για να σώσει τη ζωή του, αλλά για να διατηρήσει την τιμή του οίκου του: να του επιτραπεί να εμφανιστεί μπροστά στο στράτευμα πάνω στο εβένινο άλογό του, ισχυριζόμενος πως ένας Πρίγκιπας της Περσίας δεν αρμόζει να πεθάνει πεζός σαν κοινός εγκληματίας, αλλά ως αναβάτης ενός θαυμαστού κειμηλίου. Ο Σουλτάνος, όταν έμαθε το αίτημα, γέλασε με περιφρόνηση, πιστεύοντας πως το ξύλινο άλογο θα ήταν απλώς ένα άψυχο βάθρο για την επικείμενη εκτέλεση, και διέταξε να μεταφερθεί το ομοίωμα στο κέντρο της απέραντης πεδιάδας που εκτεινόταν μπροστά από τα τείχη της πόλης.
Η σκηνή που αντίκρισε ο Πρίγκιπας καθώς τον οδηγούσαν έξω ήταν συγκλονιστική. Χιλιάδες στρατιώτες, με τις ασπίδες τους να σχηματίζουν ένα αδιαπέραστο τείχος από χαλκό και τις λόγχες τους να μοιάζουν με ένα δάσος από ατσάλι, είχαν παραταχθεί σε ημικύκλιο. Στο κέντρο, πάνω σε μια υπερυψωμένη εξέδρα, καθόταν ο Σουλτάνος περιτριγυρισμένος από τους αξιωματούχους του, ενώ σε ένα παράπλευρο εξώστη, καλυμμένη με μαύρα πέπλα, βρισκόταν η Πριγκίπισσα, της οποίας οι λυγμοί έφταναν μέχρι τα αυτιά του Φιρούζ Σαχ, σχίζοντας την καρδιά του στα δύο. Ο Πρίγκιπας περπάτησε με κεφάλι ψηλά μέχρι το σημείο όπου στεκόταν το εβένινο άλογο, το οποίο έλαμπε κάτω από τις πρώτες αχτίδες του ήλιου σαν να ήταν φτιαγμένο από σκοτεινό γυαλί.
— «Ω Σουλτάνε της Βεγγάλης», φώναξε ο Πρίγκιπας με φωνή που ακούστηκε μέχρι τις τελευταίες σειρές του στρατεύματος, «σήμερα θα δεις πως η σοφία είναι πιο δυνατή από το σπαθί και πως η αγάπη δεν γνωρίζει σύνορα ούτε φυλακές!»
Με μια κίνηση αστραπιαία, που δεν άφησε χρόνο στους τοξότες να τεντώσουν τα δοξάρια τους, ο Πρίγκιπας πήδηξε στη ράχη του αλόγου. Τα χέρια του βρήκαν αμέσως τον χρυσό μοχλό στον δεξιό ώμο του ζώου. Ο Σουλτάνος σηκώθηκε όρθιος, έτοιμος να δώσει τη διαταγή της επίθεσης, αλλά πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη, ένας υπόκωφος θόρυβος, σαν το γρύλισμα ενός θηρίου, βγήκε από τα σωθικά του ξύλου. Το εβένινο άλογο τινάχτηκε προς τα πάνω με μια τέτοια δύναμη που η σκόνη της πεδιάδας υψώθηκε σε ένα τεράστιο σύννεφο, τυφλώνοντας τους στρατιώτες. Σε δευτερόλεπτα, ο Πρίγκιπας βρισκόταν ήδη δέκα οργιές πάνω από το έδαφος, ανεβαίνοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς το γαλάζιο στερέωμα. Οι κραυγές κατάπληξης και ο τρόμος που κυρίευσε το πλήθος ήταν ανείπωτοι· πολλοί έπεσαν στο έδαφος πιστεύοντας πως έβλεπαν έναν δαίμονα, ενώ ο Σουλτάνος έμεινε να κοιτάζει τον ουρανό με το σπαθί του να πέφτει από τα χέρια του πάνω στο μάρμαρο με έναν μεταλλικό ήχο που σήμανε την ήττα του.
Ο Φιρούζ Σαχ, καθώς υψωνόταν, έστρεψε το βλέμμα του προς τον εξώστη της Πριγκίπισσας και είδε το χέρι της να κουνιέται ανάμεσα στα πέπλα, σε έναν αποχαιρετισμό γεμάτο ελπίδα. Δεν ένιωθε πια φόβο για το ύψος· τώρα ήταν ο κυρίαρχος του αλόγου. Οδήγησε το εβένινο πλάσμα προς τη δύση, διασχίζοντας τα σύννεφα που έμοιαζαν με λευκά νησιά σε έναν ωκεανό από φως, ορκισμένος πως η φυγή του αυτή δεν ήταν το τέλος, αλλά η προετοιμασία για μια επιστροφή που θα ένωνε για πάντα τη μοίρα του με εκείνη της Πριγκίπισσας. Πέταξε πάνω από τις κορυφές των Ιμαλαΐων, εκεί που το χιόνι δεν λιώνει ποτέ, και συνέχισε την πορεία του προς την Περσία, νιώθοντας την παγωμένη ανάσα του ουρανού να τον καθαρίζει από τη σκόνη της φυλακής. Η επιστροφή του στη Σιράζ ήταν μια θριαμβευτική είσοδος που ανάγκασε τον πατέρα του, τον Βασιλιά Σαμπιούρ, να διατάξει επταήμερους εορτασμούς, αλλά η καρδιά του Πρίγκιπα παρέμενε στη Βεγγάλη, και οι διάλογοι που είχε με τον πατέρα του εκείνες τις νύχτες, περιγράφοντας την αδικία του Σουλτάνου και την πίστη της Πριγκίπισσας, ήταν τόσο μακροσκελείς και παθιασμένοι που ολόκληρο το παλάτι δακρύζε ακούγοντάς τουςΜετά την επιστροφή του στη Σιράζ, ο Πρίγκιπας Φιρούζ Σαχ δεν μπορούσε να βρει ανάπαυση ούτε στα πιο μαλακά μεταξωτά στρώματα του παλατιού του, ούτε στις μελωδίες των πιο έμπειρων μουσικών της Περσίας. Η σκέψη του ήταν διαρκώς αιχμάλωτη στις αναμνήσεις της Πριγκίπισσας της Βεγγάλης, στη θλίψη των ματιών της όταν τον αποχαιρετούσε από τον εξώστη και στον κίνδυνο που διέτρεχε από την οργή του πατέρα της. Κάθε βράδυ, κάτω από το φως του φεγγαριού, ανέβαινε στην υψηλότερη ταράτσα του παλατιού και κοιτούσε προς την Ανατολή, εκεί όπου ο ουρανός συναντούσε τις μακρινές χώρες, ορκιζόμενος πως καμία δύναμη στον κόσμο δεν θα τον κρατούσε μακριά της για πολύ ακόμα. Παράλληλα, ο πατέρας του, ο Βασιλιάς Σαμπιούρ, βλέποντας τον γιο του να μαραζώνει από τον έρωτα, διέταξε να ελευθερωθεί ο Ινδός σοφός από το σκοτεινό δεσμωτήριο, πιστεύοντας πως η μεγαλοψυχία του θα κατεύναζε το μίσος του ξένου. Δεν γνώριζε όμως πως ο Ινδός, κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, είχε θρέψει την ψυχή του με το δηλητήριο της εκδίκησης, περιμένοντας τη στιγμή που θα χτυπούσε την καρδιά της βασιλικής οικογένειας.
Ο Πρίγκιπας, μην αντέχοντας άλλο τον χωρισμό, αποφάσισε να δράσει κρυφά. Μια νύχτα που ο άνεμος φυσούσε ευνοϊκά προς την Ανατολή, ανέβηκε για άλλη μια φορά στη ράχη του εβένινου αλόγου, το οποίο είχε κρύψει σε ένα απόμερο υπόστεγο των βασιλικών κήπων. Με την εμπειρία που είχε πλέον αποκτήσει, οδήγησε το ξύλινο θαύμα μέσα από τη σιωπή της νύχτας, διασχίζοντας αποστάσεις που θα χρειαζόταν μήνες για να διανύσει ένα καραβάνι. Όταν έφτασε στη Βεγγάλη, προσγειώθηκε με απόλυτη μυστικότητα στους κήπους του παλατιού και κατάφερε να συναντήσει την Πριγκίπισσα, η οποία τον περίμενε σαν τη διψασμένη γη που περιμένει την πρώτη βροχή. Οι δυο τους, τυφλωμένοι από το πάθος, αποφάσισαν να δραπετεύσουν μαζί. Η Πριγκίπισσα ανέβηκε πίσω από τον Πρίγκιπα στη σέλα και το άλογο τους μετέφερε πίσω στην Περσία, προσγειώνοντάς τους σε ένα πανέμορφο καλοκαιρινό περίπτερο στα περίχωρα της Σιράζ, περιτριγυρισμένο από τρεχούμενα νερά και δέντρα φορτωμένα με καρπούς.
— «Μείνε εδώ, αγαπημένη μου», της ψιθύρισε ο Φιρούζ Σαχ, «ενώ εγώ θα πάω στο παλάτι για να ετοιμάσω μια υποδοχή αντάξια μιας Βασίλισσας. Θέλω ο πατέρας μου και ολόκληρος ο λαός να σε υποδεχτούν με τιμές, με χρυσά αμάξια και μουσικές, και όχι σαν μια κλέφτρα μέσα στη νύχτα».
Όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Ο Ινδός σοφός, που είχε μάθει για την επιστροφή του Πρίγκιπα και παραμόνευε στις σκιές των κήπων σαν την οχιά που περιμένει το θήραμά της, είδε τον Φιρούζ Σαχ να απομακρύνεται. Με την πανούργα του διάνοια, κατάλαβε αμέσως ποια ήταν η κοπέλα που περίμενε μόνη της δίπλα στο εβένινο άλογο. Πλησίασε την Πριγκίπισσα φορώντας έναν μανδύα που έκρυβε το πρόσωπό του και, αλλάζοντας τη φωνή του ώστε να ακούγεται γλυκιά και καθησυχαστική, της είπε πως ο Πρίγκιπας τον έστειλε να τη μεταφέρει στο παλάτι πιο γρήγορα, καθώς ο δρόμος ήταν επικίνδυνος και η προετοιμασία της γιορτής είχε ήδη ξεκινήσει. Η Πριγκίπισσα, μην υποψιαζόμενη τον δόλο, ανέβηκε στη ράχη του αλόγου. Τότε ο Ινδός, με ένα βλέμμα γεμάτο θρίαμβο και μίσος, πήδηξε μπροστά της, άρπαξε τους μοχλούς και γύρισε τον δεξιό μοχλό μέχρι το τέρμα.
Το άλογο τινάχτηκε στον ουρανό την ώρα που ο Φιρούζ Σαχ επέστρεφε με τη βασιλική φρουρά και τα χρυσά αμάξια. Ο Πρίγκιπας είδε με απόγνωση το εβένινο άλογο να γίνεται μια μικρή κουκκίδα στον ορίζοντα, μεταφέροντας την αγαπημένη του στα χέρια του εχθρού του. Η κραυγή του έσκισε τον αέρα της Σιράζ, αλλά ήταν πια αργά. Ο Ινδός, γελώντας σαρδόνια μέσα στους αιθέρες, την μετέφερε χιλιάδες μίλια μακριά, στο βασίλειο του Κασμίρ. Εκεί, προσγειώθηκε σε ένα λιβάδι γεμάτο λουλούδια, σκοπεύοντας να κρατήσει την Πριγκίπισσα για τον εαυτό του, αλλά η ομορφιά της κοπέλας και το παράξενο θέαμα του ιπτάμενου αλόγου τράβηξαν την προσοχή των στρατιωτών του Βασιλιά του Κασμίρ. Ο Βασιλιάς, ένας άνδρας που δεν γνώριζε έλεος, διέταξε να συλληφθεί ο Ινδός και, θεωρώντας πως ένας τέτοιος άξεστος άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ο νόμιμος σύζυγος μιας τέτοιας αρχόντισσας, διέταξε τον αποκεφαλισμό του χωρίς δεύτερη σκέψη. Η Πριγκίπισσα βρέθηκε ξαφνικά φυλακισμένη σε ένα νέο παλάτι, με έναν νέο διεκδικητή που ήθελε να την κάνει γυναίκα του με τη βία.
Για να σωθεί, η Πριγκίπισσα άρχισε να προσποιείται πως έχασε τα λογικά της. Άρχισε να ουρλιάζει, να σκίζει τα πολύτιμα φορέματά της και να επιτίθεται σε όποιον πλησίαζε, παριστάνοντας την τρελή με τέτοια πειστικότητα που ο Βασιλιάς του Κασμίρ, φοβούμενος για την υγεία της, κάλεσε τους πιο ονομαστούς γιατρούς από την Κίνα, την Ινδία και την Αραβία, προσφέροντας αμύθητα πλούτη σε όποιον θα κατάφερνε να τη θεραπεύσει. Εν τω μεταξύ, ο Πρίγκιπας Φιρούζ Σαχ, έχοντας βυθιστεί στο απόλυτο πένθος, έβγαλε τα βασιλικά του ενδύματα, φόρεσε τα κουρέλια ενός περιπλανώμενου δερβίση και, με ένα ραβδί στο χέρι και την εικόνα της Πριγκίπισσας στην καρδιά του, ξεκίνησε να οργώνει την Ανατολή, ρωτώντας σε κάθε χωριό και κάθε πόλη για ένα ξύλινο άλογο και μια πριγκίπισσα που είχε χάσει το μυαλό τηςΟ Πρίγκιπας Φιρούζ Σαχ, αποδιώχνοντας από πάνω του κάθε ίχνος της βασιλικής του δόξας, άρχισε μια περιπλάνηση που όμοιά της δεν είχε καταγραφεί ποτέ στα χρονικά της Περσίας. Φόρεσε έναν τραχύ μανδύα από μαλλί καμήλας, άφησε τα γένια του να μεγαλώσουν και το δέρμα του να καεί από τον ανελέητο ήλιο της ερήμου, βαδίζοντας με μόνη συντροφιά ένα ξύλινο ραβδί και την ακατάσβεστη φλόγα της αγάπης του. Διέσχισε χώρες όπου οι άνθρωποι μιλούσαν γλώσσες άγνωστες και τα έθιμα ήταν παράξενα, κοιμόταν σε καραβάν-σεράι πλάι σε φτωχούς εμπόρους και ζητούσε την ελεημοσύνη των περαστικών, όχι για να χορτάσει την πείνα του, αλλά για να κερδίσει μια πληροφορία, έναν ψίθυρο, μια λέξη που θα τον οδηγούσε στα ίχνη της Πριγκίπισσας. Πέρασε από την πόλη των Μαγεμένων Πύργων και τις πεδιάδες της Μαύρης Άμμου, υπομένοντας την κάψα της ημέρας και το παγερό κρύο της νύχτας, μέχρι που μια μέρα, σε ένα απόμερο παζάρι στα σύνορα του Κασμίρ, άκουσε κάποιους εμπόρους να συζητούν για ένα παράξενο γεγονός που είχε συγκλονίσει το παλάτι του δικού τους Σουλτάνου. Έλεγαν για έναν ξένο Ινδό που είχε φτάσει πάνω σε ένα ξύλινο άλογο μεταφέροντας μια γυναίκα με ομορφιά που θάμπωνε τα μάτια, και πώς ο Σουλτάνος του Κασμίρ διέταξε τον θάνατο του Ινδού και κράτησε την κοπέλα, η οποία όμως είχε χάσει το λογικό της και ούρλιαζε σαν δαιμονισμένη κάθε φορά που κάποιος την πλησίαζε.
Η καρδιά του Πρίγκιπα σκίρτησε· ήξερε πως η αναζήτησή του έφτανε στο τέλος της. Όμως, γνώριζε επίσης πως αν παρουσιαζόταν ως Πρίγκιπας, ο Σουλτάνος του Κασμίρ, που ήταν γνωστός για την πλεονεξία και τη σκληρότητά του, δεν θα του επέτρεπε ποτέ να δει την Πριγκίπισσα. Έτσι, χρησιμοποίησε τη σοφία που είχε αποκτήσει από τους δασκάλους του στην Περσία και μεταμφιέστηκε σε σοφό γιατρό από τις μακρινές Ινδίες. Κατασκεύασε ένα μείγμα από αρωματικά βότανα και έβαψε τα χέρια του με χέννα, φορώντας έναν εντυπωσιακό τουρμπάνι που μαρτυρούσε βαθιά γνώση των απόκρυφων τεχνών. Όταν έφτασε στις πύλες της πρωτεύουσας του Κασμίρ, άρχισε να διαδίδει πως κατείχε το μυστικό για τη θεραπεία της τρέλας και πως μπορούσε να διώξει τα πνεύματα που στοίχειωναν το μυαλό των ανθρώπων. Η φήμη του έφτασε γρήγορα στα αυτιά του Σουλτάνου, ο οποίος είχε αρχίσει να απελπίζεται, καθώς κανένας από τους γιατρούς του βασιλείου του δεν είχε καταφέρει να ηρεμήσει την Πριγκίπισσα.
Ο Σουλτάνος διέταξε να φέρουν τον «ξένο σοφό» αμέσως μπροστά του. Ο Φιρούζ Σαχ, διατηρώντας μια στάση γεμάτη μυστικισμό και αξιοπρέπεια, οδηγήθηκε στις αίθουσες του παλατιού. Ο Σουλτάνος του εξήγησε την κατάσταση της κοπέλας και του υποσχέθηκε βουνά από χρυσάφι αν κατάφερνε να την επαναφέρει στο λογικό της. Ο Πρίγκιπας ζήτησε να μείνει μόνος με την ασθενή, ισχυριζόμενος πως η παρουσία άλλων ανθρώπων εμπόδιζε τη ροή της θεραπευτικής ενέργειας. Όταν οι πόρτες έκλεισαν και ο Φιρούζ Σαχ αντίκρισε την Πριγκίπισσα, η καρδιά του κόντεψε να σπάσει. Εκείνη καθόταν στο δάπεδο, με τα μαλλιά λυμένα και το βλέμμα χαμένο, προσποιούμενη ακόμα την τρελή για να προστατευτεί. Πλησίασε σιγά-σιγά και, με μια φωνή που ήταν ένας γλυκός ψίθυρος, πρόφερε το όνομά της και της είπε στίχους από ένα ποίημα που της είχε απαγγείλει την πρώτη νύχτα στη Βεγγάλη.
Η Πριγκίπισσα πάγωσε. Το βλέμμα της καθάρισε και, αναγνωρίζοντας τη φωνή του αγαπημένου της πίσω από τη μεταμφίεση, έπεσε στην αγκαλιά του κλαίγοντας από ανακούφιση. Ο Πρίγκιπας την καθήσυχασε και της εξήγησε το σχέδιό του: έπρεπε να συνεχίσει την προσποίηση για λίγο ακόμα, αλλά αυτή τη φορά δείχνοντας σημάδια βελτίωσης υπό τις οδηγίες του. Ο Φιρούζ Σαχ βγήκε από το δωμάτιο και ανακοίνωσε στον Σουλτάνο πως η θεραπεία είχε αρχίσει, αλλά για να ολοκληρωθεί, χρειαζόταν να γίνει μια μεγάλη τελετή εξαγνισμού στην ύπαιθρο, παρουσία του αντικειμένου που είχε φέρει την κοπέλα σε αυτή την κατάσταση — δηλαδή του εβένινου αλόγου. Εξήγησε στον Σουλτάνο πως το άλογο ήταν στοιχειωμένο από το πνεύμα του Ινδού μάγου και πως αν δεν γινόταν ένας δημόσιος εξαγνισμός με θυμίαμα και προσευχές, η Πριγκίπισσα δεν θα θεραπευόταν ποτέ πλήρως. Ο Σουλτάνος, θαμπωμένος από την ελπίδα, διέταξε να μεταφερθεί το άλογο στην κεντρική πλατεία και να ξεκινήσουν οι προετοιμασίες για την πιο μεγαλειώδη τελετή που είχε δει ποτέ το Κασμίρ, χωρίς να γνωρίζει πως εκείνη τη στιγμή υπέγραφε την απώλεια του πιο πολύτιμου λαφύρου τουΗ ημέρα της μεγάλης τελετής ανέτειλε πάνω από τα χιονισμένα βουνά του Κασμίρ με μια λάμψη που έμοιαζε να προμηνύει κάτι το εξώκοσμο, καθώς ολόκληρη η πρωτεύουσα βρισκόταν στο πόδι για να παρακολουθήσει το θαύμα που είχε υποσχεθεί ο ξένος σοφός γιατρός. Ο Σουλτάνος του Κασμίρ, τυφλωμένος από την επιθυμία του να κατέχει την Πριγκίπισσα της Βεγγάλης όχι μόνο ως λάφυρο αλλά ως μια υγιή και υποταγμένη σύζυγο, διέταξε να αδειάσει η μεγάλη πλατεία μπροστά από τις πύλες του παλατιού και να παραταχθούν οι χιλιάδες στρατιώτες του σε έναν κύκλο σιωπής και δέους. Στο κέντρο αυτού του κύκλου, το εβένινο άλογο είχε τοποθετηθεί πάνω σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα, με το μαύρο ξύλο του να γυαλίζει κάτω από τον δυνατό ήλιο, ενώ γύρω του είχαν στηθεί δώδεκα τεράστια χρυσά μαγκάλια, γεμάτα με κάρβουνα που έβγαζαν μια υπόκωφη θερμότητα.
Ο Πρίγκιπας Φιρούζ Σαχ, φορώντας την εντυπωσιακή μεταμφίεση του Ινδού σοφού, με τον μανδύα του να κυματίζει στον παγωμένο αέρα του Κασμίρ, πλησίασε τον Σουλτάνο και του μίλησε με λόγια γεμάτα μυστικισμό, εξηγώντας πως η κάθαρση απαιτούσε την απόλυτη απομόνωση της Πριγκίπισσας πάνω στο άλογο, ώστε τα κακά πνεύματα να μεταφερθούν από την ψυχή της πίσω στις ίνες του ξύλου. Η Πριγκίπισσα οδηγήθηκε στην πλατεία καλυμμένη με ένα πέπλο από διάφανο μετάξι, προσποιούμενη ακόμα μια ελαφριά ταραχή, και με τη βοήθεια του Πρίγκιπα ανέβηκε στη ράχη του αλόγου, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά με έναν ρυθμό που μόνο η ελπίδα της ελευθερίας μπορεί να γεννήσει.
Τότε, ο Φιρούζ Σαχ άρχισε να ρίχνει μέσα στα μαγκάλια τεράστιες ποσότητες από ένα σπάνιο μείγμα θυμιαμάτων που είχε ετοιμάσει ο ίδιος: λιβάνι από το Ομάν, σμύρνα από την Υεμένη, ξύλο αλόης και μια σκόνη από βότανα που είχαν την ιδιότητα να παράγουν έναν καπνό τόσο πυκνό, λευκό και αδιαπέραστο, που μέσα σε λίγα λεπτά η πλατεία άρχισε να χάνεται κάτω από ένα σύννεφο που έμοιαζε με την πιο βαριά ομίχλη των βουνών. Ο καπνός υψωνόταν σε σπείρες, καλύπτοντας τον Σουλτάνο, τους βεζίρηδες και τους στρατιώτες, κάνοντας τα μάτια τους να δακρύζουν και τις αισθήσεις τους να θολώνουν, ενώ ο Πρίγκιπας άρχισε να ψάλλει με φωνή στεντόρεια λόγια αρχαία και ακατάληπτα, που αντηχούσαν ανάμεσα στα τείχη του παλατιού σαν βροντές.
Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι του λευκού καπνού, ο Φιρούζ Σαχ πέταξε με μια κίνηση τον βαρύ μανδύα του σοφού, αποκαλύπτοντας τα βασιλικά του ενδύματα που φορούσε κρυφά από κάτω, και με ένα άλμα βρέθηκε πίσω από την Πριγκίπισσα στη σέλα του αλόγου. Τα χέρια του βρήκαν με ακρίβεια τους χρυσούς μοχλούς. — «Κρατήσου γερά, αγαπημένη μου», της ψιθύρισε, «γιατί τώρα πετάμε προς την πατρίδα και την αιώνια ελευθερία!»
Με μια δυνατή στροφή του δεξιού μοχλού, το εβένινο άλογο έβγαλε έναν ήχο σαν το σφύριγμα χιλίων βελών και τινάχτηκε στον αέρα, σκίζοντας το σύννεφο του θυμιάματος και ανεβαίνοντας με ορμή προς το γαλάζιο στερέωμα. Όταν ο άνεμος διέλυσε επιτέους τον καπνό στην πλατεία, ο Σουλτάνος του Κασμίρ και ολόκληρος ο λαός του έμειναν να κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό και την ψυχή παγωμένη μια μικρή κουκκίδα που απομακρυνόταν με την ταχύτητα του ανέμου προς τη δύση, συνειδητοποιώντας πως ο «γιατρός» δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον εραστή της Πριγκίπισσας που είχε έρθει να διεκδικήσει το δίκιο του.
Η πτήση της επιστροφής ήταν ένα ταξίδι μέσα στο φως και τη χαρά. Ο Πρίγκιπας και η Πριγκίπισσα, ψηλά πάνω από τις κορυφές των βουνών και τις αχανείς πεδιάδες, αντάλλασσαν λόγια αγάπης και διηγούνταν ο ένας στον άλλον κάθε στιγμή της αγωνίας που πέρασαν κατά τη διάρκεια του χωρισμού τους. Όταν επιτέλους αντίκρισαν τους χρυσούς θόλους της Σιράζ να λάμπουν κάτω από το φως του δειλινού, ο Βασιλιάς Σαμπιούρ, που είχε ενημερωθεί από τους σκοπούς για την εμφάνιση του αλόγου στον ορίζοντα, βγήκε στην ταράτσα με δάκρυα στα μάτια. Η προσγείωση έγινε μέσα σε ένα κλίμα ανείπωτου θριάμβου, με τον Βασιλιά να αγκαλιάζει τον γιο του και να καλωσορίζει την Πριγκίπισσα με τιμές που άρμοζαν σε μια μελλοντική Βασίλισσα της Περσίας.
Ωστόσο, ο Πρίγκιπας Φιρούζ Σαχ, έχοντας πλέον διδαχθεί από τις περιπέτειές του πως η μαγεία που δεν ελέγχεται από τη σύνεση μπορεί να φέρει την καταστροφή, πήρε μια απόφαση που εξέπληξε την αυλή. Ζήτησε να φέρουν ένα βαρύ τσεκούρι και, μπροστά στα μάτια του πατέρα του και της Πριγκίπισσας, άρχισε να κομματιάζει το εβένινο άλογο, σπάζοντας τα ξύλινα μέλη του, λιώνοντας τους ασημένιους μοχλούς και καταστρέφοντας τους εσωτερικούς μηχανισμούς που του χάριζαν την πτήση. — «Ω πατέρα μου», είπε με φωνή γεμάτη σοφία, «αυτό το θαύμα μας χάρισε την ευτυχία, αλλά παραλίγο να μας κοστίσει τη ζωή. Ας μείνει στη μνήμη μας ως ένα όνειρο, αλλά ας μην επιτρέψουμε ποτέ ξανά σε έναν ξένο μάγο να κρατά στα χέρια του τη μοίρα του οίκου μας».
Μετά από αυτό, οι γάμοι του Πρίγκιπα και της Πριγκίπισσας της Βεγγάλης τελέστηκαν με μεγαλοπρέπεια που κράτησε σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες, και ολόκληρο το βασίλειο της Περσίας γιόρτασε την ένωση των δύο εραστών. Έζησαν χρόνια πολλά και ευτυχισμένα, κυβερνώντας με δικαιοσύνη και σοφία, και η ιστορία του Εβένινου Αλόγου έμεινε να διηγείται από γενιά σε γενιά, θυμίζοντας σε όλους πως η αγάπη και το θάρρος είναι τα μόνα φτερά που μπορούν πραγματικά να υψώσουν τον άνθρωπο πάνω από κάθε δυσκολία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου