Σελίδες

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ (ΑΝΑΛΥΣΗ)

ΦΑΡΙΝΤ ΑΝΤ-ΝΤΙΝ ΑΤΑΡ


Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΑΞΗ ΚΑΙ Ο ΗΓΕΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ

Στην αυγή των καιρών, όταν ο κόσμος ήταν ακόμα νέος και τα πλάσματα μιλούσαν τη γλώσσα της καρδιάς, μια απέραντη σύναξη έλαβε χώρα κάτω από τον θόλο του ουρανού. Πουλιά από κάθε γωνιά της γης, από τις παγωμένες κορυφές του Βορρά μέχρι τις καυτές ερήμους του Νότου, συγκεντρώθηκαν σε μια πεδιάδα που δεν είχε τέλος. Το πλήθος ήταν τόσο μεγάλο που το χρώμα των φτερών τους σκέπαζε το

πράσινο του χορταριού.

Υπήρχε όμως μια βαριά σκιά πάνω από τη σύναξη. Τα πουλιά ένιωθαν ορφανά. — «Πώς είναι δυνατόν να ζούμε χωρίς Βασιλιά;» έλεγαν μεταξύ τους. «Κάθε βασίλειο έχει τον κυβερνήτη του, κάθε σώμα την κεφαλή του. Εμείς πετάμε χωρίς σκοπό, σκορπισμένοι στον άνεμο. Πρέπει να βρούμε τον ηγέτη μας, εκείνον που θα μας δώσει νόημα και προστασία.»

Τότε, ένας ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ πέταξε πάνω από τα κεφάλια τους και στάθηκε σε έναν ψηλό βράχο. Το λοφίο του άστραφτε σαν στέμμα και το βλέμμα του ήταν διαπεραστικό, γεμάτο από τη σοφία των αιώνων. — «Ακούστε με, αδέλφια μου!» φώναξε. «Εγώ γνωρίζω τον Βασιλιά σας. Το όνομά του είναι ΣΙΜΟΥΡΓΚ. Κατοικεί πίσω από τα επτά βουνά, στο όρος Καφ, εκεί που ο ουρανός και η γη γίνονται ένα. Είναι τόσο κοντά μας όσο η ίδια μας η πνοή, αλλά εμείς είμαστε τυφλοί και δεν Τον βλέπουμε. Ένα φτερό Του έπεσε κάποτε στην Κίνα, και από τότε η χώρα εκείνη ευωδιάζει από την ομορφιά Του. Αν θέλετε να Τον βρείτε, πρέπει να με ακολουθήσετε σε ένα ταξίδι που δεν μοιάζει με κανένα άλλο.»

ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ

Μόλις ο Τσαλαπετεινός μίλησε για το ταξίδι, η αρχική έξαψη των πουλιών μετατράπηκε σε φόβο. Το καθένα άρχισε να σκέφτεται τι θα έπρεπε να αφήσει πίσω του. Ο ΑΤΑΡ μας δείχνει εδώ την αντίσταση του ανθρώπινου «εγώ» απέναντι στην πνευματική αλλαγή.

Πρώτο πλησίασε το ΑΗΔΟΝΙ. Η φωνή του ήταν ένας θρήνος γεμάτος πάθος. — «Ω, σοφέ οδηγέ, πώς να αφήσω το Ρόδο μου; Η αγάπη μου γι' αυτό είναι η θρησκεία μου. Όλη τη νύχτα τραγουδώ για το άνοιγμα των πετάλων του. Η ζωή μου είναι δεμένη με την ομορφιά του. Αν το αφήσω, θα είμαι σαν νεκρός.» Ο Τσαλαπετεινός απάντησε με αυστηρότητα: — «Αηδόνι, εσύ ερωτεύτηκες τη μορφή και όχι την ουσία. Το ρόδο σου θα μαραθεί με την πρώτη παγωνιά. Είσαι δέσμιος μιας ομορφιάς που πεθαίνει. Μάθε πως ο Σιμούργκ είναι η πηγή κάθε ομορφιάς. Αναζήτησε τον κηπουρό, όχι το λουλούδι!»

Έπειτα ήρθε ο ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ, με τα σμαραγδένια φτερά του να λάμπουν. — «Εγώ θέλω μόνο την ασφάλεια», είπε. «Μου αρκεί το κλουβί μου και η ζάχαρη που μου δίνουν. Λένε πως ο Σιμούργκ είναι φωτιά, κι εγώ φοβάμαι να καώ. Θέλω μόνο να βρω το νερό της αθανασίας για να ζήσω για πάντα στην άνεσή μου.» — «Είσαι ένας αιχμάλωτος που αγάπησε τις αλυσίδες του», του απάντησε ο οδηγός. «Ζητάς την αθανασία χωρίς να θέλεις να πεθάνεις για τον εαυτό σου. Αλλά μάθε πως μόνο όποιος πεθαίνει πριν πεθάνει, βρίσκει την αληθινή ζωή.»

Το ΠΑΓΩΝΙ πήρε τη σειρά του, επιδεικνύοντας την ουρά του. — «Εγώ ήμουν κάποτε στον Παράδεισο και με έδιωξαν εξαιτίας του φιδιού. Δεν θέλω τον Σιμούργκ. Θέλω μόνο να βρω τον δρόμο της επιστροφής στον Κήπο της Εδέμ. Εκεί είναι η θέση μου.» — «Πλανάσαι», είπε ο Τσαλαπετεινός. «Ο Παράδεισος είναι απλώς η αυλή του Σιμούργκ. Αν βρεις τον Βασιλιά, θα έχεις βρει τον Παράδεισο και χίλιους κόσμους ακόμα. Μην κοιτάς το σπίτι, κοίτα τον Ιδιοκτήτη!»

Η ΠΕΡΔΙΚΑ παραπονέθηκε για τον έρωτά της προς τα πολύτιμα πετράδια και τα διαμάντια των βουνών, η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ για την αγάπη της στα ερείπια όπου κρύβονται θησαυροί, και ο ΕΡΩΔΙΟΣ για την ανάγκη του να μένει κοντά στους βάλτους. Σε όλους, ο Τσαλαπετεινός απάντησε με την ίδια αλήθεια: Κάθε τι που σας δένει με τη γη, σας εμποδίζει να πετάξετε προς τον Ήλιο.

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΕΪΧΗ ΣΑΜΑΝ

Για να τους δείξει το βάθος της θυσίας που απαιτείται, ο Τσαλαπετεινός τους διηγήθηκε την ιστορία του ΣΕΪΧΗ ΣΑΜΑΝ. Ήταν ένας άγιος άνθρωπος με χιλιάδες μαθητές, που όμως είδε σε όνειρο πως έπρεπε να πάει στη Ρώμη. Εκεί, ερωτεύτηκε μια χριστιανή κοπέλα με τόσο πάθος, που για χάρη της άφησε τη θρησκεία του, έκαψε τα ιερά του βιβλία και δέχτηκε να βόσκει γουρούνια για χρόνια.

Οι μαθητές του τον εγκατέλειψαν με αποτροπιασμό, εκτός από έναν που προσευχήθηκε ακατάπαυστα. Στο τέλος, ο Σεΐχης συνήλθε, κατάλαβε πως αυτό ήταν μια δοκιμασία για να καθαρίσει από την περηφάνια της αγιοσύνης του, και επέστρεψε στον δρόμο του. — «Αν ένας τέτοιος άγιος έπρεπε να χάσει τα πάντα για να βρει την αλήθεια», είπε ο Τσαλαπετεινός, «εσείς πώς περιμένετε να φτάσετε στον Σιμούργκ κουβαλώντας τις συνήθειές σας;»

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Μετά από πολλές συζητήσεις, χιλιάδες πουλιά πείστηκαν. Άνοιξαν τα φτερά τους και ο ουρανός σκοτείνιασε από το πλήθος τους. Όμως, η χαρά τους δεν κράτησε πολύ. Μπροστά τους ορθώθηκε το ΠΡΩΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ: ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ (Talab).

Σε αυτό το στάδιο, ο ταξιδιώτης πρέπει να εγκαταλείψει κάθε υλικό αγαθό. Τα πουλιά πετούσαν πάνω από μια έρημο όπου δεν υπήρχε τροφή ούτε νερό. Η κούραση ήταν αβάσταχτη. — «Γιατί το κάνουμε αυτό;» αναρωτιόνταν πολλά. — «Γιατί ο Σιμούργκ είναι το μόνο που αξίζει», απαντούσε ο οδηγός. Εκατοντάδες πουλιά λύγισαν εδώ. Άλλα πέθαναν από τη δίψα και άλλα επέστρεψαν πίσω, προτιμώντας την ασφάλεια της σκλαβιάς από την ελευθερία του πόνου.


ΜΕΡΟΣ Β΄: ΟΙ ΚΟΙΛΑΔΕΣ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Το ταξίδι συνεχιζόταν και ο ουρανός δεν ήταν πια ο γνώριμος γαλάζιος θόλος, αλλά ένας καθρέφτης που αντανακλούσε τις δοκιμασίες της ψυχής. Τα πουλιά που επέζησαν από την έρημο της Αναζήτησης βρέθηκαν μπροστά στο ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΕΡΑΣΜΑ: ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ('Ishq).

Εδώ, η φύση άλλαξε απότομα. Δεν υπήρχε πια άμμος, αλλά μια θάλασσα από φλόγες που ανέβαιναν ως τα σύννεφα. Ο Τσαλαπετεινός πέταξε μπροστά, χωρίς να διστάσει. — «Σε αυτό το πέρασμα», φώναξε πάνω από τον κρότο της φωτιάς, «πρέπει να γίνετε οι ίδιοι φωτιά! Εδώ, όποιος προσπαθεί να σκεφτεί με τη λογική, θα χαθεί. Η αγάπη είναι ένας δράκος που καταπίνει τα πάντα. Πρέπει να καείτε για να βρείτε τη θέρμη του Βασιλιά.» Τα πουλιά έβλεπαν τα φτερά τους να τσουρουφλίζονται. Το Αηδόνι, που κάποτε φοβόταν για το Ρόδο του, ένιωσε τώρα μια τέτοια φλόγα στην καρδιά, που η παλιά του αγάπη του φάνηκε σαν μια μικρή σπίθα μπροστά στον ήλιο. Πολλά πουλιά όμως φοβήθηκαν το κάψιμο και έκαναν πίσω. Εκείνα που έμειναν, δεν είχαν πια σώμα, είχαν μόνο πόθο.

Μόλις η φωτιά υποχώρησε, μπήκαν στο ΤΡΙΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ: ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ (Ma'rifat). Εδώ δεν υπήρχε ούτε ζέστη ούτε κρύο, παρά μόνο μια απέραντη ομίχλη. Κάθε πουλί πετούσε μόνο του, απομονωμένο. Ξαφνικά, το φως άρχισε να τρυπά το σκοτάδι, αλλά με έναν τρόπο παράξενο: κάθε πουλί έβλεπε μια διαφορετική αλήθεια. — «Μην μπερδεύεστε!» τους είπε ο Τσαλαπετεινός. «Η αλήθεια είναι μία, αλλά οι δρόμοι για να τη δεις είναι τόσοι όσες και οι καρδιές των πλασμάτων. Εδώ, το μάτι της ψυχής ανοίγει και βλέπει τον Σιμούργκ μέσα σε κάθε πέτρα και σε κάθε φύλλο.»

Ακολούθησε το ΤΕΤΑΡΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ: ΤΗΣ ΑΠΟΣΠΑΣΗΣ (Istighna). Σε αυτόν τον τόπο, τα πουλιά ένιωσαν μια τρομερή μοναξιά. Συνειδητοποίησαν πως αν ολόκληρα σύμπαντα καταστρέφονταν, ο Σιμούργκ δεν θα άλλαζε καθόλου. Ένιωσαν την απόλυτη ασημαντότητά τους. — «Καταλάβετε το μεγαλείο Του!» είπε ο οδηγός. «Είστε λιγότερο από σκόνη. Αλλά μόνο όταν αποδεχτείτε πως είστε τίποτα, θα είστε έτοιμοι να γίνετε μέρος του Όλου.» Εδώ, πολλά πουλιά απελπίστηκαν. Ένιωσαν πως ο κόπος τους δεν είχε αξία. Όμως εκείνα που συνέχισαν, ένιωσαν μια παράξενη ελευθερία: αφού δεν ήταν τίποτα, δεν είχαν πια τίποτα να φοβηθούν.

Στο ΠΕΜΠΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ: ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΗΣ (Tawhid), οι φωνές των πουλιών άρχισαν να ενώνονται. Η πέρδικα δεν έβλεπε πια τον αετό ως εχθρό, ούτε ο σπουργίτης ένιωθε μικρότερος από το παγώνι. Κατάλαβαν πως όλα τα πουλιά ήταν φτιαγμένα από την ίδια ουσία. — «Κοιτάξτε γύρω σας!» φώναξε ο Τσαλαπετεινός. «Το "πολλά" είναι ένα ψέμα των ματιών μας. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μόνο μία πνοή που κινεί όλα τα φτερά.»

Έπειτα ήρθε το ΕΚΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ: ΤΗΣ ΕΚΠΛΗΞΗΣ (Hayrat). Εδώ, τα πουλιά έχασαν κάθε μνήμη. Δεν ήξεραν ποια ήταν, πού πήγαιναν ή γιατί ξεκίνησαν. Ήταν σαν να βρίσκονταν μέσα σε ένα όνειρο. — «Ξέρω πως είμαι εδώ, αλλά δεν ξέρω ποιος είμαι», ψιθύρισε ένα πουλί. — «Αυτή είναι η ιερή σύγχυση», εξήγησε ο σοφός οδηγός. «Είναι η σιωπή πριν την αποκάλυψη.»

Τέλος, έφτασαν στο ΕΒΔΟ ΠΕΡΑΣΜΑ: ΤΗΣ ΕΚΜΗΔΕΝΙΣΗΣ (Faqr wa Fana). Ήταν ο θάνατος του "εγώ". Εδώ, τα πουλιά έπρεπε να αφήσουν πίσω τους ακόμα και το όνομά τους. Δεν υπήρχε πια επιθυμία, ούτε καν η επιθυμία να δουν τον Βασιλιά. Ήταν σαν να είχαν σβήσει πριν ακόμα φτάσουν.


ΜΕΡΟΣ Γ΄: Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ – Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΕΝΩΣΗ

Από τις χιλιάδες που ξεκίνησαν, μόνο ΤΡΙΑΝΤΑ ΠΟΥΛΙΑ έφτασαν στις πύλες του παλατιού του Σιμούργκ, στην κορυφή του όρους Καφ. Ήταν κουρέλια του ανέμου, με φτερά ματωμένα και βλέμμα που έκαιγε από την αναμονή.

Ο Φύλακας της πύλης βγήκε και τα κοίταξε με μια παγερή αδιαφορία. — «Τι γυρεύετε εδώ;» ρώτησε ειρωνικά. «Ο Σιμούργκ είναι ο Ήλιος. Εσείς είστε λιγότερο από σκιές. Φύγετε, πριν σας αφανίσει η λάμψη Του.» Τα τριάντα πουλιά δεν κουνήθηκαν. — «Ας μας αφανίσει», απάντησαν με μια φωνή. «Προτιμάμε να γίνουμε στάχτη στο κατώφλι Του, παρά να ζήσουμε έστω και μια στιγμή μακριά Του.»

Τότε, οι πύλες άνοιξαν διάπλατα. Ένα φως που δεν περιγράφεται με λόγια τα τύφλωσε. Οδηγήθηκαν μέσα σε μια αίθουσα όπου ο καθρέφτης της Αλήθειας ήταν στημένος. — «Διαβάστε την ιστορία σας», τους είπε μια φωνή χωρίς ήχο. Τα πουλιά είδαν όλες τις πράξεις τους, όλες τις προδοσίες και τις θυσίες τους. Η ντροπή τα έκανε να λιώσουν. Και μέσα από αυτή τη διάλυση, γεννήθηκε κάτι νέο.

Κοίταξαν προς τον Θρόνο. Αλλά δεν είδαν κάποιον ξένο Βασιλιά. Είδαν τους εαυτούς τους. Τα Τριάντα Πουλιά (Si Murgh) είδαν τον ΣΙΜΟΥΡΓΚ. Και ο ΣΙΜΟΥΡΓΚ είδε τα Τριάντα Πουλιά.

— «Εσείς ήρθατε ως τριάντα», αντήχησε η φωνή της Αλήθειας, «γι' αυτό βλέπετε τριάντα. Αν είχατε έρθει ως ένα, θα βλέπατε ένα. Εγώ είμαι ο καθρέφτης της καρδιάς σας. Όλο αυτό το ταξίδι, οι κοιλάδες, η φωτιά και ο πόνος, ήταν για να καθαρίσετε τον καθρέφτη. Τώρα που ο καθρέφτης είναι καθαρός, βλέπετε πως Εγώ και Εσείς είμαστε το ίδιο.»

Τα τριάντα πουλιά έχασαν την ατομικότητά τους. Χάθηκαν μέσα στη δόξα του Σιμούργκ, όπως η σκιά χάνεται στον ήλιο το μεσημέρι. Δεν υπήρχε πια χωρισμός. Ο κυνηγός και το θήραμα, ο εραστής και ο αγαπημένος, ο αναζητητής και ο Βασιλιάς, έγιναν Ένα.

Ο Τσαλαπετεινός έκλεισε τα φτερά του. Η αποστολή του είχε τελειώσει. Το παραμύθι της ζωής είχε επιστρέψει στην πηγή του.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΛΙΤΗ 1953 ΦΤΕΡΟ ΜΕ ΠΟΥΛΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου