Σελίδες

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΜΗΛΩΝ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΗ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ

 


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΜΗΛΩΝ 

Λένε, ω Άρχοντα των Πιστών, πως ο Χαλίφης Χαρούν αλ Ρασίντ, μια νύχτα που η αϋπνία είχε βαρύνει το μέτωπό του, κάλεσε τον έμπιστο Βεζίρη του, τον Τζαφάρ τον Βαρμεκίδη. «Ω Τζαφάρ», είπε ο Χαλίφης, «η ψυχή μου είναι στενοχωρημένη απόψε και το στήθος μου σφιγμένο. Θέλω να βγούμε κρυφά στους δρόμους της Βαγδάτης, μεταμφιεσμένοι, για να δούμε με τα μάτια μας πώς ζει ο λαός μας, αν οι διοικητές μας απονέμουν δικαιοσύνη και αν οι φτωχοί κοιμούνται ήσυχοι». Ο Τζαφάρ υπάκουσε αμέσως. Μαζί με τον Μασρούρ, τον δήμιο του παλατιού που είχε δύναμη γίγαντα, φόρεσαν απλά ρούχα εμπόρων από τη Μοσούλη και βγήκαν από την πίσω πύλη του παλατιού. Περιπλανήθηκαν στα σκοτεινά και δαιδαλώδη σοκάκια της Βαγδάτης, εκεί όπου οι μυρωδιές από τα μπαχαρικά και το καμένο ξύλο μπλέκονταν με την υγρασία της νύχτας. Καθώς πλησίαζαν στις όχθες του ποταμού Τίγρη, είδαν έναν γέροντα ψαρά, με τα ρούχα του κουρελιασμένα και την πλάτη κυρτή από τα χρόνια και τον κάματο. Ο γέροντας κουβαλούσε ένα δίχτυ στον ώμο του και ένα καλάθι από φοινικόφυλλα. Βάδιζε αργά, αναστενάζοντας βαθιά, και η φωνή του, βραχνή και θλιμμένη, τραγουδούσε αυτούς τους στίχους: «Ω εσύ που βγαίνεις στη δουλειά με την αυγή τη ροδινή, κοίτα εμένα τον φτωχό που η μοίρα τον πλανεί. Στον Τίγρη ρίχνω το σκοινί, τη μοίρα μου ζητώντας, και την ελπίδα τη νεκρή στα δίχτυα μου κρατώντας. Πόσοι κοιμούνται στο χρυσό, σε στρώματα μεταξωτά, κι εγώ δεν έχω ούτε ψωμί, για τα παιδιά τα νηστικά;» Ο Χαλίφης στάθηκε και άκουσε με προσοχή. Η καρδιά του μαλάκωσε από τα λόγια του γέροντα. «Τζαφάρ», ψιθύρισε, «δες αυτόν τον καημένο. Η φτώχεια του είναι βάρος για το δικό μου στέμμα». Πλησίασε τον ψαρά και του είπε με ευγένεια: «Ω γέροντα, ποια είναι η τέχνη σου και γιατί θρηνείς έτσι μέσα στη νύχτα;» Ο ψαράς, χωρίς να ξέρει ποιον έχει μπροστά του, απάντησε: «Κύριέ μου, είμαι ένας δυστυχισμένος ψαράς. Έφυγα από το σπίτι μου το μεσημέρι και μέχρι τώρα, που η νύχτα έχει προχωρήσει, ο Θεός δεν μου χάρισε ούτε ένα ψάρι. Η γυναίκα μου και τα παιδιά μου με περιμένουν πεινασμένοι. Έχω αρχίσει να μισώ τη ζωή μου και το δίχτυ μου». Τότε ο Χαλίφης του είπε: «Έλα μαζί μας μέχρι το ποτάμι. Ρίξε το δίχτυ σου ακόμα μία φορά, για χάρη της δικής μου τύχης. Σου υπόσχομαι, μπροστά σε αυτούς τους εμπόρους, πως ό,τι βγάλεις, θα σου το αγοράσω για εκατό χρυσά δηνάρια». Ο γέρος ένιωσε την ελπίδα να ανασταίνεται. «Το δέχομαι!» φώναξε. Πήγαν όλοι μαζί στην όχθη. Ο ψαράς μάζεψε το δίχτυ του, έκανε μια προσευχή και το έριξε στα βαθιά, σκοτεινά νερά του Τίγρη. Περίμεναν με κομμένη την ανάσα. Μετά από λίγο, το σκοινί τεντώθηκε. Το δίχτυ ήταν ασήκωτο. Ο Μασρούρ έτρεξε να βοηθήσει και, με μια δυνατή κίνηση, τράβηξαν το εύρημα στην ακτή. Δεν ήταν ψάρι. Ήταν ένα ΒΑΡΥ ΞΥΛΙΝΟ ΜΠΑΟΥΛΟ, σφραγισμένο με μόλυβδο και δεμένο με χοντρά σχοινιά. Ο Χαλίφης, πιστός στον λόγο του, διέταξε τον Τζαφάρ να μετρήσει εκατό χρυσά δηνάρια και να τα δώσει στον ψαρά. Ο γέροντας, που δεν είχε δει ποτέ του τόσο χρυσάφι, φίλησε το χώμα και έφυγε τρέχοντας, ευλογώντας τον ξένο έμπορο. Ο Μασρούρ σήκωσε το μπαούλο στους ώμους του και το μετέφερε στο παλάτι. Εκεί, στη μεγάλη αίθουσα με τα χίλια κεριά, ο Χαλίφης διέταξε να σπάσουν τη σφραγίδα. Όταν το καπάκι άνοιξε, μια μυρωδιά από μπαχαρικά και θάνατο γέμισε το δωμάτιο. Μέσα στο μπαούλο υπήρχε ένα καλάθι από φοινικόφυλλα, ραμμένο με κόκκινο μετάξι. Ο Τζαφάρ έσκισε το μετάξι και είδε ένα ακριβό χαλί. Κάτω από το χαλί υπήρχε μια γυναικεία μαντίλα. Και μέσα στη μαντίλα... Ω Βασιλιά, το θέαμα ήταν φρικτό. Εκεί βρισκόταν το σώμα μιας ΠΑΝΕΜΟΡΦΗΣ ΝΕΑΡΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ, λευκό σαν το ασήμι, αλλά κομμένο σε δεκαεννέα κομμάτια. Το πρόσωπό της ήταν ακόμα γαλήνιο, σαν να κοιμόταν. Ο Χαλίφης ξέσπασε σε λυγμούς και μετά σε μια τρομερή οργή. Στράφηκε στον Τζαφάρ και η φωνή του αντήχησε σαν βροντή: «Ω σκύλε, Βεζίρη της ντροπής! Έτσι επιβλέπεις την πόλη μου; Σφάζουν γυναίκες και τις πετούν στο ποτάμι κι εσύ κοιμάσαι; Μα τον Θεό, αν δεν μου φέρεις τον δολοφόνο μέσα σε τρεις μέρες, θα κρεμάσω εσένα και σαράντα από τους συγγενείς σου στις πύλες της Βαγδάτης!» Ο Τζαφάρ έφυγε από το παλάτι τρέμοντας. Πέρασαν τρεις μέρες και δεν βρήκε κανένα ίχνος. Όταν η προθεσμία έληξε, ο Χαλίφης διέταξε να στηθούν οι κρεμάλες. Την ώρα που ο δήμιος άπλωνε το χέρι του στον λαιμό του Τζαφάρ, ένας νεαρός άνδρας και ένας γέροντας έτρεξαν μέσα στο πλήθος.. Ο νεαρός άνδρας και ο γέροντας στάθηκαν μπροστά στον Χαλίφη, με τα πρόσωπά τους γεμάτα αγωνία, διεκδικώντας ο καθένας για τον εαυτό του την ευθύνη του εγκλήματος. Ο Χαρούν αλ Ρασίντ, βλέποντας τον νεαρό να κλαίει με λυγμούς που έσκιζαν την καρδιά, διέταξε τον Τζαφάρ να αφήσει ελεύθερους τους συγγενείς του και να φέρει τους δύο άνδρες στο θρόνο. «Πες μου», είπε στον νεαρό, «γιατί σκότωσες αυτή τη γυναίκα και γιατί την έκοψες σε κομμάτια;». Ο νεαρός πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε τη διήγησή του: «Μάθε, ω Άρχοντα των Πιστών, πως αυτή η γυναίκα ήταν η σύζυγός μου και η μητέρα των τριών παιδιών μου. Την αγαπούσα περισσότερο από το φως των ματιών μου και εκείνη ήταν η πιο πιστή και ενάρετη σύντροφος που θα μπορούσε να ποθήσει κανείς. Πριν από λίγο καιρό, όμως, έπεσε στο κρεβάτι από μια βαριά αρρώστια. Για έναν ολόκληρο μήνα την φρόντιζα μέρα και νύχτα, ξοδεύοντας όλη μου την περιουσία σε γιατρούς και φάρμακα. Μια μέρα, καθώς ο πυρετός της είχε υποχωρήσει λίγο, μου είπε: "Ω αγαπημένε μου, νιώθω την ανάγκη να φάω ένα μήλο. Αν μπορούσα να γευτώ ένα μήλο, πιστεύω πως η ψυχή μου θα επέστρεφε στο σώμα μου". Έτρεξα αμέσως στην αγορά, αλλά ήταν χειμώνας και δεν υπήρχε ούτε ένα μήλο σε ολόκληρη τη Βαγδάτη. Έψαξα σε κάθε κήπο, σε κάθε παντοπωλείο, αλλά όλοι μου έλεγαν: "Είναι αδύνατο να βρεις μήλα αυτή την εποχή". Δεν μπορούσα όμως να γυρίσω πίσω με άδεια χέρια. Αποφάσισα λοιπόν να ταξιδέψω μέχρι τη Βασόρα, όπου μου είπαν πως ίσως βρω μερικά δέντρα που καρπίζουν αργά. Ταξίδεψα δεκαπέντε μερόνυχτα, αντιμετωπίζοντας κρύο και κινδύνους, μέχρι που έφτασα στη Βασόρα. Εκεί, μετά από πολύ κόπο, βρήκα έναν κηπουρό στον κήπο του Σουλτάνου που είχε κρατήσει τρία μήλα. Τα αγόρασα για τρία χρυσά δηνάρια και πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Άλλα δεκαπέντε μερόνυχτα πέρασαν μέχρι να φτάσω στη Βαγδάτη. Όταν μπήκα στο σπίτι, η σύζυγός μου ήταν τόσο αδύναμη που δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει. Της έδειξα τα μήλα και τα μάτια της έλαμψαν. Τα άφησα δίπλα στο προσκεφάλι της και πήγα στο κατάστημά μου για να δω πώς πήγαιναν οι δουλειές μου μετά από τόσο καιρό. Καθώς περπατούσα στο δρόμο, είδα έναν μαύρο σκλάβο να κρατά στα χέρια του ένα μήλο ολόιδιο με αυτά που είχα φέρει. "Από πού το βρήκες αυτό το μήλο, ω σκλάβε;" τον ρώτησε με περιέργεια. Εκείνος γέλασε ειρωνικά και μου είπε: "Μου το έδωσε η ερωμένη μου. Μου είπε πως ο ανόητος ο άνδρας της έκανε ολόκληρο ταξίδι στη Βασόρα για να της φέρει τρία τέτοια μήλα, κι εκείνη μου χάρισε το ένα!" Μόλις άκουσα αυτά τα λόγια, ο κόσμος χάθηκε από τα μάτια μου. Η ζήλια και η οργή με κύριευσαν. Έτρεξα στο σπίτι, μέτρησα τα μήλα και είδα πως έλειπε το ένα! "Πού είναι το τρίτο μήλο;" τη ρώτησα. Εκείνη, αδύναμη καθώς ήταν, δεν μου απάντησε. Τότε, τυφλωμένος από το μίσος, πήρα το μαχαίρι και την έσφαξα. Μετά, την έκοψα σε δεκαεννέα κομμάτια, την έβαλα στο μπαούλο και την πέταξα στον Τίγρη. Όταν επέστρεψα στο σπίτι, βρήκα τον

μεγαλύτερο γιο μου να κλαίει. "Γιατί κλαις, παιδί μου;" τον ρώτησα. Εκείνος μου απάντησε: "Πατέρα, πήρα ένα από τα μήλα της μητέρας μου για να παίξω, αλλά ένας μαύρος σκλάβος μου το άρπαξε στο δρόμο. Του είπα πως ο πατέρας μου ταξίδεψε τριάντα μέρες για να το φέρει, αλλά εκείνος με χτύπησε και έφυγε με το μήλο". Τότε κατάλαβα το φρικτό μου λάθος! Η γυναίκα μου ήταν αθώα και εγώ την είχα σκοτώσει εξαιτίας των ψεμάτων ενός σκλάβου! Άρχισα να θρηνώ και ο πατέρας της, ο γέροντας που βλέπεις, ήρθε και κλάψαμε μαζί για την αδικία που έγινε». Ο Χαλίφης έμεινε άναυδος. «Μα τον Θεό», είπε στον Τζαφάρ, «ο σκλάβος είναι ο πραγματικός ένοχος. Αν δεν τον βρεις, θα θανατωθείς εσύ!» Ο Τζαφάρ επέστρεψε στο σπίτι του απελπισμένος. Πέρασαν τρεις μέρες και δεν μπορούσε να βρει τον σκλάβο. Την ώρα που ετοιμαζόταν για την εκτέλεση, η μικρή του κόρη τον πλησίασε. «Πατέρα», του είπε, «δες τι όμορφο μήλο μου έδωσε ο σκλάβος μας ο Ραϊχάν!». Ο Τζαφάρ άρπαξε το μήλο. Ήταν το τρίτο μήλο της Βασόρας! 

Κάλεσε τον Ραϊχάν, ο οποίος ομολόγησε πως το είχε κλέψει από ένα παιδί στο δρόμο. Ο Τζαφάρ οδήγησε τον σκλάβο στον Χαλίφη, ελπίζοντας πως η ιστορία του θα τον έσωζε. «Ω Άρχοντα των Πιστών», είπε ο Τζαφάρ, «η ιστορία αυτού του σκλάβου είναι παράξενη, αλλά σου υπόσχομαι μια διήγηση ακόμα πιο θαυμαστή, αν μου χαρίσεις τη ζωή και τη ζωή του σκλάβου μου». Ο Χαλίφης δέχτηκε, και ο Τζαφάρ ξεκίνησε να διηγείται την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥΡΕΝΤΙΝ ΑΛΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΤΟΥ ΣΑΜΣΕΝΤΙΝ. Μάθε λοιπόν, ω μεγαλειότατε, πως ο Τζαφάρ ο Βαρμεκίδης, θέλοντας να κατευνάσει την οργή του Χαλίφη και να σώσει τον σκλάβο του, άρχισε να διηγείται μια ιστορία που οι ρίζες της ξεκινούσαν από το Κάιρο και έφταναν μέχρι τη Βασόρα. 


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥΡΕΝΤΙΝ ΑΛΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΑΜΣΕΝΤΙΝ 








 Λένε, ω Άρχοντα των Πιστών, πως στην ένδοξη γη της Αιγύπτου ζούσαν κάποτε δύο αδέλφια, ο Σαμσεντίν και ο Νουρεντίν Αλί. Ήταν και οι δύο άνδρες με εξαιρετική μόρφωση, ευγένεια και ομορφιά που θάμπωνε τα μάτια. Ο πατέρας τους ήταν ο Μεγάλος Βεζίρης του Σουλτάνου της Αιγύπτου, και όταν εκείνος έφυγε από τη ζωή, ο Σουλτάνος κάλεσε τα δύο αδέλφια και τους έντυσε με τις επίσημες ενδυμασίες του αξιώματος, κάνοντάς τους από κοινού Βεζίρηδες στη θέση του πατέρα τους. Τα δύο αδέλφια ζούσαν με απίστευτη ομόνοια. Μοιράζονταν το ίδιο σπίτι, το ίδιο τραπέζι και τις ίδιες σκέψεις. Μια νύχτα, καθώς κάθονταν στην αυλή τους κάτω από το φως του φεγγαριού και το άρωμα των γιασεμιών, άρχισαν να συζητούν για το μέλλον τους. «Αδελφέ μου», είπε ο μεγαλύτερος, ο Σαμσεντίν, «σκέφτομαι πως ήρθε η ώρα να παντρευτούμε. Ας βρούμε δύο αδελφές και ας κάνουμε τους γάμους μας την ίδια μέρα». «Είναι υπέροχη ιδέα», απάντησε ο Νουρεντίν Αλί. «Και σκέψου, αν ο Θεός μάς χαρίσει παιδιά την ίδια μέρα, και εσύ αποκτήσεις μια κόρη κι εγώ έναν γιο, θα ήταν ευλογία να τα παντρέψουμε μεταξύ τους όταν μεγαλώσουν». Ο Σαμσεντίν χαμογέλασε. «Πράγματι. Και πες μου, αδελφέ μου, τι προίκα θα ζητούσες από τον γιο σου για την κόρη μου;» Ο Νουρεντίν, θέλοντας να δείξει τη γενναιοδωρία του αλλά και την ισότητα μεταξύ τους, είπε: «Θα σου έδινα τρεις χιλιάδες χρυσά δηνάρια, τρεις κήπους και τρία χωριά στην επαρχία». Τότε ο Σαμσεντίν, ξαφνικά και χωρίς λόγο, ένιωσε μια παράξενη περηφάνια να φουντώνει μέσα του. «Τρεις χιλιάδες δηνάρια μόνο;» είπε με ειρωνεία. «Μα η κόρη μου θα είναι η πιο όμορφη γυναίκα της Αιγύπτου! Δεν σου φαίνεται πως ο γιος σου θα έπρεπε να δώσει περισσότερα για μια τέτοια νύφη;» Ο Νουρεντίν Αλί, που ήταν άνθρωπος με ευαίσθητη τιμή, θίχτηκε. «Και ποιος σου είπε πως ο γιος μου δεν θα είναι πιο σπουδαίος και πιο όμορφος από την κόρη σου; Είμαστε αδέλφια, η περιουσία μας είναι κοινή, γιατί μιλάς για προίκα σαν να είμαστε έμποροι στην αγορά;» Η κουβέντα, που ξεκίνησε σαν όνειρο, κατέληξε σε πικρό καυγά. Οι λέξεις έγιναν σκληρές και τα πρόσωπά τους σκοτείνιασαν. Ο Σαμσεντίν, τυφλωμένος από τον εγωισμό, φώναξε: «Μα τον Θεό, δεν θα σου δώσω την κόρη μου ούτε για όλο το χρυσάφι του κόσμου!». Ο Νουρεντίν Αλί σηκώθηκε οργισμένος. «Κι εγώ δεν θα ζητούσα ποτέ την κόρη σου για τον γιο μου!». Εκείνη τη νύχτα, ο Νουρεντίν Αλί δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Η καρδιά του είχε ραγίσει από τη συμπεριφορά του αδελφού του. Μόλις το πρώτο φως της αυγής φάνηκε στον ουρανό, ετοίμασε κρυφά το άλογό του, πήρε μαζί του μερικά χρυσά δηνάρια και έφυγε από το Κάιρο χωρίς να πει λέξη σε κανέναν. Ταξίδευε μέρες και νύχτες, διασχίζοντας την έρημο, μέχρι που έφτασε στη Βασόρα. Εκεί, η μοίρα του έπαιξε ένα παράξενο παιχνίδι. Καθώς καθόταν κουρασμένος σε ένα πανδοχείο, τον είδε ο Βεζίρης της Βασόρας. Εντυπωσιασμένος από την αρχοντιά και την ομορφιά του νέου, τον κάλεσε στο παλάτι. Όταν έμαθε πως ο Νουρεντίν ήταν γιος του Βεζίρη του Καΐρου, τον δέχτηκε με τιμές, του έδωσε την κόρη του για σύζυγο και σύντομα τον έχρισε διάδοχό του στο αξίωμα του Βεζίρη. Εν τω μεταξύ, πίσω στο Κάιρο, ο Σαμσεντίν μετάνιωσε για τον καυγά, αλλά ήταν αργά. Ο αδελφός του είχε χαθεί. Για να τιμήσει τη μνήμη του, παντρεύτηκε κι αυτός και, ω του θαύματος, η σύζυγός του έμεινε έγκυος την ίδια ακριβώς εποχή με τη σύζυγο του Νουρεντίν στη Βασόρα. Την ίδια μέρα και την ίδια ώρα, γεννήθηκαν δύο παιδιά: Στη Βασόρα, ο Νουρεντίν Αλί απέκτησε έναν γιο, τον ΜΠΕΝΤΡΕΝΤΙΝ ΧΑΣΑΝ, και στο Κάιρο, ο Σαμσεντίν απέκτησε μια κόρη, την ΣΙΤ ΑΛ-ΧΟΣΝ. Ο Μπεντρεντίν Χασάν μεγάλωνε και η ομορφιά του γινόταν θρύλος. Το πρόσωπό του έλαμπε σαν την πανσέληνο και τα μάτια του ήταν σαν δύο μαύρα διαμάντια. Όταν έγινε δεκαπέντε ετών, ο πατέρας του, ο Νουρεντίν Αλί, αρρώστησε βαριά. Πριν πεθάνει, κάλεσε τον γιο του και του έδωσε ένα χαρτί: «Πάρε αυτό, γιε μου. Είναι η ιστορία της οικογένειάς μας και το όνομα του αδελφού μου στο Κάιρο. Κράτα το πάντα μαζί σου, κρυμμένο στη φόδρα του τουρμπανιού σου». Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Μπεντρεντίν έπεσε σε βαθιά θλίψη. Κλείστηκε στο σπίτι του και θρηνούσε για σαράντα μέρες. Ο Σουλτάνος της Βασόρας, όμως, παρεξήγησε την απουσία του και, νομίζοντας πως ο νέος τον περιφρονεί, διέταξε να τον συλλάβουν και να δημεύσουν την περιουσία του. Ο Μπεντρεντίν Χασάν, έντρομος, έφυγε από το σπίτι του τη νύχτα. Δεν ήξερε πού να πάει. Τα βήματά του τον οδήγησαν στο νεκροταφείο, στο μνήμα του πατέρα του. Εκεί, εξαντλημένος από το κλάμα και την αγωνία, ακούμπησε το κεφάλι του στο μάρμαρο και αποκοιμήθηκε. Εκείνη τη νύχτα, ένα Τζίνι που λεγόταν Νταχνάς πετούσε πάνω από τη Βασόρα και είδε τον πανέμορφο νέο να κοιμάται. Το Τζίνι Νταχνάς, βλέποντας τον Μπεντρεντίν Χασάν να κοιμάται πάνω στο μνήμα του πατέρα του, έμεινε έκθαμβο από την ομορφιά του. «Μα τον Δημιουργό των Πνευμάτων», ψιθύρισε, «δεν έχω δει ποτέ θνητό με τόσο αγγελικό πρόσωπο». Καθώς όμως πετούσε ψηλότερα προς τους αιθέρες, συνάντησε μια Νεράιδα, τη Μαιμούνα, που ανέβαινε από το Κάιρο. «Στάσου, Νταχνάς», του είπε η Νεράιδα. «Από πού έρχεσαι και τι θαυμαστό είδες απόψε;» «Έρχομαι από τη Βασόρα», απάντησε

εκείνος, «και είδα έναν νέο που η ομορφιά του κάνει το φεγγάρι να ντρέπεται». Η Μαιμούνα γέλασε ειρωνικά. «Αυτό λες εσύ! Εγώ όμως έρχομαι από το Κάιρο και είδα την κόρη του Βεζίρη Σαμσεντίν, τη Σιτ Αλ-Χοσν. Η ομορφιά της είναι τέτοια, που αν την έβλεπε ο ήλιος, θα έσβηνε από τη ζήλια του». Άρχισαν τότε να φιλονικούν έντονα για το ποιο από τα δύο παιδιά ήταν το ωραιότερο. Για να λύσουν τη διαφορά τους, αποφάσισαν να τα συγκρίνουν δίπλα-δίπλα. Το Τζίνι, με τη δύναμη της μαγείας, άρπαξε τον Μπεντρεντίν Χασάν από το νεκροταφείο της Βασόρας και, μέσα σε μια στιγμή, τον μετέφερε στο Κάιρο, τοποθετώντας τον στο δωμάτιο της Σιτ Αλ-Χοσν. Εκείνη τη νύχτα, το Κάιρο βρισκόταν σε αναταραχή. Ο πατέρας της κοπέλας, ο Σαμσεντίν, είχε οργιστεί μαζί της και, για να την τιμωρήσει, την ανάγκαζε να παντρευτεί έναν δύσμορφο, καμπούρη σκλάβο του Σουλτάνου. Η γιορτή του γάμου ήταν θλιβερή, και η νύφη έκλαιγε απαρηγόρητη. Το Τζίνι και η Νεράιδα, βλέποντας τον άσχημο καμπούρη να ετοιμάζεται να μπει στο δωμάτιο της νύφης, αποφάσισαν να επέμβουν. Το Τζίνι μεταμορφώθηκε σε ένα τεράστιο ποντίκι και μετά σε γάτα, τρομάζοντας τον καμπούρη τόσο πολύ, που εκείνος κρύφτηκε τρέμοντας μέσα σε μια σκοτεινή γωνιά της αποθήκης, νομίζοντας πως τον κυνηγούν δαίμονες. Τότε, η Νεράιδα και το Τζίνι έβγαλαν τον Μπεντρεντίν Χασάν από τον λήθαργο. Ο νέος άνοιξε τα μάτια του και βρέθηκε σε ένα πολυτελές δωμάτιο, γεμάτο μεταξωτά χαλιά και χρυσά κηροπήγια. Μπροστά του καθόταν μια κοπέλα που η ομορφιά της του έκοψε την ανάσα. «Ποιος είσαι εσύ;» ρώτησε εκείνη, θαμπωμένη από τη μορφή του. «Είμαι ο σύζυγός σου», απάντησε ο Μπεντρεντίν, νομίζοντας πως όλα αυτά ήταν μέρος ενός ονείρου ή της θέλησης του πατέρα του. Η Σιτ Αλ-Χοσν, βλέποντας αυτόν τον πρίγκιπα αντί για τον καμπούρη σκλάβο, ευχαρίστησε τον Θεό για το θαύμα. Πέρασαν τη νύχτα μαζί, μέσα σε όρκους αγάπης και τρυφερότητα. Πριν όμως ξημερώσει, ο Μπεντρεντίν Χασάν έβγαλε το τουρμπάνι του, μέσα στο οποίο ήταν κρυμμένο το χαρτί του πατέρα του, και το άφησε πάνω στο τραπέζι. Ξαφνικά, το Τζίνι τον άρπαξε πάλι, καθώς η δύναμη των μάγων τελειώνει με το πρώτο φως της αυγής. Αλλά αντί να τον γυρίσει στη Βασόρα, τον άφησε κατά λάθος έξω από τις πύλες της Δαμασκού, φορώντας μόνο το εσωτερικό του ένδυμα! Ο Μπεντρεντίν ξύπνησε στη Δαμασκό, χαμένος και απορημένος. Οι περαστικοί τον κοίταζαν περίεργα. Κατέφυγε σε ένα μαγαζί που έφτιαχνε γλυκά. Ο ζαχαροπλάστης, βλέποντας την ομορφιά του και την ευγένειά του, τον λυπήθηκε, τον έντυσε και τον πήρε ως βοηθό του. Εκεί ο Μπεντρεντίν έμαθε την τέχνη της ζαχαροπλαστικής, και ιδιαίτερα πώς να φτιάχνει ένα συγκεκριμένο γλυκό με ρόδι και ζάχαρη, όπως του είχε μάθει η μητέρα του. Πίσω στο Κάιρο, ο Βεζίρης Σαμσεντίν μπήκε στο δωμάτιο της κόρης του το πρωί και βρήκε το τουρμπάνι και το χαρτί. Μόλις το διάβασε, έβγαλε μια κραυγή χαράς και πόνου ταυτόχρονα. «Αυτός ο νέος ήταν ο γιος του αδελφού μου!» φώναξε. Κατάλαβε πως η μοίρα είχε ενώσει τα δύο παιδιά, αλλά ο ανιψιός του είχε πλέον εξαφανιστεί. Η Σιτ Αλ-Χοσν έμεινε έγκυος και απέκτησε έναν γιο, τον Ατζίμπ. Όταν ο Ατζίμπ μεγάλωσε, άρχισε να ρωτά για τον πατέρα του. Ο παππούς του, ο Σαμσεντίν, αποφάσισε να ταξιδέψει σε όλες τις πόλεις της Ανατολής για να βρει τον Μπεντρεντίν Χασάν. Πήρε μαζί του την κόρη του και τον εγγονό του και ξεκίνησαν το ταξίδι. Όταν έφτασαν στη Δαμασκό, ο μικρός Ατζίμπ και ο υπηρέτης του πέρασαν έξω από το μαγαζί του ζαχαροπλάστη. Ο Μπεντρεντίν, βλέποντας το παιδί, ένιωσε μια παράξενη έλξη, χωρίς να ξέρει πως ήταν ο γιος του. Τους πρόσφερε το γλυκό του με το ρόδι. Ο Ατζίμπ το έφαγε και ξετρελάθηκε. «Δεν έχω φάει ποτέ κάτι τόσο νόστιμο!» είπε. Ο Σαμσεντίν, όταν δοκίμασε το γλυκό που του έφερε ο εγγονός του, έμεινε άφωνος. «Αυτή τη γεύση μόνο η οικογένειά μας την ξέρει!» σκέφτηκε. Διέταξε να φέρουν τον ζαχαροπλάστη δεμένο στο πανδοχείο.
Ο Σαμσεντίν, ο Βεζίρης του Καΐρου, αποφάσισε να στήσει μια παράξενη παγίδα για να βεβαιωθεί αν ο ζαχαροπλάστης ήταν όντως ο χαμένος ανιψιός του. Διέταξε τους φρουρούς του να συλλάβουν τον Μπεντρεντίν Χασάν, να καταστρέψουν το μαγαζί του και να τον φέρουν δέσμιο μπροστά του.

Ο Μπεντρεντίν, έντρομος και γεμάτος απορία, ρωτούσε ξανά και ξανά: «Τι κακό έκανα; Γιατί μου καταστρέφετε το βιος μου;». Οι φρουροί όμως δεν απαντούσαν. Τον έβαλαν μέσα σε ένα μεγάλο κιβώτιο και τον μετέφεραν κρυφά στο Κάιρο. Όταν έφτασαν στο παλάτι του Βεζίρη, ο Σαμσεντίν διέταξε να ετοιμάσουν ένα δείπνο ακριβώς ίδιο με εκείνο της νύχτας του γάμου, δέκα χρόνια πριν.

Τοποθέτησαν τον Μπεντρεντίν μέσα στην αίθουσα ενώ εκείνος κοιμόταν από την εξάντληση. Όταν ξύπνησε, είδε γύρω του τα ίδια χαλιά, τα ίδια κηροπήγια και το ίδιο τουρμπάνι που είχε αφήσει στο τραπέζι. Πίστεψε πως είχε τρελαθεί ή πως η δεκαετής απουσία του στη Δαμασκό ήταν απλώς ένα όνειρο μιας νύχτας.

Τότε, η Σιτ Αλ-Χοσν μπήκε στην αίθουσα φορώντας τα νυφικά της. Μόλις τον είδε, έπεσε στην αγκαλιά του κλαίγοντας από χαρά. Ο Σαμσεντίν εμφανίστηκε και του εξήγησε τα πάντα: «Είσαι ο γιος του αδελφού μου, του Νουρεντίν Αλί. Η μοίρα σε έφερε εδώ εκείνη τη νύχτα και η ίδια μοίρα σε ξαναβρήκε στη Δαμασκό χάρη στη γεύση του γλυκού σου».

Η χαρά ήταν απέραντη. Ο Μπεντρεντίν Χασάν γνώρισε επιτέλους τον γιο του, τον Ατζίμπ, και η οικογένεια ενώθηκε ξανά κάτω από τις ευλογίες του Θεού.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΧΑΛΙΦΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΚΛΑΒΟ

Όταν ο Τζαφάρ ο Βαρμεκίδης τελείωσε αυτή τη θαυμαστή διήγηση, ο Χαλίφης Χαρούν αλ Ρασίντ έμεινε έκπληκτος. «Πράγματι, Τζαφάρ», είπε, «αυτή η ιστορία για τον Μπεντρεντίν και τον Σαμσεντίν είναι πιο απίστευτη από την ιστορία του σκλάβου και των τριών μήλων».

Τηρώντας τον λόγο του, ο Χαλίφης χάρισε τη ζωή στον σκλάβο Ραϊχάν. Όσο για τον νεαρό άνδρα που είχε σκοτώσει τη γυναίκα του από ζήλια, ο Χαλίφης τον λυπήθηκε για το τραγικό του λάθος. Του χάρισε πλούτη και του βρήκε μια νέα σύζυγο για να φροντίσει τα ορφανά παιδιά του, προσπαθώντας να απαλύνει τον πόνο μιας πληγής που μόνο ο χρόνος θα μπορούσε να κλείσει.

Η Σεχραζάτ σταμάτησε για μια στιγμή να ανασάνει, βλέποντας το ενδιαφέρον του Βασιλιά Σαχριάρ να παραμένει άσβεστο. «Ω Βασιλιά μου», είπε, «αν βρήκες αυτές τις ιστορίες όμορφες, πρέπει να ακούσεις την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ, που ξεκινά με έναν θάνατο και καταλήγει σε μια σειρά από απίστευτες παρεξηγήσεις ανάμεσα σε έναν Χριστιανό, έναν Μουσουλμάνο, έναν Εβραίο και έναν Στολιστή».

Ο Σαχριάρ, γοητευμένος από τον τρόπο που η μία ιστορία γεννούσε την άλλη, της έγνεψε να συνεχίσει.


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΗ 



Λένε, ω μεγαλειότατε, πως στην πόλη της Κασγκάρ, στα σύνορα της Κίνας, ζούσε ένας ράφτης που είχε μια πανέμορφη γυναίκα την οποία υπεραγαπούσε. Μια μέρα, καθώς ο ράφτης καθόταν στο εργαστήριό του, πέρασε ένας καμπούρης που κρατούσε ένα ντέφι και τραγουδούσε τόσο αστεία, που ο ράφτης δεν μπορούσε να σταματήσει να γελά.

«Έλα στο σπίτι μου απόψε», του είπε ο ράφτης, «να διασκεδάσεις και τη γυναίκα μου με τα τραγούδια σου». Ο καμπούρης δέχτηκε με χαρά. Όταν έφτασαν στο σπίτι, η γυναίκα του ράφτη έστρωσε το τραπέζι και άρχισαν να τρώνε ψάρι.

Μέσα στο κέφι και τα γέλια, η γυναίκα του ράφτη πήρε ένα μεγάλο κομμάτι ψάρι και το έβαλε στο στόμα του καμπούρη, λέγοντάς του: «Φάε αυτό με μια μπουκιά, για να μας δείξεις τη δύναμή σου!». Όμως, ω συμφορά! Ένα μεγάλο και σκληρό κόκκαλο στάθηκε στον λαιμό του καμπούρη. Εκείνος άρχισε να πνίγεται, τα μάτια του βγήκαν έξω και μέσα σε λίγα λεπτά έπεσε νεκρός στο πάτωμα.

Ο ράφτης και η γυναίκα του πάγωσαν από τον φόβο. «Αν μας βρει η αστυνομία με έναν νεκρό στο σπίτι μας, θα μας κρεμάσουν!» φώναξε η γυναίκα. Αποφάσισαν λοιπόν να ξεφορτωθούν το πτώμα. Τύλιξαν τον καμπούρη σε ένα σεντόνι και τον μετέφεραν κρυφά στο σπίτι ενός Εβραίου γιατρού που έμενε εκεί κοντά.

Χτύπησαν την πόρτα και, όταν βγήκε η υπηρέτρια, της έδωσαν ένα χρυσό νόμισμα. «Πες στον γιατρό να κατέβει αμέσως, έχουμε έναν άρρωστο που κινδυνεύει!». Καθώς η υπηρέτρια ανέβαινε τις σκάλες, ο ράφτης και η γυναίκα του άφησαν τον καμπούρη καθιστό στο πρώτο σκαλοπάτι και έφυγαν τρέχοντας.

Ο γιατρός, βιαστικός να πάρει την αμοιβή του, κατέβηκε τις σκάλες στο σκοτάδι. Σκόνταψε πάνω στον καμπούρη και τον έσπρωξε κατά λάθος, με αποτέλεσμα το πτώμα να κυλήσει μέχρι κάτω. Όταν ο γιατρός τον άγγιξε και είδε πως ήταν νεκρός, φώναξε έντρομος: «Ω Θεέ μου, σκότωσα έναν άνθρωπο!».



Ο Εβραίος γιατρός, τρέμοντας από τον φόβο του, κοίταξε τον καμπούρη που κείτονταν ακίνητος στη βάση της σκάλας του. «Ω Αβραάμ!» αναφώνησε. «Αν οι αρχές με βρουν με έναν νεκρό Μουσουλμάνο μέσα στο σπίτι μου, δεν θα γλιτώσω την αγχόνη! Πρέπει να τον βγάλω από εδώ αμέσως».

Κάλεσε τη γυναίκα του και, μέσα στον πανικό τους, σκέφτηκαν ένα σχέδιο. Πήραν το πτώμα από τις μασχάλες και τα πόδια, το ανέβασαν στην ταράτσα του σπιτιού τους και, περνώντας από ταράτσα σε ταράτσα, έφτασαν στο σπίτι του γείτονά τους, που ήταν ο Προμηθευτής του Σουλτάνου. Εκεί, βρήκαν μια καμινάδα που οδηγούσε κατευθείαν στην κουζίνα του Προμηθευτή. Με μεγάλη προσοχή, έδεσαν τον καμπούρη με ένα σχοινί και τον κατέβασαν μέσα στην καμινάδα, αφήνοντάς τον να στέκεται όρθιος, ακουμπισμένος στον τοίχο, σαν να ήταν ζωντανός.

Λίγη ώρα αργότερα, ο Προμηθευτής επέστρεψε στο σπίτι του. Μόλις μπήκε στην κουζίνα με το λυχνάρι του, είδε μια σκοτεινή φιγούρα να στέκεται δίπλα στο τζάκι. «Αχα!» φώναξε. «Λοιπόν εσύ είσαι ο κλέφτης που μου τρώει τα κρέατα και τα λίπη κάθε νύχτα!»

Χωρίς να χάσει χρόνο, άρπαξε ένα βαρύ ρόπαλο και έδωσε μια δυνατή χτυπιά στον καμπούρη ανάμεσα στους ώμους. Ο καμπούρης έπεσε στο πάτωμα με έναν ξερό ήχο. Όταν ο Προμηθευτής πλησίασε και είδε πως ο άνθρωπος ήταν νεκρός, το πρόσωπό του έγινε χλωμό σαν το πανί. «Αλίμονό μου!» έκλαψε. «Σκότωσα έναν άνθρωπο για ένα κομμάτι λίπος! Τι θα απογίνω αν με ανακαλύψουν;»

Φοβούμενος για τη ζωή του, τύλιξε τον καμπούρη στον μανδύα του και τον μετέφερε κρυφά στην αγορά. Τον άφησε όρθιο στη γωνία ενός καταστήματος και έφυγε τρέχοντας.

Εκείνη τη στιγμή, ένας Χριστιανός έμπορος, που είχε πιει λίγο παραπάνω κρασί, περνούσε από το σημείο κατευθυνόμενος προς το πανδοχείο του. Μέσα στο σκοτάδι, παραπάτησε πάνω στον καμπούρη. Νομίζοντας πως κάποιος προσπαθεί να τον ληστέψει, άρχισε να του δίνει γροθιές και να φωνάζει: «Ληστής! Βοήθεια!».

Ο νυχτοφύλακας της αγοράς έτρεξε στο σημείο και, βλέποντας έναν Χριστιανό να χτυπά έναν Μουσουλμάνο (που ήταν ήδη νεκρός), τον συνέλαβε αμέσως. Το πρωί, ο δικαστής διέταξε την εκτέλεση του Χριστιανού εμπόρου.

Την ώρα όμως που ο δήμιος ετοίμαζε το σχοινί, ο Προμηθευτής του Σουλτάνου όρμησε μπροστά...

«Σταματήστε!» φώναξε ο Προμηθευτής του Σουλτάνου, σπρώχνοντας το πλήθος για να φτάσει στον δήμιο. «Μην σκοτώνετε αυτόν τον άνθρωπο, γιατί είναι αθώος! Το αίμα του καμπούρη βάφει τα δικά μου χέρια. Τον βρήκα μέσα στην κουζίνα μου να μου κλέβει τα τρόφιμα, τον χτύπησα με το ρόπαλο και τον άφησα νεκρό. Μετά, από τον φόβο μου, τον μετέφερα στην αγορά. Εγώ είμαι ο δολοφόνος!»

Ο δικαστής, ακούγοντας την ομολογία, διέταξε να ελευθερώσουν τον Χριστιανό έμπορο και να περάσουν το σχοινί στον λαιμό του Προμηθευτή. Όμως, πριν προλάβει ο δήμιος να σφίξει τον κόμπο, ο Εβραίος γιατρός πετάχτηκε μπροστά τρέμοντας.

«Ω δικαστή, μη βιάζεσαι!» ούρλιαξε. «Αυτός ο άνθρωπος δεν σκότωσε κανέναν! Ο καμπούρης ήταν ήδη νεκρός όταν τον βρήκε. Εγώ είμαι ο ένοχος! Κατέβαινα τις σκάλες του σπιτιού μου στο σκοτάδι, σκόνταψα πάνω του και τον έσπρωξα μέχρι κάτω. Το χτύπημα στη σκάλα του έκοψε το νήμα της ζωής. Μετά, μαζί με τη γυναίκα μου, τον ανεβάσαμε στην ταράτσα και τον ρίξαμε στην καμινάδα του Προμηθευτή. Σκοτώστε εμένα και αφήστε τον αθώο!»

Ο δικαστής, μπερδεμένος από τις συνεχείς ανατροπές, διέταξε να λύσουν τον Προμηθευτή και να ετοιμάσουν τον Εβραίο γιατρό. Τότε όμως, ο ράφτης, που παρακολουθούσε τη σκηνή από την άκρη του πλήθους με την καρδιά του να χτυπά σαν τρελή, δεν άντεξε άλλο το βάρος της συνείδησής του.

«Σταματήστε όλοι!» φώναξε ο ράφτης, πέφτοντας στα πόδια του δικαστή. «Κανένας από αυτούς δεν φταίει! Η ιστορία ξεκίνησε στο δικό μου σπίτι. Κάλεσα τον καμπούρη για δείπνο και η γυναίκα μου, πάνω στο κέφι, του έβαλε μια μπουκιά ψάρι στο στόμα. Εκείνος πνίγηκε από το κόκκαλο και πέθανε στα χέρια μας. Εμείς τον μεταφέραμε στον γιατρό και τον αφήσαμε στη σκάλα. Εγώ είμαι η αιτία όλων!»

Ο δικαστής έμεινε άναυδος. «Αυτή είναι η πιο παράξενη υπόθεση που έχω δει ποτέ μου», είπε. Διέταξε να φέρουν το πτώμα του καμπούρη μπροστά του και να καλέσουν τον Σουλτάνο της Κασγκάρ, καθώς ο καμπούρης ήταν ο αγαπημένος γελωτοποιός του παλατιού.

Όταν ο Σουλτάνος έφτασε και άκουσε όλες τις ιστορίες, αντί να οργιστεί, έμεινε έκπληκτος από το πώς η μοίρα έμπλεξε τέσσερις διαφορετικούς ανθρώπους. «Θέλω ο καθένας από εσάς», είπε ο Σουλτάνος, «να μου διηγηθεί μια ιστορία τόσο θαυμαστή όσο αυτή που μόλις ζήσαμε. Αν η ιστορία σας είναι ανώτερη από το πάθημα του καμπούρη, θα σας χαρίσω τη ζωή».

Έτσι, ο Χριστιανός έμπορος πήρε τον λόγο και άρχισε τη διήγησή του, περιγράφοντας τις περιπέτειές του στις θάλασσες και τις παράξενες συναντήσεις του με εμπόρους από τη μακρινή Δύση.


Μάθε λοιπόν, ω μεγαλειότατε Βασιλιά, πως ο Χριστιανός έμπορος στάθηκε μπροστά στον Σουλτάνο της Κασγκάρ και, αφού προσκύνησε το έδαφος, άρχισε να διηγείται την περιπέτειά του με κάθε λεπτομέρεια, όπως ακριβώς την κατέγραψε η πένα των αρχαίων σοφών.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΕΜΠΟΡΟΥ



«Γνώριζε, ω ισχυρέ Σουλτάνε, πως γεννήθηκα στο Κάιρο και από μικρός έμαθα την τέχνη του εμπορίου από τον πατέρα μου. Όταν εκείνος πέθανε, μου άφησε μια μεγάλη περιουσία, την οποία αποφάσισα να αυξήσω ταξιδεύοντας στις χώρες της Ανατολής.

Μια μέρα, καθώς καθόμουν στο κατάστημά μου στη Βαγδάτη, με πλησίασε ένας νεαρός άνδρας, όμορφος και καλοντυμένος, που φορούσε ένα τουρμπάνι από λευκό μετάξι. Κρατούσε ένα δείγμα από εκλεκτό σιτάρι και μου ζήτησε να το αγοράσω. Συμφωνήσαμε στην τιμή, αλλά όταν ήρθε η ώρα της πληρωμής, μου είπε: "Κράτα τα χρήματα εσύ, φίλε μου, και πούλησε το σιτάρι για λογαριασμό μου. Θα έρθω να τα πάρω σε λίγες μέρες".

Πέρασε ένας μήνας και ο νεαρός δεν φαινόταν πουθενά. Τελικά, εμφανίστηκε μια μέρα φορώντας ακόμα πιο ακριβά ρούχα. Του πρόσφερα τα χρήματα που είχα συγκεντρώσει, αλλά εκείνος αρνήθηκε και πάλι: "Κράτα τα, ταξιδεύω και δεν θέλω να κουβαλάω βάρος. Θα τα ζητήσω όταν τα χρειαστώ πραγματικά".

Έναν χρόνο αργότερα, ο νεαρός ήρθε στο σπίτι μου. Τον δέχτηκα με μεγάλες τιμές και του παρέθεσα ένα πλούσιο γεύμα. Παρατήρησα όμως κάτι πολύ παράξενο: ο νεαρός έτρωγε χρησιμοποιώντας μόνο το αριστερό του χέρι, ενώ το δεξί το κρατούσε πάντα κρυμμένο μέσα στον μανδύα του.

"Γιατί, αγαπητέ μου φίλε", τον ρώτησα με ευγένεια, "περιφρονείς το δεξί σου χέρι και τρως με το αριστερό, κάτι που θεωρείται αγένεια;"

Ο νεαρός αναστέναξε βαθιά και το πρόσωπό του γέμισε θλίψη. "Ω έμπορε", μου είπε, "μη με αναγκάζεις να σου δείξω την πληγή μου, γιατί η ιστορία μου είναι γεμάτη πόνο". Μετά από πολλές πιέσεις, έβγαλε το δεξί του χέρι από τον μανδύα. Τότε είδα με τρόμο πως ο καρπός του ήταν κομμένος!

"Πώς συνέβη αυτό το κακό;" φώναξα. Και ο νεαρός άρχισε να μου διηγείται την ιστορία του:

"Ήμουν ένας πλούσιος έμπορος από τη Βαγδάτη. Μια μέρα, είδα στην αγορά μια γυναίκα τυλιγμένη σε έναν μανδύα, που τα μάτια της έλαμπαν σαν δύο αστέρια. Την ερωτεύτηκα ακαριαία. Την ακολούθησα κρυφά και έμαθα πως ήταν η κόρη ενός πλούσιου αξιωματούχου. Μετά από πολλές προσπάθειες, κατάφερα να κερδίσω την καρδιά της και να συναντηθούμε κρυφά στο σπίτι της.

Για να την εντυπωσιάσω, άρχισα να ξοδεύω την περιουσία μου σε δώρα και πολύτιμα πετράδια. Όταν όμως τα χρήματά μου τελείωσαν, η ντροπή με κυρίευσε. Μια μέρα, περπατώντας στην αγορά απελπισμένος, είδα έναν έμπορο να κρατά ένα πουγκί γεμάτο χρυσάφι. Ο διάβολος με έβαλε σε πειρασμό. Άπλωσα το χέρι μου και το έκλεψα.

Όμως οι φρουροί με είδαν. Με συνέλαβαν και με οδήγησαν στον δικαστή. Επειδή ήταν η πρώτη φορά που έκλεβα, ο δικαστής αποφάσισε να μην με θανατώσει, αλλά να μου κόψει το δεξί χέρι, όπως ορίζει ο νόμος.

Η γυναίκα που αγαπούσα, όταν έμαθε την αλήθεια και είδε τη θυσία μου (γιατί πίστεψε πως έκλεψα για χάρη της), με δέχτηκε με δάκρυα στα μάτια. Μου χάρισε όλη της την περιουσία και ζήσαμε μαζί μέχρι που εκείνη πέθανε. Από τότε, ταξιδεύω για να ξεχάσω τον πόνο μου, κρατώντας το χέρι μου κρυμμένο από τον κόσμο".»

Όταν ο Χριστιανός έμπορος τελείωσε την ιστορία του, ο Σουλτάνος της Κασγκάρ είπε: «Πράγματι, η ιστορία του νεαρού με το κομμένο χέρι είναι θαυμαστή, αλλά δεν είναι ανώτερη από το πάθημα του καμπούρη».

Τότε, ο Προμηθευτής του Σουλτάνου βγήκε μπροστά και είπε: «Μεγαλειότατε, άκου τη δική μου ιστορία, και αν δεν τη βρεις πιο παράξενη, κάνε με ό,τι θέλεις...»

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ 




Λένε, ω Σουλτάνε, πως μια μέρα βρισκόμουν σε ένα γεύμα όπου ένας νεαρός άνδρας αρνήθηκε να φάει ένα πιάτο με ΣΚΟΡΔΑΛΙΑ. Όταν τον ρώτησαν γιατί, εκείνος έδειξε τα χέρια του, που ήταν επίσης σημαδεμένα, και άρχισε να διηγείται μια ιστορία που ξεκίνησε από μια παρεξήγηση για ένα πιάτο φαγητό.

Μάθε λοιπόν, ω πανίσχυρε Σουλτάνε, πως ο Προμηθευτής στάθηκε με θάρρος μπροστά στο θρόνο και άρχισε να ξετυλίγει μια διήγηση που έκανε τους παρευρισκόμενους να ξεχάσουν για λίγο τον νεκρό καμπούρη.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΣΚΟΡΔΑΛΙΑΣ

«Γνώριζε, μεγαλειότατε, πως μια μέρα ήμουν καλεσμένος σε ένα λαμπρό συμπόσιο που παρέθεσε ένας από τους προκρίτους της πόλης μας. Το τραπέζι ήταν φορτωμένο με κάθε λογής εδέσματα: ψητά αρνιά γεμισμένα με φιστίκια, πιλάφια που μοσχοβολούσαν σαφράν και γλυκά ποτισμένα με ροδόνερο. Ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν και ένας νεαρός άνδρας, με πρόσωπο ευγενικό αλλά θλιμμένο.

Όταν οι υπηρέτες έφεραν στο τραπέζι ένα μεγάλο πιάτο με ΣΚΟΡΔΑΛΙΑ (ένα φαγητό από κρέας μαγειρεμένο με πολύ σκόρδο και μπαχαρικά), ο νεαρός έκανε μια κίνηση αποστροφής και αρνήθηκε να δοκιμάσει. Ο οικοδεσπότης απόρησε και τον πίεσε να φάει, αλλά ο νέος είπε με φωνή γεμάτη πίκρα: "Ορκίστηκα να μην αγγίξω ποτέ ξανά αυτό το φαγητό, γιατί εξαιτίας του έχασα την ευτυχία μου και τα δάχτυλα των χεριών μου!".

Όλοι μείναμε άναυδοι. Τον παρακαλέσαμε να μας εξηγήσει αυτή την παράξενη δήλωση και εκείνος, αφού έπλυνε τα χέρια του με επτά διαφορετικά αρώματα, άρχισε τη διήγησή του:

"Ήμουν κάποτε ένας πλούσιος έμπορος υφασμάτων στη Βαγδάτη. Μια μέρα, μια γυναίκα τυλιγμένη σε έναν γαλάζιο μανδύα μπήκε στο κατάστημά μου. Η φωνή της ήταν σαν κελάηδισμα και όταν ανασήκωσε λίγο το πέπλο της, ένιωσα την καρδιά μου να καίγεται από έρωτα. Αγόρασε τα πιο ακριβά μεταξωτά μου, αλλά δεν είχε χρήματα μαζί της. Μου ζήτησε να την ακολουθήσω στο σπίτι της για να με πληρώσει.

Την ακολούθησα μέσα από δρόμους που δεν γνώριζα, μέχρι που φτάσαμε σε μια πύλη στολισμένη με σμάλτο. Εκεί, μου αποκάλυψε πως ήταν η κόρη του ίδιου του Χαλίφη! Ζήσαμε έναν κρυφό και παράφορο έρωτα για πολλούς μήνες. Μια νύχτα, αφού είχαμε δειπνήσει μαζί, της ζήτησα να μου φτιάξει το αγαπημένο μου φαγητό, τη σκορδαλιά. Εκείνη το ετοίμασε με τα ίδια της τα χέρια. Έφαγα με τόση λαιμαργία που ξέχασα να πλύνω τα χέρια μου με σαπούνι και αλισίβα, όπως επιβάλλει η ευγένεια.

Λίγο μετά, η γυναίκα με πλησίασε για να με αγκαλιάσει. Μόλις όμως μύρισε το σκόρδο στα χέρια μου, το πρόσωπό της άλλαξε. 'Ω αχάριστε!' φώναξε. 'Πώς τολμάς να με αγγίζεις με χέρια που βρωμούν έτσι; Δεν ξέρεις πως η μυρωδιά αυτή είναι προσβολή για μια πριγκίπισσα;'

Μέσα στην οργή της, κάλεσε τους φρουρούς. Διέταξε να με δέσουν και να μου κόψουν τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών, ως τιμωρία για την ασέβειά μου. Μόνο μετά από πολλές παρακλήσεις και αφού είδε το αίμα μου να τρέχει, με λυπήθηκε και με άφησε ελεύθερο, αφού όμως ορκίστηκα πως κάθε φορά που θα τρώω σκορδαλιά, θα πλένω τα χέρια μου εκατόν είκοσι φορές με σαπούνι και κάλιο!"

Όταν ο νέος τελείωσε την ιστορία του, μας έδειξε τα χέρια του, που όντως δεν είχαν δάχτυλα. Καταλάβαμε τότε πως η ομορφιά και ο έρωτας μπορούν να οδηγήσουν στην πιο απρόβλεπτη καταστροφή για μια ασήμαντη αφορμή».

Μάθε λοιπόν, ω πανίσχυρε Σουλτάνε, πως ο Εβραίος γιατρός συνέχισε τη διήγησή του, περιγράφοντας τις δοκιμασίες του νεαρού στη Δαμασκό, αλλά ο Σουλτάνος φαινόταν ακόμα ανυπόμονος. Τότε ο ΡΑΦΤΗΣ, ο τελευταίος από την παρέα, πλησίασε με περίσσιο θάρρος και είπε: «Ω Άρχοντα, οι ιστορίες των άλλων είναι σαν απλά παραμύθια μπροστά σε αυτό που έχω να σου διηγηθώ εγώ. Είναι η ιστορία ενός νεαρού που γνώρισα και ενός ΜΠΑΡΜΠΕΡΗ που ήταν η καταστροφή της ζωής του!».

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΡΑΦΤΗ 



«Γνώριζε, ω Σουλτάνε, πως μια μέρα ήμουν καλεσμένος σε ένα πλούσιο γεύμα που παρέθεσε ένας έμπορος της πόλης μας. Ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν ένας πανέμορφος νέος από τη Βαγδάτη, ο οποίος όμως κούτσαινε βαριά. Όταν ήρθε η ώρα να καθίσουμε στο τραπέζι, ο νέος είδε ανάμεσα στους καλεσμένους έναν γέροντα μπαρμπέρη με μακριά λευκή γενειάδα.

Μόλις τον αντίκρισε, ο νέος έγινε κατακόκκινος από την οργή, σηκώθηκε και ετοιμάστηκε να φύγει. "Τι συμβαίνει, καλέ μου φίλε;" τον ρώτησε ο οικοδεσπότης. "Γιατί φεύγεις πριν καν δοκιμάσεις το ψωμί μας;"

Ο νέος απάντησε με φωνή που έτρεμε: "Μα τον Θεό, δεν θα κάτσω στο ίδιο τραπέζι με αυτόν τον καταραμένο μπαρμπέρη! Αυτός είναι η αιτία που κούτσανα, αυτός κατέστρεψε την τύχη μου και με έκανε να φύγω από την πόλη μου!"

Όλοι μας μείναμε άναυδοι και ζητήσαμε να μάθουμε την ιστορία. Ο νέος κάθισε πάλι και άρχισε να διηγείται:

"Ήμουν ένας πλούσιος νέος στη Βαγδάτη. Μια μέρα, είδα στο παράθυρο ενός σπιτιού την κόρη του Δικαστή. Η ομορφιά της με τρέλανε και έπεσα στο κρεβάτι από τον καημό μου. Μια γριά γυναίκα, που με λυπήθηκε, κατάφερε να κανονίσει μια συνάντηση μαζί της την ώρα που ο πατέρας της θα βρισκόταν στο τζαμί για την προσευχή της Παρασκευής.

Πριν πάω στο ραντεβού, ήθελα να περιποιηθώ τον εαυτό μου. Κάλεσα λοιπόν έναν μπαρμπέρη για να με ξυρίσει. Δυστυχώς, ήρθε αυτός εδώ ο γέρος! Αντί να πιάσει δουλειά, άρχισε να μου διηγείται την ιστορία των έξι αδελφών του, να μου λέει τα ζώδια, να μου αναλύει τα άστρα και να μου δίνει συμβουλές που δεν ζήτησα ποτέ!

'Ω μπαρμπέρη!' του φώναζα, 'βιάσου! Έχω μια επείγουσα δουλειά!' 'Μη βιάζεσαι, γιε μου', μου απαντούσε εκείνος με ηρεμία. 'Η βιασύνη είναι του διαβόλου, ενώ η υπομονή είναι του Θεού. Άκουσε τι έπαθε ο τρίτος αδελφός μου, ο κουφός...'

Πέρασαν ώρες! Ο μπαρμπέρης μιλούσε ακατάπαυστα, ακονίζοντας το ξυράφι του κάθε πέντε λεπτά και κοιτάζοντας τον ήλιο για να δει την ώρα. Όταν επιτέλους τελείωσε, είχε ήδη αρχίσει η προσευχή. Έτρεξα στο σπίτι του Δικαστή, αλλά ο μπαρμπέρης με ακολούθησε κρυφά, φωνάζοντας στο δρόμο πως είμαι γιος του και πως κινδυνεύω!

Μόλις μπήκα στο σπίτι, ο Δικαστής επέστρεψε νωρίτερα. Για να γλιτώσω, κρύφτηκα σε ένα μεγάλο μπαούλο. Ο μπαρμπέρης όμως μπήκε μέσα στο σπίτι φωνάζοντας πως ο 'αφέντης του' απήχθη! Μέσα στον πανικό, ο Δικαστής με βρήκε, οι υπηρέτες με χτύπησαν και στην προσπάθειά μου να πηδήξω από το παράθυρο για να γλιτώσω από τον μπαρμπέρη που με κυνηγούσε ακόμα, έπεσα και έσπασα το πόδι μου! Από τότε κουνταίνω και ορκίστηκα να μην δω ποτέ ξανά αυτόν τον φλύαρο γέρο!"»

Ο Σουλτάνος της Κασγκάρ γέλασε με την ψυχή του. «Αυτή η ιστορία για τον μπαρμπέρη είναι όντως ανώτερη από όλες!» είπε. Τότε ο μπαρμπέρης σηκώθηκε και είπε: «Ω Βασιλιά, αν νομίζεις πως εγώ είμαι φλύαρος, πρέπει να ακούσεις τις ιστορίες των ΕΞΙ ΑΔΕΛΦΩΝ ΜΟΥ. Εκεί θα δεις τι σημαίνει πραγματική περιπέτεια και παράξενη μοίρα!»Ο Σουλτάνος της Κασγκάρ κούνησε το κεφάλι του σκεπτικός. «Είναι μια δυνατή ιστορία», είπε, «αλλά ακόμα πιστεύω πως το πάθημα του καμπούρη είναι πιο θαυμαστό».

Τότε ο Εβραίος γιατρός πλησίασε το θρόνο και είπε: «Ω Βασιλιά, άκου τη δική μου ιστορία, που συνέβη όταν ήμουν φοιτητής στη Δαμασκό, και θα δεις πως ο τρόπος που η μοίρα παίζει με τους ανθρώπους είναι πιο τρομερός από κάθε φαντασία».

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΒΡΑΙΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ 



«Μάθε, ω Σουλτάνε, πως όταν ήμουν νέος, πήγα στη Δαμασκό για να μάθω την ιατρική επιστήμη. Εκεί συνάντησα έναν νεαρό άνδρα που είχε κομμένο το δεξί του πόδι. Τον ρώτησα πώς συνέβη αυτό και εκείνος μου διηγήθηκε πως ερωτεύτηκε μια γυναίκα που του ζήτησε να της φέρει έναν θησαυρό κρυμμένο κάτω από ένα παλιό τζαμί.

Όταν ο νέος έσκαψε και βρήκε τον θησαυρό, εμφανίστηκε ένας γέροντας που του είπε: "Αν πάρεις αυτό το χρυσάφι, θα χάσεις το πόδι σου. Αν όμως το αφήσεις, θα ζήσεις φτωχός αλλά ακέραιος". Ο νέος, τυφλωμένος από τον έρωτα και την απληστία, πήρε το χρυσάφι. Την επόμενη μέρα, μια πέτρα έπεσε στο πόδι του και το συνέτριψε τόσο, που αναγκαστήκαμε να το κόψουμε για να σώσουμε τη ζωή του...».


Μάθε, ω Σουλτάνε της Κασγκάρ, πως ο Μπαρμπέρης, θέλοντας να αποδείξει πως δεν είναι φλύαρος αλλά ένας άνθρωπος με βαθιά γνώση και εμπειρία, άρχισε να διηγείται τα παθήματα των έξι αδελφών του. Ο καθένας τους είχε ένα σωματικό ελάττωμα και μια μοίρα που τον έκανε να υποφέρει από την κακία ή την ανοησία των άλλων.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ (Ο ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ ΡΑΦΤΗΣ)




Ο πρώτος μου αδελφός, ω Βασιλιά, ονομαζόταν Μπακμπούκ. Ήταν ένας καμπούρης ράφτης που δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ στο μικρό του εργαστήριο στη Βαγδάτη. Το μαγαζί του βρισκόταν ακριβώς κάτω από το σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου, ο οποίος είχε μια πανέμορφη γυναίκα. Μια μέρα, καθώς ο Μπακμπούκ έραβε, σήκωσε τα μάτια του και είδε τη γυναίκα στο παράθυρο. Εκείνη, θέλοντας να τον περιπαίξει, του χαμογέλασε. Ο αδελφός μου, ο ανόητος, πίστεψε πως τον ερωτεύτηκε!

Από εκείνη τη μέρα, δεν μπορούσε να σταυρώσει βελονιά. Η γυναίκα, βλέποντας την αφέλειά του, του έστειλε μια υπηρέτρια με ένα κομμάτι ακριβό μετάξι. «Ο αφέντης μου θέλει να του ράψετε ένα πουκάμισο», είπε η υπηρέτρια, αλλά ο αδελφός μου ήξερε πως ήταν πρόσχημα. Έραψε το πουκάμισο με την ψυχή του, χωρίς να ζητήσει ούτε ένα χαλκό. Η γυναίκα συνέχισε να του στέλνει υφάσματα, κι εκείνος έραβε δωρεάν, ξοδεύοντας ακόμα και τα δικά του χρήματα για τις κλωστές και τα κουμπιά, νομίζοντας πως έτσι κερδίζει την καρδιά της.

Στο τέλος, ο Μπακμπούκ έφτασε στην πείνα. Όταν τόλμησε να ζητήσει μια συνάντηση, η γυναίκα τον παρέσυρε στο σπίτι της την ώρα που έλειπε ο άνδρας της. Όμως, αντί για έρωτα, τον έβαλε να δουλέψει σαν σκλάβο, κουβαλώντας βαριά τσουβάλια, και στο τέλος τον παγίδευσε. Ο σύζυγός της επέστρεψε, τον βρήκε κρυμμένο και, αφού τον ξυλοκόπησε άγρια, τον έδεσε πάνω σε ένα γαϊδούρι και τον διαπόμπευσε σε όλη τη Βαγδάτη. Έτσι ο πρώτος μου αδελφός έχασε και το μαγαζί του και την αξιοπρέπειά του.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ (Ο ΠΑΡΑΛΥΤΟΣ)

Ο δεύτερος αδελφός μου ονομαζόταν Μπακμπάκ. Ήταν παράλυτος στα πόδια, αλλά είχε μια γλώσσα που έκοβε σαν ξυράφι. Μια μέρα, καθώς περιπλανιόταν, συνάντησε μια γριά που του υποσχέθηκε να τον πάει σε ένα σπίτι γεμάτο όμορφες γυναίκες και πλούτη. Ο Μπακμπάκ την ακολούθησε με ελπίδα.

Τον οδήγησαν σε ένα μεγαλοπρεπές παλάτι όπου μια αρχόντισσα τον υποδέχτηκε με τιμές. Του πρόσφερε κρασί και φαγητό, αλλά μετά άρχισε να τον περιπαίζει. Τον ανάγκασε να μεταμφιεστεί σε γυναίκα, να βάψει τα μάτια του με κολ και να χορέψει, παρά την παράλυσή του. Ο αδελφός μου, τυφλωμένος από την ομορφιά της, δέχτηκε κάθε εξευτελισμό. Στο τέλος, η γυναίκα διέταξε τους υπηρέτες της να τον μαστιγώσουν εκατό φορές και να τον πετάξουν έξω στο δρόμο. Έτσι ο δεύτερος αδελφός μου έμαθε πως η ομορφιά των ισχυρών είναι συχνά μια παγίδα για τους αδύναμους.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ (Ο ΤΥΦΛΟΣ)

Ο τρίτος μου αδελφός, ο Μπακμπάκ, ήταν τυφλός. Ζούσε ζητιανεύοντας στις πόρτες των πλουσίων. Μια μέρα, χτύπησε την πόρτα ενός σπιτιού και μια φωνή από μέσα του είπε: «Ποιος είναι;». «Ένας φτωχός τυφλός που ζητά το έλεος του Θεού», απάντησε ο αδελφός μου. Ο ιδιοκτήτης, ένας κακότροπος άνθρωπος, τον ανέβασε μέχρι την ταράτσα του σπιτιού και μετά του είπε: «Ο Θεός να σε ελεήσει, γιατί εγώ δεν έχω τίποτα να σου δώσω!».

Ο αδελφός μου, οργισμένος που τον έβαλε να ανέβει τόσες σκάλες για το τίποτα, κατέβηκε με κόπο. Όμως ο άνθρωπος εκείνος τον ακολούθησε και τον κατηγόρησε πως είναι κλέφτης που παριστάνει τον τυφλό. Τον οδήγησαν στον δικαστή και, παρά τις διαμαρτυρίες του, τον τιμώρησαν σκληρά. Ο τρίτος αδελφός μου κατάλαβε πως στον κόσμο των βλεπόντων, ένας τυφλός δεν βρίσκει ποτέ το δίκιο του αν δεν έχει χρυσάφι στην τσέπη.

Μάθε λοιπόν, ω Σουλτάνε της Κασγκάρ, πως ο Μπαρμπέρης συνέχισε τη διήγησή του για τους υπόλοιπους τρεις αδελφούς του, με την ίδια ζέση και την ίδια αγάπη για τις λεπτομέρειες που κάνουν μια ιστορία αθάνατη.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ (Ο ΜΟΝΟΦΘΑΛΜΟΣ)

Ο τέταρτος αδελφός μου ονομαζόταν Αλ-Κουζ. Ήταν κρεοπώλης στη Βαγδάτη και είχε χάσει το ένα του μάτι από μια ατυχία στα νιάτα του. Μια μέρα, καθώς καθόταν στο μαγαζί του, ήρθε ένας γέροντας με μακριά λευκή γενειάδα και του έδωσε ένα χρυσό νόμισμα για να αγοράσει κρέας. Ο Αλ-Κουζ του έδωσε το καλύτερο κομμάτι, αλλά όταν ο γέροντας έφυγε και ο αδελφός μου κοίταξε το νόμισμα, είδε με τρόμο πως είχε μεταμορφωθεί σε ένα άχρηστο φύλλο χαρτιού!

Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές. Ο γέροντας ερχόταν, πλήρωνε με χρυσάφι που γινόταν χαρτί, και ο αδελφός μου, φοβούμενος πως πρόκειται για μάγο, δεν τολμούσε να μιλήσει. Τελικά, μια μέρα αποφάσισε να τον ξεμπροστιάσει μπροστά σε όλους. Όμως ο γέροντας, που ήταν όντως ένας δόλιος μάγος, φώναξε στο πλήθος: «Δείτε αυτόν τον κρεοπώλη! Πουλάει κρέας από ανθρώπινο σώμα αντί για αρνί!». Το πλήθος, τυφλωμένο από την οργή, όρμησε στο μαγαζί, βρήκε το κρέας που ο μάγος είχε μεταμορφώσει με τα μάγια του ώστε να μοιάζει φρικτό, και ο αδελφός μου γλίτωσε την αγχόνη μόνο και μόνο επειδή κατάφερε να δραπετεύσει από την πόλη, μένοντας για πάντα κυνηγημένος και φτωχός.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ (Ο ΜΕ ΚΟΜΜΕΝΑ ΑΥΤΙΑ)

Ο πέμπτος αδελφός μου, ο Αλ-Νασάρ, ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε μέσα στα όνειρά του. Όταν κληρονόμησε εκατό δηνάρια, αγόρασε κάθε λογής γυάλινα σκεύη και κρυστάλλους για να τα πουλήσει στην αγορά. Κάθισε δίπλα στο πανέρι του και άρχισε να ονειρεύεται δυνατά: «Θα πουλήσω αυτά τα γυαλιά για διακόσια δηνάρια. Μετά θα αγοράσω ακριβά υφάσματα και θα τα πουλήσω για χίλια. Θα γίνω πλούσιος, θα παντρευτώ την κόρη του Βεζίρη και όταν μου φέρει το τσάι, θα την περιφρονήσω για να δείξω τη δύναμή μου. Θα της δώσω μια κλωτσιά έτσι...».

Ω συμφορά! Μέσα στον ενθουσιασμό του ονείρου του, ο Αλ-Νασάρ τίναξε το πόδι του και κλώτσησε το πανέρι με τα γυαλικά. Όλα έσπασαν σε χίλια κομμάτια! Έμεινε στον δρόμο να κλαίει πάνω από τα θρύψαλα της περιουσίας του. Μια γυναίκα που τον είδε, τον παρέσυρε στο σπίτι της υποσχόμενη βοήθεια, αλλά εκεί τον περίμενε ένας ληστής που τον ξυλοκόπησε και του έκοψε τα αυτιά πριν τον πετάξει στον υπόνομο.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΚΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ (Ο ΜΕ ΚΟΜΜΕΝΑ ΧΕΙΛΗ)

Ο έκτος αδελφός μου, ο Σακαμπίκ, ήταν ο πιο άτυχος απ' όλους. Μια μέρα, πεινασμένος καθώς ήταν, χτύπησε την πόρτα ενός μεγαλοπρεπούς αρχοντικού που ανήκε σε έναν από τους Βαρμεκίδες. Ο αφέντης του σπιτιού, ένας άνθρωπος με περίεργο χιούμορ, τον δέχτηκε και του είπε: «Έλα να δειπνήσουμε μαζί!».

Κάθισαν σε ένα άδειο τραπέζι. Ο Βαρμεκίδης άρχισε να προσποιείται πως τρώει τα πιο εκλεκτά φαγητά: «Δοκίμασε αυτό το ψωμί, είναι λευκό σαν το χιόνι! Δες αυτό το αρνί, στάζει μέλι! Πιες από αυτό το κρασί που είναι παλιό σαράντα χρόνια!». Ο αδελφός μου, παρόλο που η κοιλιά του γουργούριζε, ακολούθησε το παιχνίδι. Προσποιούνταν πως έτρωγε και έπινε με λαιμαργία, επαινώντας τη γεύση του αέρα!

Στο τέλος, προσποιήθηκε πως μέθυσε από το φανταστικό κρασί και έδωσε στον Βαρμεκίδη ένα δυνατό χαστούκι! «Συγχώρεσέ με, αφέντη μου», είπε, «αλλά το κρασί σου είναι τόσο δυνατό που έχασα τα λογικά μου!». Ο Βαρμεκίδης γέλασε με την ψυχή του για την εξυπνάδα του Σακαμπίκ και του παρέθεσε ένα πραγματικό, βασιλικό γεύμα. Όμως αργότερα, ο αδελφός μου έπεσε θύμα μιας συμμορίας ληστών που τον βασάνισαν και του έκοψαν τα χείλη, αφήνοντάς τον παραμορφωμένο για πάντα.


Όταν ο Μπαρμπέρης τελείωσε τις ιστορίες των αδελφών του, ο Σουλτάνος της Κασγκάρ έμεινε κατάπληκτος. «Μα τον Θεό», είπε, «εσύ και οι αδελφοί σου είστε οι πιο παράξενοι άνθρωποι που γνώρισα ποτέ!». Διέταξε να χαριστεί η ζωή σε όλους —στον Ράφτη, στον Χριστιανό, στον Εβραίο και στον Προμηθευτή— και να γραφτούν οι ιστορίες τους με χρυσά γράμματα.

Όσο για τον καμπούρη, εκεί που όλοι πίστευαν πως ήταν νεκρός, ο μπαρμπέρης πλησίασε, του άνοιξε το στόμα και με μια λαβίδα έβγαλε το κόκκαλο του ψαριού που είχε σφηνώσει στον λαιμό του. Ο καμπούρης φτερνίστηκε, άνοιξε τα μάτια του και σηκώθηκε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα! Η χαρά στο παλάτι ήταν απερίγραπτη και ο Σουλτάνος γιόρτασε τη σωτηρία του γελωτοποιού του με ένα συμπόσιο που κράτησε επτά μέρες.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου