Σελίδες

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ




ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ: PETER CHRISTEN ASBJØRNSEN & JØRGEN MOE (ΣΥΛΛΟΓΗ 1844)



Μια φορά κι έναν καιρό, ένας φτωχός ξυλοκόπος ζούσε σε μια καλύβα με τη γυναίκα του και τα πολλά παιδιά τους. Η ομορφότερη όλων ήταν η μικρότερη κόρη του. Μια θυελλώδη Πέμπτη βράδυ, ένας δυνατός κρότος ακούστηκε στην πόρτα. Ο πατέρας βγήκε έξω και είδε μια τεράστια Λευκή Αρκούδα. «Καλησπέρα σου», είπε η αρκούδα. «Καλησπέρα», απάντησε ο άντρας. «Αν μου δώσεις τη μικρότερη κόρη σου, θα σε κάνω τόσο πλούσιο όσο δεν φαντάστηκες ποτέ», είπε το ζώο. Ο πατέρας ρώτησε την κοπέλα, κι εκείνη,

αφού το σκέφτηκε, δέχτηκε. Την επόμενη Πέμπτη, η αρκούδα επέστρεψε. «Φοβάσαι;» τη ρώτησε. «Όχι», απάντησε εκείνη. «Τότε πιάσου σφιχτά από το τρίχωμά μου». Ταξίδεψαν μέρες μέχρι που έφτασαν σε ένα λαμπερό κάστρο μέσα σε έναν λόφο. Εκεί, η κοπέλα ζούσε μέσα στις τιμές, όμως κάθε βράδυ ένας άντρας έμπαινε στο σκοτεινό της δωμάτιο και πλάγιαζε δίπλα της, χωρίς εκείνη να μπορεί να τον δει ποτέ. Με τον καιρό, η κοπέλα ένιωσε θλίψη. Η Λευκή Αρκούδα τη ρώτησε: «Τι σου λείπει;». «Θέλω να δω τους δικούς μου», είπε εκείνη. Η αρκούδα συμφώνησε: «Μπορείς να πας, αλλά πρόσεξε. Μην μιλήσεις μόνη με τη μητέρα σου, γιατί θα φέρεις δυστυχία και στους δυο μας». Στο πατρικό της, η μητέρα της την παρέσυρε σε μια γωνιά: «Πρέπει να είναι τρολ αυτός που κοιμάται πλάι σου! Πάρε αυτό το κερί, κρύψτο στο στήθος σου και άναψέ το τη νύχτα όταν θα κοιμάται, αλλά πρόσεξε να μην πέσει λίπος πάνω του». Επιστρέφοντας στο κάστρο, η κοπέλα δεν άντεξε. Άναψε το κερί και είδε έναν πανέμορφο Πρίγκιπα. Καθώς έσκυβε να τον φιλήσει, τρεις σταγόνες καυτού λίπους έπεσαν στο λευκό του πουκάμισο. Ο Πρίγκιπας πετάχτηκε πάνω: «Τι έκανες; Τώρα χάθηκαν όλα! Αν περίμενες έναν χρόνο, θα ήμουν ελεύθερος. Τώρα πρέπει να πάω στη μητριά μου, σε ένα κάστρο που βρίσκεται Ανατολικά του Ήλιου και Δυτικά της Σελήνης, και να παντρευτώ μια πριγκίπισσα με μύτη τρεις πήχεις μακριά». Η κοπέλα έκλαψε: «Πες μου πώς να σε βρω!». «Δεν υπάρχει δρόμος για εκεί», είπε εκείνος και χάθηκε. Η κοπέλα ξεκίνησε με τα πόδια. Συνάντησε μια γριά που έπαιζε με ένα χρυσό μήλο. «Ξέρεις τον δρόμο;» ρώτησε. «Όχι, αλλά πάρε το μήλο και ρώτα τον Ανατολικό Άνεμο», της είπε η γριά. Ο Ανατολικός Άνεμος την πήγε στον Δυτικό, ο Δυτικός στον Νότιο, αλλά κανείς δεν ήξερε. Τέλος, ο Νότιος Άνεμος είπε: «Μόνο ο Βόρειος Άνεμος, ο γέρος αδερφός μας, μπορεί να ξέρει». Ο Βόρειος Άνεμος ήταν άγριος: «Ποτέ δεν πήγα τόσο μακριά, αλλά αν θέλεις, θα προσπαθήσω». Μετά από μια τρομερή καταιγίδα πάνω από τη θάλασσα, την άφησε στην ακτή του κάστρου. Εκεί, η κοπέλα είδε την πριγκίπισσα με τη μεγάλη μύτη. Έβγαλε το χρυσό μήλο και η πριγκίπισσα αναφώνησε: «Δώσ' το μου!». «Μόνο αν με αφήσεις να δω τον Πρίγκιπα απόψε», απάντησε η κοπέλα. Η πριγκίπισσα δέχτηκε, αλλά έδωσε στον Πρίγκιπα ένα υπνωτικό ποτό. Δύο νύχτες η κοπέλα φώναζε: «Αγαπημένε μου, άκουσέ με, εγώ είμαι!», αλλά εκείνος δεν ξυπνούσε. Την τρίτη νύχτα, κάποιοι φυλακισμένοι είπαν στον Πρίγκιπα για τις φωνές. Εκείνος έχυσε κρυφά το ποτό στο πάτωμα. Όταν η κοπέλα μπήκε, εκείνος την αγκάλιασε: «Τώρα θα σωθούμε!». Την επόμενη μέρα, ο Πρίγκιπας είπε στη μητριά του: «Θα παντρευτώ μόνο όποια μπορεί να πλύνει το πουκάμισό μου από τις στάμπες του λίπους». Τα τρολ προσπάθησαν, αλλά το πουκάμισο γινόταν όλο και πιο μαύρο. «Ας δοκιμάσει κι αυτή η ζητιάνα στην πόρτα», είπε ο Πρίγκιπας. Η κοπέλα πήρε το πουκάμισο, το βούτηξε στο νερό και έγινε αμέσως κάτασπρο. Η κακιά μητριά και τα τρολ έσκασαν από τον θυμό τους, το κάστρο γκρεμίστηκε και ο Πρίγκιπας με την αγαπημένη του έφυγαν για πάντα μακριά από εκεί, αναζητώντας έναν κόσμο που δεν βρίσκεται πια ούτε Ανατολικά του Ήλιου ούτε Δυτικά της Σελήνης.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου